Τ’ ανείπωτα της Ελένης Τζιώγα

Είναι ελπιδοφόρο το γεγονός πως η ποιητική παραγωγή στην Ελλάδα, ιδίως τα τελευταία χρόνια δεν έχει παρουσιάσει καμία διακοπή. Θα ισχυριζόμασταν μάλιστα πως ενόψει της πανδημίας και του εγκλεισμού που ακολούθησε αυτή ήκμασε και άνθισε. Ένα παράδειγμα αυτής της πρωτοβουλίας πολλών ποιητών να συγκεντρώσουν και να καταστήσουν προσβάσιμα στο κοινό τα έργα τους, είναι το δίχως άλλο η ποιητική συλλογή της Ελένης Τζιώγα “Τ’ ανείπωτα”.

Continue reading “Τ’ ανείπωτα της Ελένης Τζιώγα”

Ποίηση με πείσμα και σε πείσμα των καιρών

Δεν έχουμε ανάγκη από ποίηση, ποιητές

Έχει γραφτεί σχεδόν ολόκληρη

Εσάς θέλουμε

Πού είστε πλανεμένοι;

Τα κορίτσια στην Έδεσσα, Στάθης Κεφαλούρος, εκδ. αντίποδες

Όλοι αυτοί οι “πλανεμένοι” ή καλύτερα “περιπλανώμενοι” βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε μια ανθολογία πρωτότυπη, που αποδεικνύει πως η ποίηση γράφεται με ποίηση και σε πείσμα των καιρών. 57 σύγχρονοι, μεταμοντέρνοι ποιητές, ακόμα και αν αυτοχαρακτηρίζονται ως τέτοιοι, μοιράζονται σε 200 μόλις σελίδες τους συλλογισμούς, τις ανησυχίες τους. Μια περίοδο που το καντήλι της ποίησης τρεμόσβηνε, στα “μιλένιουμ” στα τέλη του προηγούμενου και τις αρχές του τωρινού αιώνα οι ποιητές της συλλογής αυτής εμφανίζονται στο ξεχασμένο από τους ομότεχνους τους ποιητικό προσκήνιο ή αν όχι ξεχασμένο, έστω υπο-εκπροσωπούμενο. Τι κομίζει, λοιπόν, η σύγχρονη ελληνόφωνη ποιητική παραγωγή, η παραγωγή τους, εις την τέχνη της ποιήσεως;

Οι ποιητές και οι ποιήτριες με στεντόρεια και δυναμική φωνή κάνουν αισθητή την παρουσία τους στον δημόσιο χώρο. Δεν είναι αναχωρητές, δεν είναι στουρθοκαμηλίζουν. Δεν καταθέτουν απλά το έργο τους, αλλά διεκδικούν ένα ρόλο, όπως έπραξαν και οι πρόγονοί τους. Ταυτόχρονα, δεν είναι απλοί συνεχιστές τους, δεν αρκούνται σε έναν μιμητισμό του πειράματος της γενιάς του ’30, που αδιαμφισβήτητα είχε στεφθεί με επιτυχία. Δίνουν παρόν, ο καθένας με το προσωπικό του ύφος και την δική του μοναδικότητα, συνθέτοντας ένα μωσαϊκό μηνυμάτων, τόσο ποικιλόμορφο και διαφορετικό όσο και η Ελλάδα του σήμερα. Στην συλλογή θα συναντήσει κανείς ποιήματα που στηρίζονται σε εικόνες και ποιήματα στοχαστικά. Αυστηρές ρίμες και ελεύθερο ή ακόμα και υβριδικό στίχο. Ρυθμικές στροφές και πεζοποιήματα. Διακειμενικότητα και πρωτοτυπία. Λυρισμό και εγκεφαλικότητα. Βιωματικό και φανταστικό. Θερμότητα και ψύχος. Η ποίηση της περιόδου που διανύσαμε και ακόμα διανύουμε είναι μια λίμνη στην οποία εκβάλλουν διάφοροι ποταμοί. Κάποιοι ορμητικότεροι, άλλοι πιο ήρεμοι, κάποιοι μεγάλοι και άλλοι μικροί. Το στοιχείο εκείνο που τους συνδέει είναι ότι ακολουθούν το ίδιο ρεύμα για να φτάσουν στην λίμνη, στην ποιητική πηγή.

Πρόκειται για ένα ρεύμα μεταμοντέρνο, ένα ρεύμα που έχει επίγνωση της ασυνέχειας με το προγενέστερο και δεν προσπαθεί να την υπερκαλύψει ή να την ξεπεράσει. Την αποδέχεται και αποφασίζει να συνεχίσει. Οι θεματικές του είναι όμοιες με όλα εκείνα τα ζητήματα που απασχολούν τον κόσμο του σήμερα: η μετανάστευση, η αστυφιλία, ο έρωτας, πανταχού παρών αλλά και σε όλες τις πτυχές του, η οικογένεια, η τεχνολογία, η θρησκεία, η εξουσία, η τρομοκρατία, η εξέγερση, η κρίση. Όλα αυτά τα προσεγγίζει με έναν τόνο αποδραματοποίησης, με μια παιγνιώδη διάθεση και χιούμορ. Οι αγωνίες δεν αντιμετωπίζονται με στόμφο, αλλά με πείσμα, με σαρκασμό και με σύγκρουση. Ενώ μια αίσθηση της ήττας η της ματαιότητας είναι αισθητή στο φάσμα της ποίησης της εν λόγω περιόδου.

Η διακριτή πολιτισμική (και όχι μόνο) ταυτότητα της ποιητική αυτής είναι αναντίρρητη. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι παραδοσιακές ποιητικές φόρμες απεμπολούνται. Ίσα ίσα η αναζήτηση ενός ποιητικού ιδιώματος καινούργιου αγγίζει θέματα ταυτότητας. Οι καλλιτέχνες δεν παρελθοντολογούν άκριτα, δεν υπεραναπληρώνουν τα κενά της ελληνικής λογοτεχνίας της εποχής τους με άκαρπες προσπάθειες αναγέννησης του ένδοξου παρελθόντος. Είναι άνθρωποι που ακροβατούν ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, στο “εντός” και στο “εκτός”, στο ιδιωτικό και το δημόσιο. Συνομιλούν πράγματι με τον χρόνο, με άλλες τέχνες, με την επιστήμη και την τεχνολογία, με το αρχαίο παρελθόν και επαναπροσδιορίζουν με αυτόν τον τρόπο την ελληνικότητα.

Με γλώσσα φυσική και ένα ανεπιτήδευτο προσωπικό ύφος μας ταξιδεύουν στους κόσμους που διαγράφουν στο χαρτί. Η πένα τους είναι το όπλο τους και το δικό μας φάρμακο. Τα ποιήματά τους παρατίθενται αλφαβητικά και η εναλλαγή των θεματικών, του ύφους και το τρόπου γραφής είναι αυτό που κερδίζει τον αναγνώστη και το δυνατό χαρτί των ανθολογιών. Δεν υπάρχει μονοτονία, δεν υπάρχει επανάληψη. Η προσεγμένη βιβλιοδεσία και παρουσίαση από τις εκδόσεις αντίποδες και η συμπερίληψη της εισαγωγής της κ. Τοπάλη Μαρίας που επιμελήθηκε και την ανθολόγηση, από την οποία εκμαιεύσαμε και τις περισσότερες πληροφορίες που σας παρουσιάσαμε συντείνουν στην επιλογή αυτού του βιβλίου! Εξάλλου κάθε έργο που δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να περιηγηθεί στις ίδιες σελίδες σε πολλούς ποιητικούς τόπους, να τους γνωρίσει και ίσως να αποφασίσει, αργότερα, να εμβαθύνει σε κάποιον εξ αυτών είναι ευχής έργον!

Επειδή τα λόγια είναι περιττά, αλλά η ποίηση ποτέ, με πείσμα και σε πείσμα των αντιποιητικών καιρών και συνθηκών που μας περιβάλλουν, μην διστάσετε να επιλέξετε την ανθολογία “Ποίηση με Πείσμα” της Τοπάλη Μαρίας που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις αντίποδες. Θα σας δικαιώσει!

“Αγαπάω” του Νίκου Καββαδία

Αγαπάω τ’ ό,τι είναι θλιμμένο στον κόσμο
Τα θολά ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.

Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ’ ένα δισάκι
για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε,
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβοων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.

Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότην που είδαν μια βραδιά στ’ όνειρό τους,
να φανεί απ’ τα βάθη του απέραντου δρόμου.
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους

Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά – αν ποτέ θα ‘ρθουν πίσω
αγαπάω, και θάθελα μαζί τους να πάω
κι ούτε πια να γυρίσω

Αγαπάω τις κλαμένες ωραίες γυναίκες
που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα…
αγαπάω σε τούτον τον κόσμο – ό,τι κλαίει
γιατί μοιάζει μ’ εμένα.

Ακούστε το ποίημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

“Συμπληγάδες γενεθλίων” του Δημήτρη Καταλειφού (Απόσπασμα)

34

Τι θ’ απογίνει όταν τελειώσουν τα ποιήματα;
Όταν στερέψει η μνήμη
σαν βρύση που δεν βγάζει πια νερό;
Όταν πάψουν να του συμπαραστέκονται τα χρώματα
σε βόλτες πρωινές στην εξοχή;
Όταν θα κυκλοφορεί σε καροτσάκι αναπηρίας
σε πόλη που δεν φαίνεται να κατοικεί κάνεις;
Τι θ’ απογίνει αν ο καπνός από το τσιγάρο του
δεν θα χαράζει μονοπάτι
για να ανηφορίζει τις οροσειρές των λέξεων;
Όταν όλα τα φαντάσματα αποσυρθούν
σαν ηθοποιοί που είπαν τις ατάκες τους
και τον άφησαν μόνο στη σκηνή;
Όταν πια δεν θα υπάρχει φως
ή έστω σκιές για να κουρνιάσει
και κανένα καταφύγιο στίχων
για να τον δεχτεί;
Τι θα απογίνει;
Θα καταλήξει μάλλον σε καμία μάντρα ποιητών
με ανταλλακτικά στα αζήτητα.

Πηγή: “Συμπληγάδες Γενεθλίων” του Δημήτρη Καταλειφού, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

Ακούστε το ποίημα εδώ:

“Τα μάτια της Μαργαρίτας” του Νικηφόρου Βρεττάκου

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα.

Θάλασσες. Κόσμους. Πολιτείες. Ορίζοντες. Κανάλια.

Βρήκα τ’ αυτοκρατορικά όρη της γης κι απάνω τους

τις δύσες με τα κόκκινα σύννεφα. Τα μεγάλα

ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τους γελαστούς μου φίλους

που μου τους σκέπασεν η γης, η χλόη, το χιόνι, η νύχτα.

Τα λόγια που θα μου ’λεγαν βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα τους μελαγχολικούς γήλοφους της πατρίδας μας

να στέκονται μες στη σιωπή σα ν’ ακούσανε τη φωνή μου.

Έρχομαι! ως να τους φώναζα, «έρχομαι» να κουνάνε

τις ταπεινές τους κουμαριές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον πόλεμο τελειωμένο.

Πουλάκια και ήλιος στα κλαδιά! Το παιδικό μου σύμπαν

με τις χρυσές του ζωγραφιές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Όσους σταυρούς δεν έμπηξαν στη γης μετά τις μάχες,

χιλιάδες, σ’ έναν κόκκινο κάμπο από παπαρούνες,

μακριές σειρές, ανώνυμους σταυρούς, πάνω και κάτω,

τους σταυρούς όλων των εθνών, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τις νύχτες να κυλάνε

μεγάλους ποταμούς σιωπής, όπως στα έξι μου χρόνια.

Της θλίψης την αστροφεγγιά βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον κόσμο να με θυμάται

κι όλα όσα αντίκρυσα παιδί να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου.

Της δικαιοσύνης η σκηνή∙ την καλοσύνη που έγνεφε

να πλησιάσουν τα βουνά βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα την αιωνιότητα του ήλιου ανανεωμένη.

Τη χλόη να φέγγει των αρνιών τα πόδια. Την αυγή

να βάφει το άσπρο τους μαλλί. Στ’ άσπρα σαν την ειρήνη

ντυμένη τη μητέρα μου βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, όπως η «καληνύχτα»

κ’ η «καλημέρα», όπως το φως στα τζάμια την αυγή,

αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, τότε, σ’ αυτόν τον κόσμο,

θε να ’χαμε ένα απέραντο σπίτι. Θε να ’μαστε άγγελοι.

Το αιώνιο μου παράπονο βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αύριο, όταν φύγεις, άνοιξε τα μάτια σου να ιδεί,

να ξέρει ο ήλιος, ο Θεός να ιδεί, όσα με γνώρισαν

όλα να ιδούν στα μάτια σου. Σου αφήνω αυτό που είμαι

να ιδούν ότι έμεινα ο πιστός του ανθρώπου. Την ψυχή μου,

αυτόν τον λαβωμένο Ιησού αφήνω μέσα στα μάτια σου.

Ακούστε το ποίημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Πηγή: Palmografos.com – Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα μάτια της Μαργαρίτας» – Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου*

“Πρωτοχρονιά” του Κωστή Παλαμά

Αγάπες πρώιμες, όψιμες, αλαργινοί καιροί,
τώρα και χτες, πληγές χαρές, ω ριζικά του κόσμου,
κ’ εσείς που κάπου ζήσατε, και λιώνετε νεκροί,
κ’ εσείς με μάτια ολάνοιχτα που ζείτε ακόμα εμπρός μου,

πατρίδα μου, πατρίδες μου, θύμησες, τόποι, νιάτα,
κ’ εσείς ονείρατα άστρεχτα, κ’ η ελπίδα εσύ, και ο τρόμος
κ’ η ορμή, κ’ εσείς που απάντησα και σύντυχα στη στράτα,
ή καβαλάρης στης ζωής το διάβα ή πεζοδρόμος,

καρποί που μαραγκιάσατε κ’ εσείς βλαστοί δροσάτοι,
φαντάσματα και πλάσματα, χαρίστρα μου η ψυχή.
Της ρήγισσας Πρωτοχρονιάς μεστό είναι το παλάτι,
διάπλατα σας ανοίγεται, και πλούσιοι και φτωχοί.

Ρήγας κ’ εγώ, στο ερημικό νησί μου πάντα, ορίζω
το θησαυρό που δίνεται, και δε θε να στερέψει.
-Ξένοι, δικοί μου, φίλοι μου και οχτροί μου, σας χαρίζω
τη λυρική μου σκέψη!

Ακούστε το ποίημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Πού θα πας; της Ελένης Τζιώγα

Πού θα πας;

– Πού θα πας; Θα είσαι μόνος!

– Είμαι Εγώ κι Εγώ!

Δεν θέλω Ιθάκες και Πηνελόπες να με περιμένουν.

Μόνο καράβι ποντοπόρο στ’ άγνωστο.

– Πού θα πας; Θα είσαι μόνος!

– Έχω τη δική μου Χαλιμά, την Περιέργεια,

συντρόφισσα πιστή από τα βάθη του χρόνου,

από το πρώτο Είναι.

Νέκταρ και αμβροσία μου προσφέρει,

και τις μακρινές, ζεστές θάλασσες του Νότου

μου δείχνει.

– Πού θα πας; Η γνώση είναι δυστυχία!

– Μα έτσι όμως είναι οι ερωμένες!

Από την συλλογή της Ελένης Τζιώγα, Τ’ ανείπωτα, 2020, Εκδόσεις Ελκυστής

Ακούστε το εδώ:

“Αν ήμουν” του Αντώνη Σαμαράκη

Αν ήμουν ήλιος, σύννεφα δεν θα σκιάζαν τα ουράνια
ουδέ τη νύχτα θ’ άφηνα τα πέπλα της να ρίξει.
Στεφάνι θα σου φόραγα τις πιο λαμπρές αχτίδες,
όλος ο κόσμος για να ιδεί, καλή, την ομορφιά σου.
Τ’αγέρι αν ήμουν το τρελό, μες στις χρυσές πλεξούδες
χίλια φιλιά θα σου ‘δινα, έτσι για να σηκώσεις
τ’ αλαβαστρένιο μπράτσο σου και τα μαλλιά να σιάξεις.
Αν ήμουν κύμα του γιαλού, γλυκοχαϊδεύοντας σε,
θ’ αγκάλιαζα τα πόδια σου, χιονάτα περιστέρια,
κυρά μου, πόσο σ’ αγαπώ για να σου ψιθυρίσω.
Αν ήμουν η τσοπάνικη φλογέρα που γροικιέται,
να κλαίει το κάθε σούρουπο για του βοσκού τη θλίψη,
τραγούδια πιο χαρούμενα τα χείλη μου θα πλάθαν.
Αν ήμουν τ’ αηδονάκι σου που μες στον κήπο σου έχεις,
θα ‘ρχόμουν στο παράθυρο να σε γλυκοφιλήσω,
και θα ‘ταν το τραγούδι μου, τραγούδι της αγάπης.
Αγρίμι αν ήμουν του βουνού, θα ‘ρχόμουν μερωμένο,
να ξαπλωθώ στα πόδια σου, να ξαποστάσω λίγο,
να με δροσίσεις με νερό και να σε φχαριστήσω.
Αν ήμουνα τραγουδιστής, τη νύχτα της γιορτής σου,
κάτω απ’ το παραθύρι σου που το ‘χεις ασφαλισμένο
θα ‘λεγα στο τραγούδι μου τον πόνο που με λιώνει,
ν’ ανοίξεις το παράθυρο να σε σφιχταγκαλιάσω,
τα γονικά σου να μας δουν, παιδί τους να με κράζουν,
και να χαρούν οι φίλοι μας, να σκάσουν οι οχτροί μας,
η γειτονιά να μας θωρεί και να μας μακαρίζει,
τ’ αστέρια να μας βλέπουνε και πιο πολύ να λάμπουν,
και να μας βλέπει και ο Θεός και να μας ευλογάει.

Από την ποιητική συλλογή Ποιήματα του Αντώνη Σαμαράκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Ακούστε το ποίημα εδώ:

Χριστουγεννιάτικη ἱστορία του Μιχάλη Γκανᾶ

Κάθεται μόνος
καί καθαρίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στο τζάκι
Κανείς δέ θά’ ρθει καί τό ξέρει,
κλεῖσαν οἱ δρόμοι ἀπό το χιόνι, σάν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα καί πάλι
καί τά ποτά κρυώνουν στό ντουλάπι.
Τό τσίπουρο στυφό, τό οὖζο γάλα καί τό κρασί ραγίζει τά μπουκάλια.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
Δεν πίνει, δεν καπνίζει, δέ μιλάει.
Στήν τηλεόραση χιονίζει,
Τό στρώνει ἀργά στό πάτωμα καί στό τραπέζι
καί στίς παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια τῶν νεκρῶν,
πού τόν κοιτάζουν ἀπ’ τό μέλλον.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
Καί μόνο τό δικό της βλέμμα
ἔρχεται ἀπό τά περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
καί καθαρίζει τ’ ὅπλο του ἀπ’ το πρωί.
Πῶς νά τοῦ πῶ «Καλά Χριστούγεννα»,
Εὐχές δέ φθάνουν ὣς ἐδῶ,
Δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
ἡ σκέψη ἁρπάζεται ἀπ’ τό κλαδί τῆς μνήμης,
μά νά τρυπώσει δέν μπορεῖ στή μοναξιά του.
Μιά μοναξιά πού χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ ὅλα τά ὑλικά καί δίχως λόγια.

Κοντεύουν ξημερώματα κι ἀκόμη
Γυαλίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στο τζάκι
μέ ἀργές κινήσεις σά νά τό χαϊδεύει.
Μένει στά δάχτυλα τό λάδι
ἀλλά τό χάδι χάνεται.
Θυμᾶται κυνηγετικές σκηνές
μέ ἀγριογούρουνα καί χιόνια ματωμένα,
πρίν γίνει θήραμα κι ὁ ίδιος
στήν μπούκα ἑνός κρυμμένου κυνηγοῦ,
πού τόν παραμονεύει ἀθέατος
ἀφήνοντας νά τόν προδίδουν κάθε τόσο
πότε μιά λάμψη κάνης,
πότε μιά κίνηση στίς κουμαριές
κι ἡ μυρωδιά ἀπ’ τό βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ὅτι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια καί μπαρούτι μαῦρο.
Ὅταν ἀποφασίσει νά τοῦ ρίξει
δέ θά προλάβει πάλι νά τόν δεῖ
πίσω ἀπ’ τό σύννεφο τῆς ντουφεκιᾶς του.

Ἂν σκέφτεται στ’ ἀλήθεια κάτι τέτοια,
καί δέν τόν τιμωρῶ ἐγώ μ’ αυτές τίς σκέψεις,
πῶς νά πλαγιάσει καί νά κοιμηθεῖ.
Λέω νά γίνω πατέρας τοῦ πατέρα μου,
ἕνας πατέρας πού τοῦ ἒτυχε
σιωπηλό καί δύστροπο παιδί,
καί νά τοῦ πῶ μιά ἱστορία
γιά νά τόν πάρει ὁ ὓπνος.

Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά πάρε καί τόν πατέρα…
Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά
πάρε καί τόν πατέρα• ἀπ’ τίς μασχάλες πιάσ’ τονε
σά νά’ ταν λαβωμένος. Ὅπου πηγαίνεις τά παιδιά
ἐκεῖ περπάτησέ τον, μέ τό βαρύ ἀμπέχωνο
στίς πλάτες του ν’ ἀχνίζει.

Δῶσ’ του κι ἕνα καλό σκυλί
καί τούς παλιούς του φίλους, καί ρίξε χιόνι ὓστερα
ἄσπρο σάν κάθε χρόνο. Νά βγαίνει ἡ μάνα νά κοιτᾶ
ἀπό τό παραθύρι, τήν ἔγνοια της νά βλέπουμε
στά γαλανά της μάτια, κι ὅλοι νά τῆς τό κρύβουμε
πώς εἶναι πεθαμένη.

Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά
πάρε κι ἐμᾶς μαζί σου, μέ τούς ἀνήλικους γονεῖς,
παιδάκια τῶν παιδιῶν μας. Σέ στρωματσάδα ρίξε μας
μιά νύχτα τοῦ χειμώνα, πίσω ἀπ’ τά ματοτσίνορα
ν’ ακοῦμε τούς μεγάλους, νά βήχουν, να σωπαίνουνε,
νά βλαστημοῦν τό χιόνι. Κι ἐμεῖς νά τούς λυπόμαστε
πού γίνανε μεγάλοι καί νά βιαζόμαστε πολύ
νά μοιάσουμε σ’ εκείνους, νά δοῦν πώς μεγαλώσαμε
νά παρηγορηθοῦνε.

Από την συλλογή Γυάλινα Γιάννενα, Ποιήματα 1978-2012 εκδ. Μελάνι

Ακούστε το εδώ:

Η Παλινωδία του Κορακιού του Ρότζερ Ρόμπινσον

Η παλινωδία του κορακιού

Ίσως, άνθρωπε,

να ήμουν πολύ σκληρός

μαζί σου. Δεν ήξερα

πως τα μικρά σου

ξυπνάνε συχνά

μες στον ύπνο τους

κι εσύ όλη νύχτα

μένεις ξάγρυπνος

δίπλα στο παιδί σου.

Ένα από τα παιδιά μου

δεν είναι καλά. Δεν μεγαλώνει

όπως τ’ άλλα.

Κι εμένα, όπως κι εσένα, συχνά

με τρώει η ανησυχία.

Ξυπνάω και νιώθω έναν

πυκνό ιστό αράχνης

στο μυαλό μου.

Τα άλλα παιδιά μου αναρωτιούνται

τι πρόβλημα έχει ο πατέρας τους.

Κάνω ό,τι πρέπει να κάνω

γιατί μ’ έχουν ανάγκη,

αλλά γίνεται όλο και πιο δύσκολο.

Συγχώρησέ με, άνθρωπε,

βιάστηκα να σε κρίνω.

Τώρα καταλαβαίνω

το φορτίο που κουβαλάς.

Roger Robinson, A Portable Paradise, 2019, Μετάφραση: Γιαννακόπουλος Χαράλαμπος