“Οι τηλεφωνήτριες” με γυναικεία δύναμη από την Ισπανία

Οι Τηλεφωνήτριες, ή αλλιώς las chicas del cable, σε παραγωγή Netflix.

Η σειρά μας ταξιδεύει στην Ισπανία, την δεκαετία του 1920-1930. Ενώ η χώρα έχει πληγεί από τη γρίπη, λίγα χρόνια πριν την έναρξη του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, οι τηλεφωνικές εταιρίες αρχίζουν να ανατέλλουν, και να δίνουν νόημα σε έναν όρο άγνωστο ακόμη, αυτόν της τηλεφωνικής επικοινωνίας, έτσι ήταν αναγκαία η εύρεση ατόμων, για να μας συνδέουν με την άλλη γραμμή. Συνεπώς εκεί θα συνδεθούμε και εμείς με τις πέντε νεαρές πρωταγωνίστριες μας.

Η Λίδια, μία κυνηγημένη «απατεώνισσα» προσπαθεί να αλλάξει επιτέλους την ζωή της, “η Μάργα μόλις έχει φτάσει στην πόλη, ούσα συνηθισμένη στην επαρχιακή ζωή, είναι τρομοκρατημένη μπροστά στο χάος της μεγαλούπολης και η Καρλότα, μια γυναίκα που δεν φοβάται να πολεμήσει για τα πιστεύω της, καταφθάνουν όλες για τον ίδιο σκοπό, να κερδίσουν μια θέση στο εργατικό δυναμικό, στο άκουσμα της αγγελίας για πρόσληψη ικανών γυναικών ως τηλεφωνητριών, στην εταιρία Θιφουέντες. Εκεί θα συναντήσουν και τις άλλες δυο, την Άνχελες που θα τις καθοδηγήσει στην νέα τους δουλειά ως η εμπειρότερη, και σε εκείνη θα αντικρίσουμε μια δυναμική αλλά παγιδευμένη ψυχή και την προϊστάμενη τους την Σάρα, ένα κορίτσι με χαμένη ταυτότητα.

Τα πράγματα, όμως, δεν θα είναι τόσο ομαλά, μια διεφθαρμένη οικογένεια ως κάτοχος της εταιρείας και γοητευτικοί εργοδότες θα περιπλέξουν ακόμα περισσότερο τις εξελίξεις, με τους τελευταίους να αποτελούν επίσης βασικά πρόσωπα κατά την διάρκεια της πλοκής. Ο Κάρλος και ο Φρανθίσκο, δυο στενοί φίλοι, θα δουν τις ζωές τους να αλλάζουν για πάντα, όταν η αινιγματική Λίδια θα διαβεί το κατώφλι της εταιρίας των γονιών του Κάρλος.

Η δύναμη της φιλίας έχει τον πρωταρχικό ρόλο, πέντε πολύ διαφορετικές μεταξύ τους γυναίκες θα έρθουν κοντά εξαιτίας ενός φόνου, και από τότε θα γίνουν αχώριστες.

Ωστόσο, κάθε κοπέλα κουβαλάει και τα δικά της βάσανα, χρέη, ενδοοικογενειακή βία, καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, πατριαρχική οικογένεια, πρόσωπα του παρελθόντος, και σαν να μην φτάνουν αυτά, όλα διαδραματίζονται σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, όπου οι γυναίκες είναι αποκλεισμένες από βασικά δικαιώματα, έτσι η εταιρία αυτή αποτελεί για την καθεμία μια ξεχωριστή ευκαιρία να αποδείξει την αξία της, να βρει τον εαυτό της και να συμβάλλει στον αγώνα των τότε γυναικών.

Κάτι τέτοιο δεν φαντάζει εύκολο καθώς βρίσκονται αντιμέτωπες με την εξουσία, τα πολιτικά και τα οικονομικά συμφέροντα, καθώς και την ανακάλυψη του τηλεφωνικού θαλάμου, που θα είναι ολέθριο για τις τηλεφωνήτριες…

THE GOOD PLACE: Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΩΜΩΔΙΑ ΠΟΥ ΑΝΑΤΡΕΠΕΙ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Το “The Good Place” είναι η απόδειξη ότι ο Μάικ Σουρ, ο άνθρωπος δηλαδή που έχει δημιουργήσει ή βοηθήσει στην παραγωγή τους σειρές όπως το «The Office», το «Parks and Recreation», το «Brooklyn Nine-Nine» και τώρα το «The Good Place», έχει τις πιο πρωτότυπες ιδέες στην αμερικανική τηλεόραση και δεν πρόκειται να μας απογοητεύσει ποτέ. Μάλιστα, η νεότερη κωμική σειρά του, που έκανε πρεμιέρα στο NBC το 2016, είναι ίσως μια από τις πιο έξυπνες και πετυχημένες κωμικές σειρές όλων των εποχών.

Μία πολύ ιδιαίτερη υπόθεση παρουσιάζεται από την πρώτη κιόλας στιγμή της σειράς. Η Κρίστεν Μπελ, σε μία ακόμα εξαιρετική ερμηνεία, ενσαρκώνει την Έλενορ Σέλστροπ, η οποία ξαφνικά πεθαίνει και πηγαίνει στον “Παράδεισο”. Η Έλενορ λοιπόν βρίσκεται στον “Παράδεισο” ή πιο σωστά στο Good Place (Καλό Μέρος), και απέναντί της έχει τον εκπληκτικό Τεντ Ντάνσον, δηλαδή τον αρχιτέκτονα Μάικλ, ο οποίος της εξηγεί πώς λειτουργεί το σύστημα της ζωής. Η Έλενορ κατάφερε να πάει στο Καλό Μέρος επειδή έζησε μια τέλεια ζωή βοηθώντας τους άλλους, και τώρα θα περάσει την αιωνιότητα σε μια τέλεια γειτονιά που μοιάζει να βγήκε από κάποιο τρελό όνειρο. Επίσης, εκεί η Ελενορ συναντά τον Τσίντι, έναν αναποφάσιστο καθηγητή ηθικής και φιλοσοφίας που είναι η αδελφή ψυχή της αφού κάθε άνθρωπος στο Καλό Μέρος έχει την τέλεια αδελφή ψυχή, και μαζί θα ζουν για πάντα, στο τέλειο σπίτι, στην τέλεια γειτονιά, την τέλεια ζωή. Την περίεργη σύσταση των πρωταγωνιστών συμπληρώνουν η Τζάνετ, η βοηθός του Μάικλ (ανώτερη μορφή AI) που ξέρει κάθε πληροφορία στο σύμπαν και είναι προγραμματισμένη να εκτελεί κάθε διαταγή  ο Τζιαν-Γιου, ένας βουδιστής μοναχός που έχει πάρει όρκο σιωπής και η Ταχάνι, μια πλούσια φιλάνθρωπος με τεράστιο κόμπλεξ απέναντι στην ακόμα πιο πλούσια, ακόμα πιο εντυπωσιακή, ακόμα πιο φιλάνθρωπο αδερφή της. Το πρόβλημα όμως είναι ότι για την Ελενορ η ζωή στο Καλό Μέρος αποτελεί μία κόλαση επειδή δεν είναι αυτή που όλοι νομίζουν αφού στη ζωή της στη Γη ήταν ένας απαίσιος άνθρωπος χωρίς ηθικούς φραγμούς και είχε φρικτή συμπεριφορά απέναντι σε κάθε άνθρωπο που συναντούσε.

Από την πρώτη στιγμή η σειρά παρουσιάζει ένα πολύ ενδιαφέρον ηθικό δίλημμα σε μορφή κωμωδίας καταστάσεων. Η Ελενορ βλέπει τα πάντα να γκρεμίζονται γύρω της, τον τέλειο κόσμο να βραχυκυκλώνει εξαιτίας της, όσο η ίδια σκέφτεται τι μπορεί να κάνει, ποιες είναι οι επιλογές της. Τα απρόοπτα μπορεί να περιλαμβάνουν από ένα σκηνικό κωμικής καταστροφής, με ένα σμήνος από σφήκες να κατακλύζουν το Καλό Μέρος σπέρνοντας τον πανικό, μέχρι την επίσκεψη των ανθρώπων του Κακού Μέρους που προσπαθούν να βγάλουν άκρη με το γραφειοκρατικό λάθος. Κατά την διάρκεια αυτών των επεισοδίων, το ηθικό αδιέξοδο της Ελενορ εντείνεται. Αν ομολογήσει την αλήθεια για το λάθος που την έφερε στον Παράδεισο, θα έχει διαπράξει μια Καλή Πράξη, μεγαλύτερη από όσο μπορεί να καταφέρει οποιαδήποτε ψυχή στη μετά θάνατον ζωή (επειδή όλες οι άλλες ζουν σε ένα θεωρητικά τέλειο περιβάλλον δίχως δοκιμασίες και περιθώρια λάθους) όμως σαν συνέπεια, θα είναι αναγκασμένη να ζει για πάντα σε μια κόλαση. Είναι μια τρομερά ενδιαφέρουσα θεωρητική προσέγγιση, την οποία η σειρά παίρνει απολύτως σοβαρά κι όχι μόνο ως περιτύλιγμα. Μέσα από αυτή τη διαδικασία και με την βοήθεια των φιλοσοφικών μαθημάτων του Τσίντι, η Έλενορ αλλάζει σταδιακά, γίνεται άλλος άνθρωπος, αναλογιζόμενη την ύπαρξή της ως ηθικό και κοινωνικό ον, αντιλαμβάνεται τις επιπτώσεις των πράξεων της και πως επηρεάζει την ζωή των άλλων και αποφασίζει να βελτιωθεί και να κάνει καλές πράξεις.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αρχική ιδέα του Σουρ ήταν να συμπεριλάβει στοιχεία από διάφορες θρησκείες αφού πραγματοποίησε μια σχετική έρευνα, αλλά τελικά αποφάσισε να αφήσει στην άκρη αυτό το σχέδιο και να προτάξει απλά την έννοια της πίστης απαλλαγμένη από συγκεκριμένα θρησκευτικά ιδεώδη. Και πραγματικά κανείς δεν πρόκειται να νιώσει προσβεβλημένος από τη σειρά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διατηρεί μια βαρετή ουδετερότητα. Η έμφαση δίνεται στην πνευματικότητα και διαπερνά τις όποιες θρησκευτικές διαφορές. Όλους μας απασχολεί ο θάνατος και έχουμε αναρωτηθεί αν υπάρχει κάτι μετά, και το «The Good Place» αφουγκράζεται αυτούς τους στοχασμούς, αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα σε ρίξει στη φιλοσοφική εσωστρέφεια, αν και παρουσιάζει πολλαπλά φιλοσοφικά ερωτήματα που σε βάζουν σε σκέψεις.

Η σειρά έχει τρεις κύκλους, οι οποίοι βρίσκονται και στο Netflix, και αποτελεί ίσως ένα από τα καλύτερα μαθήματα ηθικής, μιας και μέσα από τη φαντασία και το χιούμορ αλλά και τις απίστευτες ανατροπές και plot twists που σε αφήνουν σε αγωνία σε κάθε επεισόδιο παρουσιάζει το αιώνιο θέμα των καλών και κακών επιλογών, καθώς και των ευθυνών, αλλά και των συνεπειών που φέρουν αυτές αντίστοιχα. Το “The Good Place” μπορεί να αποτελεί μία κωμωδία με μεταφυσικές υφάνσει αλλά ουσιαστικά μας δείχνει τι μας κάνει καλούς και κακούς, ποια είναι η σημασία της ηθικής και τι κάνει την ανθρώπινη ψυχή ανθρώπινη. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι μας αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει αν το θέλει πραγματικά. Μας δείχνει με τον πιο ευρηματικό και μοναδικό τρόπο πόσο δύσκολο αλλά και όμορφο είναι όταν ένας άνθρωπος προσπαθεί πραγματικά να αλλάξει και να γίνει καλύτερος.

Πηγές:

https://flix.gr/news/good-place-review.html

https://www.clickatlife.gr/cinema/story/85349

https://www.e-daily.gr/popculture/144708/the-good-place-i-sira-pou-prepi-opwsdipote-na-dis-sto-netflix-video

https://threepixelslab.gr/movies-series/series/62989/the-good-place-mia-apo-tis-kalyteres-komikes-seires/

Away: Η σημασία της οικογένειας αποτυπώνεται στην νέα σειρά επιστημονικής φαντασιας με την Χίλαρι Σουάνκ

“Πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει” έλεγε ο Αριστοτέλης, δηλαδή είναι στη φύση του ανθρώπου να εξερευνά το άγνωστο. Ειδικά, όταν αυτό το άγνωστο είναι το διάστημα, το οποίο θα αποτελεί πάντα, λόγω της απειρής έκτασής του, το μεγαλύτερο πεδίο εξερεύνησης. Σε αυτό το ένστικτο της εμφυτης ανάγκης για ανακάλυψη απευθύνεται η σειρά Αway του Netflix, που μας μεταφέρει σε ένα ταξίδι εξερεύνησης και προσπάθειας εποικισμού του πλανήτη Άρη.

Η πλοκή εξελίσσεται στο κοντινό μέλλον οταν ένα επανδρωμένο διαστημόπλοιο της NASA αποστέλλεται στον Άρη. Γι’ αυτήν την πολύ σημαντική αποστολή, έχει συγκεντρωθεί μια ομάδα ελίτ αστροναυτών-κοσμοναυτών από όλο τον κόσμο (Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσία, Κίνα, Ινδία και Μεγάλη Βρετανία). Αν όλα πάνε καλά, θα μείνουν μακριά από την πατρίδα και τους ανθρώπους που αγαπούν τρία χρόνια. Στο διάστημα αυτό, οι σχέσεις τους τόσο στη Γη όσο και στο διάστημα θα δοκιμαστούν, καθώς παλεύουν να παραμείνουν ζωντανοί και σε τροχιά, προσπαθώντας να κατακτήσουν τον πιο σημαντικό στόχο της ανθρωπότητας. 

Το “Away”, με την απροσδόκητα παλιομοδίτικη διάθεση του, δεν θέλει να ακολουθήσει τα βήματα του «Apollo 13» και του «Gravity». Η σειρά 10 επεισοδίων (50 λεπτά το επεισόδιο) δεν προσπαθεί να απεικονίσει με ακρίβεια τις τεχνικές δυσκολίες μίας επανδρωμένης αποστολής στον Άρη, ούτε μετατρέπει τους αστροναύτες σε ήρωες ενός μακρινού κόσμου. Κάθε μέλος της ομάδας σκιαγραφείται με βάση τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του, τη σχέση με τα αγαπημένα του πρόσωπα, εξού και η σειρά εστιάζει στη διατήρηση αυτού του ευαίσθητου δεσμού. Και μπορεί η επιτυχία της αποστολής να αποτιμάται με την άφιξη (ή όχι) στον κόκκινο πλανήτη, αλλά η σειρά καθιστά σαφές ότι η πραγματική αποτυχία θα ήταν να διαρραγούν οι δεσμοί της οικογένειας.

Κατα συνέπεια, ιδιαίτερο ενδιαφέρον υπάρχει στις ευάλωτες στιγμές των πρωταγωνιστών. Η Χίλαρι Σουάνκ ως η κύρια πρωταγωνίστρια, Emma Green, έχει τον περισσότερο τηλεοπτικό χρόνο και οι σχέσεις της με την οικογένεια της βρίσκονται στο προσκήνιο και φυσικά παραδίδει μία εκπληκτική ερμηνεία. Ταυτόχρονα όμως δίνεται χώρος και στους άλλους ηθοποιούς να αναδειχθούν, αφού κάθε επεισόδιο εστιάζει στην ιστορία κάθε μέλους του πληρώματος, με flashbacks. Με κομψό, αλλά διακριτικό τρόπο, φαίνεται η διαφορά του να μεγαλώνει κανείς στις ΗΠΑ, έναντι καθεστώτων όπως η Κίνα και η Ρωσία, με τους Ray Panthaki (Ram), Vivian Wu (Lu), Mark Ivanir (Μisha) και Ato Essandoh (Kwesi), να καταφέρνουν, ο καθένας ξεχωριστά, να σε κάνουν να τους συμπαθήσεις και να σταθούν επάξια δίπλα στην βραβευμένη με δύο Όσκαρ ηθοποιό, χωρίς να δίνουν στιγμή την αίσθηση πως οι ρόλοι τους είναι δευτερεύοντες και υποστηρικτικοί. Ιδιαίτερα η Κινέζα χημικός και αστροναύτης έχει μία πολύ δυνατή ιστορία που ακολουθείται με μία επίσης δυνατή ερμηνεία ενώ και ο κοσμοναύτης της πρώην Σοβιετικής Ένωσης Μίσα απασχολεί αρκετά την πλοκή με τις περίπλοκες οικογενειακές του σχέσεις και την “διαστημική του τύφλωση”. Από την άλλη ο Josh Charles, ο πιστός και υποστηρηκτικός σύζυγος της Έμα, επίσης αστροναύτης, που άφησε πίσω το δικό του όνειρο να ταξιδέψει στον Άρη εξαιτίας ενός σοβαρού θέματος υγείας, δίνει την διαφορετική οπτική του Χιουστον ως αρχιμηχανικός της NASA. Παρόλο που τα πράγματα ανατρέπονται από το πρώτο κιόλας επεισόδιο, εκείνος δείχνει αποφασισμένος να μη στερήσει το όνειρο στη σύζυγό του και κάνει τα αδύνατα-δυνατά να τη φέρει πίσω ζωντανή και να ενώσει και πάλι την οικογένεια του. Τέλος, η σκηνοθεσία είναι του Ματ Ριβς («The Batman») και το σενάριο του Άντριου Χιντερέικερ.

Γενικά, το Αway αποτελεί σειρά με βαθειά κοινωνικά και άνθρωπινα μηνύματα αλλά και με πολλές στιγμές αγωνίας και αρκετής δράσης, ίσως λίγο λιγότερη απόσο θα θέλαμε από μία περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας, αλλά και με μερικές στιγμές χαράς, συγκίνησης και ανακούφισης . Θέτει πολλαπλά ερωτήματα για την ζωή μας και την καθημερινότητα μας, με κυριότερη “τι είναι πιο σημαντικό, η οικογένεια ή το καθήκον;”. Εν τέλει, η σειρά δεν είναι πραγματικά για την εξερεύνηση του διαστήματος, αλλά για την ανθρώπινων σχέσεων και τη σημασία του να κυνηγάς τα όνειρά σου, όσο μικρά και μεγάλα και αν είναι, χωρίς ποτέ να χάνεις την ελπίδα σου, που στην προκειμένη αναδεικνύεται σε κινητήριο δύναμη. 

 “Τα έθνη είναι μια ιδέα και τα σύνορα δεν υπάρχουν το μόνο που μετράει είναι οι άνθρωποι που αγαπάς”

Πηγές:

www.cineramen.gr/kykloforise-i-seira-fantasias-away-toy-netflix-poy-tha-kathilosei/

https://www.huffingtonpost.gr/entry/away-e-nea-seira-toe-netflix-me-ten-chilari-soeank-den-moiazei-me-to-gravity-kai-to-apollo-13_gr_5f551486c5b6946f3eb3875a

https://mylife.com.cy/good-life/tainies-seires-biblia/giati-na-deis-ti-seira-away-toy-netflix-me-ti-hilary-swank

Away Netflix: Η κριτική του Δημήτριου Ζαπάντη

«Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος»: ακροβατώντας στο τεντωμένο σχοινί της ύπαρξης

«Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος. Από τη στιγμή που θα εμφανιστεί αυτή η σκέψη, παραμένει. Κολλάει. Αντέχει στον χρόνο. Κυριαρχεί. Ως προς αυτό, δεν μπορώ να κάνω και πολλά. Πιστέψτε με. Δεν φεύγει. Είναι εκεί, άσχετα αν μ’ αρέσει ή όχι. Είναι εκεί όταν τρώω. Όταν ξαπλώνω στο κρεβάτι. Είναι εκεί όταν κοιμάμαι. Εκεί κι όταν ξυπνάω. Είναι εκεί διαρκώς. Διαρκώς.»

To «Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος» είναι η καινούργια δημιουργία του Τσάρλι Κάουφμαν που ξεκίνησε να προβάλλεται πριν λίγο διάστημα και στο ελληνικό Netflix. Η ταινία βασίζεται στο ατμοσφαιρικό ψυχολογικό θρίλερ του Ίαν Ριντ. Με συνεχείς ανατροπές κι ένα τέλος που σου κόβει την ανάσα, ο Ριντ σε αυτό το έργο του διερευνά την έννοια της ταυτότητας, βουτά στην άβυσσο του ανθρώπινου ψυχισμού και θέτει ερωτήματα για την ελεύθερη βούληση, την αξία των σχέσεων, τον φόβο και τα όρια της μοναξιάς.

Η υπόθεση της ταινίας αφορά μια νεαρή γυναίκα, την Λούσι, που σκέφτεται να τερματίσει την σχέση της με τον φίλο της, τον Τζέικ, ωστόσο τον συνοδεύει για πρώτη φορά σε μια επίσκεψη στους γονείς του. Η ταινία χωρίζεται σε τρία μέρη ουσιαστικά, το road trip προς την φάρμα που μένουν οι γονείς του, την σύντομη διαμονή τους με το γεύμα με τους γονείς εκεί και την επιστροφή. Και τα δύο ταξίδια, με έντονη χιονόπτωση.

Αρχικά, η ταινία ακολουθεί την πρώτη εντύπωση που μας δίνει, ώσπου στην σκηνή στο σπίτι, ο Κάουφμαν αποφασίζει να μας βυθίσει σε ένα επαναλαμβανόμενο σκηνικό (βλέπουμε την ίδια σκηνή με μικρές αλλαγές κάθε φορά). Εκεί, πρωταγωνιστεί ο Τζέικ, ο οποίος φαίνεται να φροντίζει στοργικά τους γονείς του και παράλληλα να ασφυκτιά στην συνύπαρξή του μαζί τους και γενικότερα να δυσανασχετεί με την παρουσία του στο πατρικό του. Στην επιστροφή, η συζήτηση του ζευγαριού μπαίνει σε βαθύτερα νερά, με πολλές φιλοσοφικές αναφορές, εξερευνώντας την ηλικία, τον χρόνο, τις επιλογές, την φιλοδοξία, με τρόπο που οι περισσότεροι ίσως δεν έχουμε σκεφτεί. «Φαίνεται απελπιστικό. Σαν να νιώθεις γέρος, το σώμα σου φθίνει, η ακοή σου, η όραση σου, δεν μπορείς να δεις, είσαι αόρατος, πήρες πολλές λάθος στροφές. Το όλο ψέμα, ότι κάτι θα βελτιωθεί, ότι ποτέ δεν είναι αργά, ότι ο Θεός έχει ένα πλάνο για σένα, ότι η ηλικία είναι ένας αριθμός, ότι το πιο βαθύ σκοτάδι είναι πριν την αυγή, ότι ουδέν κακό αμιγές καλού». (Απόσπασμα από την ταινία)

Ακόμα και τα μέλη του καστ εξακολουθούν να μελετούν τα αινίγματα και τις βαθύτερες έννοιες της ταινίας, την οποία ο Kaufman σχεδίασε σκόπιμα για να ανταμείψει τις επαναλαμβανόμενες προβολές. «Ξέρω τι σήμαινε για μένα ενώ γυρνούσαμε τις σκηνές, αλλά ήταν διαφορετική εμπειρία να το παρακολουθώ», λέει ο Τζέσε Πλέμονς. «Με κλόνισε πραγματικά που το παρακολούθησα. Είναι ακόμα μυστηριώδες». «Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τόσες πολλές, ανθρώπινες εμπειρίες και συναισθήματα που μπορεί να είναι ό,τι θέλετε», λέει η Κολέτ. «Δεν χειραγωγεί το κοινό. Και ο Τσάρλι… του αρέσει έτσι. Είναι απλώς μια ιστορία πάνω σε μια ιστορία πάνω σε μια ιστορία, πολύ όμορφα περίπλοκη. Υπάρχει μια απλή αφήγηση για να προσκολληθούμε σε αυτή, και υπάρχει κι αυτό που αφορά πραγματικά αυτή η ταινία». Η ταινία διερευνά θέματα μηδενισμού, υπαρξισμού και ηδονισμού σε πολλές σκηνές. Οδηγώντας μας προς το τέλος της ταινίας, ο Κάουφμαν προσδίδει μια έντονη δόση λυρικότητας στις ως τότε φιλοσοφικές αναζητήσεις, με αναφορές στην λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Όσον αφορά το τέλος, η ταινία δείχνει δύο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους η ζωή θα μπορούσε να έχει κυλήσει για τον Τζέικ. Είναι δελεαστικό να έχεις κάποιον να τα φορτώσεις. Ειδικά αν είναι η μητέρα σου. Στην παράσταση της ζωής του Τζέικ, ο πατέρας του βρίσκεται μεν στην πρώτη θέση, αλλά η μητέρα του είναι πάνω στην σκηνή. Ίσως να δένει έτσι, την προσπάθεια απενοχοποίησης της μητέρας κάποια στιγμή στο αυτοκίνητο.

«Δεν συμμερίζομαι ότι η μητέρα είναι η αιτία όλων των ψυχολογικών προβλημάτων και αηδίες. Είναι μισογυνιστικές μπούρδες. Φροϋδικές μαλακίες. Είναι δελεαστικό να έχεις κάποιον να τα φορτώσεις, όμως. Που νιώθεις κάπως, που είσαι κάπως. Ένα άτομο, ένας ενήλικας, πρέπει σε κάποια φάση να αναλάβει την ευθύνη για το ποιος είναι. Οι μητέρες είναι άνθρωποι με τον δικό τους πόνο. Την δική τους ιστορία παραμέλησης και κακοποίησης. Όμως τον 20ο αιώνα τις κατηγόρησαν για κάθε γαμημένο παιδικό θέμα». (Απόσπασμα από την ταινία)

Ακόμη κι αν δεν κατάλαβες τι ήθελε να πει ο Κάουφμαν, σίγουρα αντιλήφθηκες το υποκριτικό μεγαλείο των δυο γυναικείων ρόλων της ταινίας του Netflix. Ο Τζέσι Πλέμονς μπορεί να μην είναι Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν. Και ερμηνευτικά είναι μάλλον άλλοι οι δρόμοι τους. Αλλά χρόνο με τον χρόνο, ερμηνεία την ερμηνεία, ξεχωρίζει όλο και πιο πολύ, αφήνει το αποτύπωμά του όλο και πιο βαθιά. Η φυσικότητα που βγάζει στον ρόλο του Τζέικ, ο ανεπιτήδευτος τρόπος με τον οποίο παίζει, αυτό το «μη παίξιμο» παίξιμό του, αυτή η τεράστια υποκριτική του δύναμη που εκδηλώνεται με τα ελάχιστα, με το σχεδόν τίποτα, είναι εντελώς συγκινητική. Πολύ μεγάλος ηθοποιός. Δίπλα του η Τζέσι Μπάκλεϊ είναι αποκάλυψη. Στις σκηνές που θυμίζουν θεατρική παράσταση (στο αυτοκίνητο μέσα στην χιονοθύελλα) η ερμηνεία της είναι δοσμένη χωρίς καμία ατέλεια. Ο Κάουφμαν τους σκηνοθετεί με μεγάλη τρυφερότητα και οι δυο τους συνθέτουν ένα ζευγάρι ηρώων, στο οποίο θα επανερχόμαστε ξανά και ξανά τα επόμενα χρόνια, όσο οδηγούν μέσα στο χιόνι, με τους υαλοκαθαριστήρες να πηγαίνουν πέρα δώθε, κάνοντας τον χαρακτηριστικό τους ήχο, συνοδεύοντας τα λόγια που ανταλλάσσουν μεταξύ τους και τα λόγια που παραμένουν στο μυαλό τους ως σκέψεις. Ακόμη, η Τόνι Κολέτ στο ρόλο της πιο εκκεντρικής, κάπως πειραγμένης μητέρας αξίζει Όσκαρ. Είναι ανατριχιαστική σε όλες τις εκδοχές της μητέρας. Είναι άλλωστε πάντοτε εξαιρετική σε πληθωρικούς ρόλους.

Όποια κι αν είναι η ταυτότητά σου, είτε είσαι ο Τζέικ, είτε η Λούσι, είτε θα δοθεί ένα τέλος στη σχέση σας, είτε όχι και θα ζήσετε μια ζωή μαζί σαν καρικατούρες σαν τους γονείς του Τζέικ, είτε θα ζήσετε μια ζωή ολομόναχοι σαν τον επιστάτη του σχολείου, όποιος κι αν είναι ο επιστάτης του σχολείου, η υπαρξιακή άβυσσος ή εν πάση περιπτώσει η ακροβασία πάνω στο τεντωμένο σχοινί της ύπαρξης είναι εκεί. Αλλά εκεί είναι και το νόημα των πραγμάτων. Και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο όσων λέει ο Κάουφμαν, περισσότερη σημασία ίσως κι από αυτά, έχει ο τρόπος που τα κινηματογραφεί, στην τρίτη σκηνοθετική του δουλειά. Ό,τι κι αν σκέφτεται και αν θέλει να πει ο Τσάρλι Κάουφμαν (διασκευάζοντας και κάνοντας τελείως δικό του υλικό άλλου, το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ίαν Ριντ που γράφτηκε πριν λίγα χρόνια), το δείχνει πάντως με έναν τρόπο εντελώς αγαπησιάρικο και τρυφερό. Δεν ξέρουμε αν αυτό είναι που θα ήθελε να ακούσει ο ίδιος ως έπαινο, πιθανότατα όχι. Όπως και να ‘χει όμως, στο «Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος» σκηνοθεσία, φωτογραφία, μουσική, μοντάζ, ντεκόρ, ηθοποιοί, εφέ, σενάριο, όλα μαζί συνθέτουν ένα τελικό αποτέλεσμα κατάφασης στη ζωή και όχι απόγνωσης· ομορφιάς και όχι απελπισίας.

ΠΗΓΕΣ: https://www.politeianet.gr/books/9789601687568-reid-iain-patakis-skeftomai-na-balo-ena-telos-311481, https://www.elculture.gr/blog/article/skeftome-na-valo-ena-telos-tou-tsarli-kaoufman-ypnotistika-yparxiako-road-trip-sto-chioni/, https://provocateur.gr/femme/19348/skeftomai-na-balw-ena-telos-bathia-ypoklish-sth-toni-kolet-kai-th-tzesi-mpakle , https://www.andro.gr/empneusi/%CE%99m-thinking-of-ending-things-review/

“Alias Grace”: ένα τρομακτικά επίκαιρο πορτραίτο της πατριαρχικής κοινωνίας

«Τορόντο, 1843. Η δεκαεξάχρονη καμαριέρα Γκρέις Μαρκς δικάζεται για την εν ψυχρώ δολοφονία του αφεντικού της Τόμας Κίνεαρ και της οικονόμου και ερωμένης του Νάνσι Μοντγκόμερι. Ο “συνένοχός” της, ο σταβλίτης Τζέιμς ΜακΝτέρμοτ, οδηγείται στην κρεμάλα κι εκείνη τιμωρείται με ισόβια. Δεκαέξι χρόνια μετά, ο δόκτωρ Σάιμον Τζόρνταν, πρωτοπόρος ψυχίατρος και αυθεντία σε θέματα αμνησίας, οδηγεί βήμα βήμα την Γκρέις σ’ ένα συγκλονιστικό ταξίδι στο παρελθόν: ο δρόμος της ξενιτιάς από την Ιρλανδία στον Καναδά, ο θάνατος της μητέρας της, η σημαδιακή φιλία της με την άτυχη υπηρέτρια Μαίρη Γουίτνι. Και πάνω απ’ όλα, η κρίσιμη ώρα του διπλού φονικού, θαμμένη στην πιο σκοτεινή γωνιά του μυαλού της. Είναι τελικά μια μοιραία γυναίκα, μια ψυχρή δολοφόνος, η προσωποποίηση του Κακού; Ή μήπως ένα αδύναμο και άβουλο θύμα στα χέρια του αχαλίνωτου Τζέιμς ΜακΝτέρμοτ;».

Μετά τo “The Handmaid’s Tale” (διαβάστε το αφιέρωμά μας στην αγαπημένη αυτή σειρά εδώ), τη σειρά που βασίστηκε στο μυθιστόρημα της Margaret Atwood που σάρωσε τα τηλεοπτικά βραβεία Emmy, σειρά έχει το “Alias Grace” (“Το Άλλο Πρόσωπο της Γκρέις”), επίσης της Atwood, το οποίο είναι διαθέσιμο και στο ελληνικό Netflix.

Η σειρά, η οποία είναι παραγωγής του καναλιού CBC (της Καναδικής δημόσιας τηλεόρασης δηλαδή) με συνέταιρο – χορηγό το Netflix που την “στριμάρει” για τον υπόλοιπο πλανήτη, αποτελεί έμπνευση και δημιουργία της σπουδαίας ηθοποιού/ συγγραφέως / σκηνοθέτριας Σάρα Πόλεϊ που έγραψε και το σενάριο, ενώ την σκηνοθεσία υπογράφει η Μαίρη Χάρον, γνωστή για το «I Shot Andy Warhol» και κυρίως για την κινηματογραφική μεταφορά του «American Psycho».

Το “Alias Grace” είναι μια παραγωγή μυστηρίου και γκόθικ τρόμου 6 επεισοδίων από το Netflix, που περιλαμβάνει σφραγίδες της Atwood, όπως η ανισότητα μεταξύ των φύλων και η εκμετάλλευση των κατώτερων τάξεων και των μεταναστών. Με μία όμως βασική διαφορά και μία βασικότερη ομοιότητα από το “The Handmaid’s Tale”.

Εάν το “The Handmaid’s Tale” απεικόνιζε ένα δυστοπικό μέλλον που έχει στερήσει ολοκληρωτικά τα ανθρώπινα δικαιώματα από τις γυναίκες, το “Alias Grace” ταξιδεύει σ’ ένα παρελθόν που τα δικαιώματα αυτά ανήκαν ακόμη στη σφαίρα της φαντασίας. Και οι δύο σειρές ωστόσο, η μία μεταδίδοντας από τη συχνότητα του πριν και η άλλη από του μετά, δεν θα μπορούσαν να έχουν συντονιστεί περισσότερο με το σήμερα.

Το πρώτο επεισόδιο ξεκινά με επίγραμμα το ποίημα υπ’ αριθμόν 69 της Έμιλι Ντίκινσον: «Δεν χρειάζεται να είναι κανείς Θάλαμος – για να είναι στοιχειωμένος / δεν χρειάζεται να είναι Σπίτι / το μυαλό έχει Διαδρόμους – που υπερβαίνουν τον Υλικό Χώρο …».

Είναι μια πρώτη προφανής ένδειξη της κατεύθυνσης του βιβλίου (και της σειράς κατ’ επέκταση) προς μια διαχρονική κριτική και καταγγελία της κατάχρησης εξουσίας (ακόμα και στη γλώσσα) των αντρών εις βάρος των γυναικών καθώς και της έμφυλης (αλλά και της ταξικής) βίας, με φόντο τη βικτωριανή εποχή σε σέπια, μουντές και δυσοίωνες αποχρώσεις.

Λίγες μέρες πριν η νέα σειρά κάνει πρεμιέρα στο Netflix, η Βουλή των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών περνούσε ένα νομοσχέδιο που περιόριζε τη δυνατότητα έκτρωση. Η ζωή της Grace Marks, κεντρικής ηρωίδας του σόου που ενσαρκώνεται εκπληκτικά από την ανερχόμενη Sarah Gadon, αντηχεί αυτήν την πολιτική εξέλιξη και όχι μόνο. Το ίδιο κάνει και η καταπιεσμένη δική της σιωπή και των υπολοίπων θυμωμένων γυναικών της ιστορίας, τις ίδιες μέρες που τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα σεξουαλικής βίας και παρενόχλησης στο Χόλιγουντ είναι τόσα που δεν προλαβαίνουν να φτάσουν στο πιεστήριο.

Η Grace βασίζεται σε μια αληθινή Ιρλανδή μετανάστρια που μετακόμισε ως έφηβη στον Καναδά τον 19ο αιώνα για να εργαστεί ως υπηρέτρια, και αργότερα κατηγορήθηκε μαζί με τον επιστάτη της φάρμας όπου εργαζόταν για τον διπλό φόνο του αφεντικού τους και της οικονόμου. Τα λίγα στοιχεία για τη Grace που επιβιώνουν ως σήμερα – κυρίως βάσει μαρτυριών από τη δίκη της – είναι διφορούμενα. Για κάποιους ήταν ψυχρή και ικανή για το έγκλημα που είχε τότε συγκλονίσει όλη τη χώρα, για άλλους πολύ κουτή για να το έχει διαπράξει.

«Η λέξη ‘φόνισσα’ μοιάζει θαμπή και καταπιεστική όπως τα νεκρά λουλούδια σ’ ένα βάζο, ενώ η λέξη ‘φονιάς’ ακούγεται στεγνά κτηνώδης, σαν τον ήχο σφυριού που χτυπά το μέταλλο. Θα προτιμούσα να είμαι ‘φόνισσα’ παρά ‘φονιάς’ αν αυτές ήταν οι μόνες επιλογές».

Το “Alias Grace” εκμεταλλεύεται όλες αυτές τις περιγραφές, για να συναρμολογήσει τελικά ένα αινιγματικό προφίλ μιας γυναίκας με κενά μνήμης που εξιστορεί τη ζωή της σε έναν ψυχίατρο, χωρίς όμως ποτέ να κερδίζει την εμπιστοσύνη ενός αξιόπιστου αφηγητή. Διέπραξε τους φόνους ή έπεσε θύμα εκμετάλλευσης;

Το κενό αλλά διαπεραστικό της βλέμμα αποκρύβει κάθε απόπειρα διείσδυσης στα τραύματα, τα κίνητρα και τις προθέσεις της, που μοιράζεται μόνο με μας αλλά σπανίως με όσους την αντιμετωπίζουν ως «αντικείμενο νοσηρής περιέργειας.

Και εάν διέπραξε τους φόνους, το έκανε συνειδητά, είχε κυριευθεί από το πνεύμα της νεκρής της φίλης, ή μήπως πάσχει από διαταραχή προσωπικότητας; Όλα αυτά τα σενάρια παίζουν με ίσες πιθανότητες, αλλά είναι ο έλεγχος της αφήγησής τους από τη Γκρέις που κάνει την εντυπωσιακή μεθοδικότητα της σειράς να συναρπάζει.

Ο κακοποιητικός πατέρας, ο ανειλικρινής εραστής, ο ευγενικός σύζυγος που αντιμετωπίζει τα ψυχολογικά τραύματα σχεδόν ηδονοβλεπτικά, όλοι τους θέλουν να σκαλίσουν τα σωθικά της Grace και των γυναικών που την περιβάλλουν, για να εκθέσουν όλα όσα εκείνες πασχίζουν να κρατήσουν δικά τους σε έναν κόσμο που τις τιμωρεί καθημερινά για το φύλο τους. Όταν το θύμα όμως μάθει να ελίσσεται μέσα στην επιβεβλημένη σιωπή, βρίσκεται τελικά οπλισμένο. Και όταν το όπλο στρέφεται και εναντίον του θεατή, τότε το “Alias Grace” απογειώνεται.

ΠΗΓΕΣ: https://www.lifo.gr/articles/tv-series/167364 , https://www.oneman.gr/entertainment/alias-grace-netflix-series-review/ , https://www.yourate.gr/series/item/5816-alias-grace.html

«Cobra Kai»: ένας άξιος συνεχιστής των θρυλικών ταινιών «Karate Kid»

Το «Karate Kid» δεν ήταν απλά μια οποιαδήποτε ταινία. Για την ακρίβεια δεν ήταν καν μία ταινία αλλά περισσότερες, μόνο που στην πραγματικότητα, όταν μιλάμε για το «Karate Kid», μιλάμε κυρίως για το πρώτο. Για τον νεαρό Daniel Larusso και τον κύριο Miyaki. Για τον «κακό» Johnny και τον ακόμα πιο κακό δάσκαλό του. Για τα μπονζάι και την «Κλωτσιά του Γερανού». Για το γλυκανάλατο λοβ στόρι, την «καθωσπρεπίλα», τη νίκη του καλού απέναντι στο κακό, για το μπούλινγκ (παρότι δεν υπήρχε καν η έννοια αυτή τότε) και το πώς πρέπει κάποιος να ορθώσει το ανάστημά του στους «νταήδες».

Το «Karate Kid» ήταν βαθιά μέσα στα 80s, στην εποχή της αθωότητας, της πολυχρωμίας, των ωραίων τραγουδιών, των κιτς ντυσιμάτων. Γι’ αυτό και πολλές φορές διάφοροι παραγωγοί έχουν προσπαθήσει να αναβιώσουν με κάποιον τρόπο εκείνη την εποχή, με σειρές και ταινίες που γυρίστηκαν πολλά χρόνια, σε μια προσπάθεια επιστροφής στην «ασφάλεια» εκείνων των χρόνων, κάτι που συχνά οδήγησε σε όχι και τόσο επιτυχημένες απόπειρες.

Αυτό έρχεται να αλλάξει το «Cobra Kai». Το «Cobra Kai» ξεκίνησε να προβάλλεται το 2018 μέσω της πλατφόρμας ροής του Youtube, ενώ πρόσφατα προστέθηκε στην λίστα σειρών και του ελληνικού Netflix. Δεν πρόκειται απλά για μια αναβίωση του «Karate Kid», ούτε μια καινούργια προσέγγιση με νέους πρωταγωνιστές. Είναι οι ήρωες του πρώτου Karate Kid, 35 χρόνια μετά, με εκείνους τους ίδιους πρωταγωνιστές που έπαιξαν στην ταινία και αρκετούς καινούργιους. Είναι η συνέχεια της ιστορίας και της ζωής τους 35 χρόνια μετά, με προσωπικές ιστορίες, δράματα, αποτυχίες και επιτυχίες, διαλυμένες ζωές και φαινομενικά επιτυχημένες οικογένειες, που όμως έχουν θέματα να διαχειριστούν, τα οποία δεν ήξεραν καν ότι υπήρχαν.

Η ιστορία ξεκινάει με Flashback του τελευταίου αγώνα του All Valley Tournament της πρώτης ταινίας και την νίκη του Daniel απέναντι στον Johnny.

Ο Daniel Larusso είναι ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας και ευτυχισμένος οικογενειάρχης. Είναι όμως; Ως προς το πρώτο, βεβαίως: έχει αντιπροσωπεία ακριβών αυτοκινήτων, συνδρομή σε λέσχη «μόνο για μέλη», ωραίο σπίτι κι άλλα πολλά. Ως προς το δεύτερο όμως, πίσω από τη βιτρίνα της ευτυχίας αποκαλύπτονται κενά που δεν τα γέμισε ποτέ και προβλήματα που τα χρήματα δεν κατάφεραν ποτέ να λύσουν. Απέναντί του, ο παλιός του αντίπαλος, ο Johnny Lawrence, γεμάτος δαίμονες που τον κυνηγούν, μια διαλυμένη οικογένεια, ένα παιδί που ουσιαστικά δεν το γνώρισε ποτέ και τύψεις για όλα αυτά που έκανε και δεν έκανε στη ζωή του, από εκείνη τη μέρα που έχασε τον αγώνα από τον Daniel-son.

Ο Miguel Diaz (Xolo Maridueña) θα δώσει νέο νόημα στην ζωή του και θα γίνει ο πρώτος του μαθητής στη σχολή που θα ανοίξει και που θα ονομάζεται “Cobra Kai”.  Έτσι ο Johnny από αποτυχημένος μεσήλικας, θα εξελιχθεί σε έναν δάσκαλο με διαφορετικό τρόπο σκέψης από του μέντορά του John Kreese (Martin Kove) και οι nerds μαθητές του σχολείου, θα μάθουν πως  να αντιστέκονται σε όσους τους εκφοβίζουν.

Η σειρά επικεντρώνεται περισσότερο στη ζωή του Johnny Lawrence. Ο ίδιος κάνει ένα δυναμικό come back, συνειδητοποιεί τα λάθη που έκανε νεότερος, και προσπαθεί να τα διορθώσει. Είναι ο χαρακτήρας που έχει την μεγαλύτερη εξέλιξη όχι μόνο από την πρώτη σεζόν, αλλά και από την πρώτη ταινία Karate Kid.

Το σύνθημα Strike First, Strike Hard, No Mercy παίρνει χάρη στον Τζόνι την όμορφη εκδοχή του. Όχι την άσχημη, της πονηριάς που επέβαλλε ο σενσέι Κριζ. Με τον αντίστοιχο Λαρούσο να βρίσκεται αυτή τη φορά στην δική του διδασκαλία. Και το αντίστοιχο βάψιμο τοίχου να είναι το καθάρισμα στρωμάτων και το ξεβούλωμα τουαλέτας.

Δίπλα τους, νέοι μαθητές και προστατευόμενοι, παιδιά και άνθρωποι που αντιμετωπίζουν σαν παιδιά τους, κόντρες, παρεξηγήσεις, δυο αντίπαλες σχολές καράτε, εφηβικοί έρωτες, μυστικά και ψέματα. Ο πολύ κακός δάσκαλος του «Karate Kid» εμφανίζεται όταν πρέπει, οι σκηνές δράσης είναι χορογραφίες υψηλού επιπέδου, οι ρετρό πινελιές (με πλάνα από το παρελθόν, μουσικές, αυτοκίνητα, μπλουζάκια κ.ά) είναι συγκινητικές. Και όλα, με κάποιον τρόπο, «στοιχειώνονται» από την τεράστια απουσία του συγχωρεμένου Pat Morita, του κυρίου Miyagi, στον οποίον η σειρά αποτίει με απέραντο σεβασμό φόρο τιμής.

Είναι ένα πραγματικό αριστούργημα το «Cobra Kai», που δεν περίμενες ότι θα δεις. Ίσως να περίμενες μια σειρά που θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί το ένδοξο παρελθόν. Και καταλήγεις να δεις ένα έπος, επεισόδια γύρω στο μισάωρο που δεν μπορείς να σταματήσεις να βλέπεις, χαρακτήρες που επιτέλους ξεδιπλώνονται διότι στην ταινία τότε δεν «πρόλαβαν», μια διαρκή μάχη ανάμεσα στο «καλό» και το «κακό», μόνο που δεν ξέρεις τελικά ποιος είναι ο «καλός» και ποιος ο «κακός» – και δεν μιλάμε μόνο για τους δυο κεντρικούς ήρωες.

Είναι μια σειρά γεμάτη από όλες εκείνες τις αναμνήσεις που μας σημάδεψαν εμάς τους μεγαλύτερους, αλλά και με «πατήματα» για τους νεότερους, ώστε να γνωρίσουν και να αγαπήσουν την μαγική εποχή των 80s και την κληρονομιά του Karate Kid. Το «Cobra Kai» σου ξυπνάει όμορφα συναισθήματα από εκείνη την εποχή, ενώ ταυτόχρονα σου δίνει την κατάλληλη δόση νοσταλγίας. Σπεύστε να το απολαύσετε!

ΠΗΓΕΣ: https://luben.tv/nerdcult/series/152658 , https://www.ratpack.gr/buzz/features/story/19232/cobra-kai-kati-perissotero-apo-mia-seira , https://lordoftheseries.gr/cobra-kai-review/ , https://menshouse.gr/sires-tenies/83032/cobra-kai-i-istoria-tou-karate-kid-opos-tha-eprepe-na-ipothi-ex-archis

Da 5 Bloods: Η κριτική του Σπάικ Λι για την Αμερική του σήμερα

War is about money. Money is about war.

Το «Da 5 Bloods» είναι μία ταινία 155 λεπτών με πολλά επίπεδα: κάθε τόσο μεταμορφώνεται και αλλάζει ύφος, ακόμη και είδος. Την μία στιγμή είναι μία ταινία για το Βιετνάμ, την άλλη για το «κυνήγι ενός θησαυρού», ή μια κωμωδία για μερικούς γκρινιάρηδες ηλικιωμένους άντρες και συνάμα μια περιπέτεια στη ζούγκλα. Στο κέντρο της όμως βρίσκεται μια -με κάθε δικαίωμα- αληθινά οργισμένη ιστορία, για το τραύμα του να είσαι μαύρος στην αμερική του τότε και του τώρα.

Η σχετικά νέα ταινία του Netflix ακολουθεί τέσσερις Αφροαμερικανούς βετεράνους του Βιετνάμ που επιστρέφουν στα ίδια μέρη που πολέμησαν για να εκπληρώσουν ένα στόχο ζωής. Να εντοπίσουν τη σορό του πέμπτου «αδερφού» τους (blood) Νόρμαν, του αρχηγού της διμοιρίας τους που χάθηκε στη μάχη, αλλά και το θησαυρό που οι ίδιοι έθαψαν μαζί του. Με την αφήγηση να μοιράζεται σε δύο χρονικές περιόδους, το παρελθόν παρουσιάζεται μέσω φλασμπάκ, όσο παρακολουθούμε τη ζωή των ηρώων στο σήμερα και το πώς βίωσαν την απώλεια του Νόρμαν, ο οποίος υπήρξε και μέντορας πέρα από αδελφός για την τετράδα. Τους έμαθε πώς να επιβιώνουν στη μάχη όσο και σε έναν άδικο κόσμο που ελέγχουν εδώ και αιώνες οι λευκοί.

Won’t let nobody use our rage against us. We control our rage.

Εντυπωσιακά εύστοχα, ο Σπάικ Λι κινείται ανάμεσα σε παρόν και παρελθόν, χωρίς να αλλάζει ή να φρεσκάρει ηλικιακά τους εξηντάρηδες πρωταγωνιστές του. Τα πρόσωπα του Πολ (Ντελρόι Λίντο), του Ότις (Κλαρκ Πίτερς), του Έντι (Νορμ Λούις) και του Μέλβιν (Αϊζάια Γουίτλοκ Τζούνιορ) παραμένουν τα ίδια είτε τους βλέπουμε να γιορτάζουν την επανένωσή τους πίνοντας κοκτέιλ λίγο πριν από τη μεγάλη εξόρμησή τους στη σημερινή ζούγκλα είτε στο πεδίο της μάχης, πλάι στον Νόρμαν (Τσάντγουικ Μπόουζμαν), να πληροφορούνται μέσω ραδιοφώνου το θάνατο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Με αυτή του την επιλογή, ο Σπάικ Λι υπογραμμίζει το κεντρικό νόημα της ταινίας. Οι πρωταγωνιστές δεν αλλάζουν, γιατί δεν αλλάζουν και οι συνθήκες. Γυρνώντας από το Βιετνάμ, οι μαύροι στρατιώτες έπρεπε να παλέψουν για τα δικαιώματα που τους στερούσε η πατρίδα που οι ίδιοι υπερασπίστηκαν, κάτι που δυστυχώς συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, σε έναν πόλεμο που ο εχθρός είναι πιο κοντά από ποτέ.

Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια τρίτη αφηγηματική γραμμή στην ταινία του Λι, αυτή της συστημικής αδικίας, του ρατσισμού, της υποτίμησης της ζωής των μαύρων, στην διαδρομή της αμερικάνικης Ιστορίας από την γέννηση της χώρας μέχρι και σήμερα. Και φεύγοντας από κάθε σενάριο και πλασματική ιστορία, βροντοφωνάζει πως το να είσαι μαύρος παραμένει το ίδιο δύσκολο στην εμπόλεμη Αμερική του τότε και στην (ελεύθερη;) Αμερική του σήμερα, προσπαθώντας να ακουστεί σε μια πραγματικότητα που πνίγει από φωνές μέχρι… ανθρώπους.

Every time I walk out my front door I see cops patrolling my neighborhood like it’s some police state. I can feel just how much I ain’t worth.

Η ταινία που παραδίδει ο Σπάικ Λι έχει ξεκάθαρα την υπογραφή του και την ενέργεια που φέρνει πάντα στο σινεμά του. Χωρίς να ξεφεύγει εντελώς από τη γνώριμη διδακτική ρητορική του, δίνει όμως έναν ντοκιμαντερίστικο τόνο στην ταινία του, ενισχύοντάς τη με πλάνα και φωτογραφίες από αληθινούς ήρωες και γεγονότα που σημάδεψαν την παγκόσμια ιστορία. Μπορεί να μην είναι η καλύτερη ταινία της φιλμογραφίας του, αλλά είναι κάτι παραπάνω από καίρια. Είναι μια αναγκαία υπενθύμιση όλων όσων δημιούργησαν και διατήρησαν τις συνθήκες που έκαναν το Black Lives Matter το πιο απαραίτητο κίνημα στην αμερική του σήμερα και μια επανατοποθέτηση στο βιβλίο της αμερικάνικης ιστορίας μερικών σελίδων που πήραν μόνο τη θέση μιας υποσημείωσης. Έτσι, ταινίες όπως το Da 5 Bloods δεν είναι απλά χρήσιμες και διδακτικές αλλά απαραίτητες. Γιατί ακόμα και αν δεν είναι τελείως άρτιες ρίχνουν φως στην πραγματική ιστορία – μία ιστορία που δεν τη γράφουν μονάχα οι νικητές και οι ισχυροί αυτού του κόσμου.

So long, Blood. Rest in power.

RIP Chadwick Boseman

Πηγές:

https://www.athinorama.gr/tv/article/da_5_bloods_o_spaik_li_ksanapairnei_to_oplo_tou-2541718.html

https://flix.gr/cinema/da-5-bloods-review.html

https://esquire.com.gr/culture/tainies/10124/da-5-bloods-mia-anepikaira-epikairi-tainia

Collection Of Powerful Da 5 Bloods Quotes

https://www.moveitmag.gr/home-cinema-ektos-dianomis/da-5-bloods/62790

“Meet Joe Black”: μία μελέτη για την ζωή και τον θάνατο

Εάν δυσκολεύεστε να αποφασίσετε ποια ταινία να παρακολουθήσετε και παράλληλα αναζητάτε κάτι κλασικό που σίγουρα θα σας αφήσει με τις καλύτερες εντυπώσεις, σας έχουμε την κατάλληλη πρόταση για εσάς που δεν είναι άλλη από την ταινία “Συνάντησε τον Τζο Μπλακ” (“Meet Joe Black”) του 1998, διαθέσιμη και στο ελληνικό Netflix.

Ο Bill Parrish (Anthony Hopkins) τα έχει όλα: επιτυχία, χρήματα, εξουσία και μια οικογένεια που τον αγαπά. Είναι ένας μεγαλοεπιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στις τηλεπικοινωνίες και βρίσκεται στα πρόθυρα μίας μεγάλης επαγγελματικής συμφωνίας. Παράλληλα η πρωτότοκή του, η Allison (Marcia Gay Harden) ετοιμάζει με πυρετώδεις ρυθμούς ένα λαμπερό πάρτι για τα 65α γενέθλια του πατέρα της. Η γαλήνη του Bill θα διαταραχθεί όταν ένας γοητευτικός νεαρός (Brad Pitt) θα εμφανιστεί μπροστά του κι ο οποίος του συστήνεται ως ο Θάνατος. Αφότου τελικά ο Bill πείθεται για την “ταυτότητα” του νεαρού, ο Θάνατος κάνει μαζί του τη συμφωνία πως, εάν ο Bill εκτελέσει χρέη “καθοδηγητή” στην ζωή στην Γη και την ανθρώπινη πραγματικότητα, τότε θα του χαρίσει λίγο ακόμα χρόνο ζωής. Έτσι τον συστήνει στην οικογένεια ως Joe Black. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν η μικρότερη κόρη του Bill, η Susan (Claire Forlani) αναγνωρίζει στον Joe/Θάνατο τον άντρα που την είχε γοητεύσει σε ένα καφέ και που δεν έμαθε ποτέ το όνομά του. Και φυσικά ο έρωτας είναι απρόβλεπτος, ακόμη κι όταν πρόκειται για μία ισχυρή οντότητα όπως ο Θάνατος!

Η ταινία Συνάντησε τον Τζο Μπλακ εμπνέεται από το ιταλικό θεατρικό έργο “La Morte In Vacanza” του Alberto Casella (1924). H διασκευή του σεναρίου φέρει την υπογραφή των Ron Osborn, Jeff Reno ( και οι δύο υπέγραφαν σενάρια για το tv show “Moonlighting”, 1985), Kevin Wade (“Working Girl, 1988) και Bo Goldman (“Άρωμα Γυναίκας”, 1992). Η σκηνοθεσία είναι του Martin Brest, ο οποίος συνεργάζεται και πάλι με τον Goldman μετά το “Άρωμα Γυναίκας”. Γλαφυρή ατμόσφαιρα που αναδεικνύεται από την εξαιρετική φωτογραφία του Εμανουέλ Λουμπέζκι, αλλά και τις πρωταγωνιστικές ερμηνείες καθώς στο πλάι του Μπραντ Πιτ στέκεται ο απαράμιλλος Άντονι Χόπκινς.

Δυστυχώς, όταν κυκλοφόρησε το 1998, η ταινία δεν απέσπασε και τις καλύτερες κριτικές, αποτελώντας έτσι, κατά την γνώμη μας, μία από τις περιπτώσεις αυτές, όπου οι κριτικοί αδυνατούν να αναγνωρίσουν το βάθος και τις διαστάσεις μιας ταινίας.

Ο σκηνοθέτης καταφέρνει και εξισορροπεί τρία είδη ταινιών σε μία μόλις παραγωγή – η φαντασία συναντά το δράμα και το συναίσθημα. Το τρίωρο μπορεί αρχικά να ακούγεται βάρβαρο, αλλά όσο προχωρά η ιστορία, τόσο πιο πολύ παρασέρνει το θεατή. Κι επιπλέον, αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν θα ήταν δυνατόν να παραλειφθούν σκηνές, καθώς η απουσία τους θα μείωνε κατά πολύ την ουσία της ιστορίας. Όσο για τις ερμηνείες, όλες τους ξεχωρίζουν. Ο απαράμιλλος Anthony Hopkins κάθε άλλο παρά τον υπερφίαλο πλούσιο υποδύεται. Αντίθετα, παρουσιάζει πτυχές του χαρακτήρα του που φανερώνουν ότι πρόκειται για έναν καλό άνθρωπο και του προσδίδουν μία τρυφερότητα και μία αγωνία για τις κόρες του. Για τον Brad Pitt η ταινία αυτή αποτελεί ίσως μία από τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του. Το κινηματογραφικό ζεύγος που δημιουργείται μεταξύ αυτού και της Claire Forlani βγάζει έναν ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα που “χτυπάει” τις περσόνες τους και (κυρίως) το θεατή.

Συνολικά, η ταινία αποτελεί έναν ύμνο, μία μελέτη για την ζωή και ιδίως τον θάνατο, που σας προτρέπουμε να απολαύσετε, καθώς σίγουρα δεν θα σας αφήσει ασυγκίνητους. Από τις ομορφότερες είναι μία από τις τελευταίες σκηνές της ταινίας, όπου ο Bill Parrish (Άντονι Χόπκινς) λέει στον Joe Black (Μπραντ Πιτ) “Δύσκολο να παρατήσεις την ζωή, ε;” με τον τελευταίο να απαντά “Ναι όντως, Μπιλ”. “Έτσι είναι η ζωή” αποκρίνεται γαλήνια ο Bill Parrish συμφιλιωμένος με το τέλος του.

ΠΗΓΕΣ: https://www.filmy.gr/movies-database/meet-joe-black/ , https://www.dvd-trailers.gr/tainia/synantise_ton_joe_black_1998/ , https://www.k-mag.gr/tag/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%84%CE%B6%CE%BF-%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BA/ , https://cityportal.gr/movie.php?film_id=10206 , https://ishow.gr/productionSynopsis.asp?guid=95006E64-07EB-49E9-A077-CF7BFBB46BE4

Stateless: η λεπτή γραμμή που χωρίζει την ελευθερία από την σκλαβιά

Το Stateless είναι η νέα αυστραλέζικη τηλεοπτική σειρά βασιζόμενη σε πραγματικά γεγονότα, την οποία παρακολουθήσαμε πρόσφατα και στο ελληνικό Netflix. Το Stateless είναι μια δυνατή και επίκαιρη σειρά για τέσσερις ξένους, των οποίων οι ζωές συγκρούονται σε ένα κέντρο κράτησης μεταναστών, που βρίσκεται στη μέση της αυστραλιανής ερήμου: μια αεροσυνοδός που τρέχει να γλυτώσει από μια επικίνδυνη αίρεση, ένας Αφγανός πρόσφυγας και η οικογένειά του που διώκονται, ένας νεαρός πατέρας που δραπετεύει από το αδιέξοδο και μια φιλόδοξη γραφειοκράτης που προσπαθεί να συγκαλύψει ένα εθνικό σκάνδαλο.

Το προσφυγικό δράμα δεν είναι μία μακρινή ανάμνηση από άλλες πιο σκληρές εποχές. Δυστυχώς, παίρνει σάρκα και οστά στα σύνορα όλου του κόσμου, καθώς η απελπισία σπρώχνει τους ανθρώπους να φύγουν μακριά από τον τόπο τους μόνο και μόνο για να βρεθούν φυλακισμένοι σε άλλες γωνιές του πλανήτη. Η Αυστραλία είναι μία χώρα που κτίστηκε πάνω σε πρόσφυγες και μετανάστες, οι τακτικές όμως απέναντι σε αυτό το πολύ λεπτό ζήτημα είναι πολύ συχνά απάνθρωπες,  όπως φαίνεται ξεκάθαρα και στο Stateless.

Το κεντρικό πρόσωπο αυτής της δραματικής σειράς είναι, δίχως αμφιβολία, η Sofie Werner – μία λευκή Αυστραλίδα που αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχικά προβλήματα. Η ιστορία του χαρακτήρα που υποδύεται εξαιρετικά η Yvonne Strahovski (πιο γνωστή από το επίσης εξαιρετικό Handmaid’s Tale – την κριτική μας γι’ αυτό μπορείς να την διαβάσεις εδώ) είναι βασισμένη στην πραγματική “οδύσσεια” που βίωσε η Cornelia Rau, ένα αληθινό πρόσωπο που η μοίρα της έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι. Ή μάλλον ένα άσχημο παιχνίδι που θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα για τον καθένα μας. Αρκεί να βρισκόμασταν χωρίς τα απαραίτητα χαρτιά στο έδαφος της Αυστραλίας.

Η απομακρυσμένη χώρα του Νότιου Ημισφαιρίου τηρεί αυστηρή έως απάνθρωπη στάση απέναντι σε όλους όσους βρεθούν να μη διαθέτουν τις κατάλληλες διαπιστεύσεις. Είτε είναι μετανάστες, είτε είναι πρόσφυγες, είτε -όπως στην περίπτωση της Cornerlia Rau- είναι άνθρωποι που βρέθηκαν στο λάθος μέρος της λάθος στιγμή. Ο μόνος δρόμος είναι τα κέντρα κράτησης που ελάχιστη διαφορά έχουν από φυλακές.

Η Rau εργαζόταν στα τέλη των 90s ως αεροσυνοδός στην Qantas, τη μεγαλύτερη αεροπορική εταιρεία της Αυστραλίας. H ευαίσθητη ψυχολογία της την οδήγησε να γίνει μέλος μίας αίρεσης με το όνομα KENJA. Σχετικά γρήγορα, εκείνο που ένιωσε ως κάλεσμα μεταμορφώθηκε σε εφιάλτη: Η ηγεσία της αίρεσης την ταπείνωνε, την εκμεταλλευόταν, έφτασε στο σημείο να της επιτεθεί σεξουαλικά και με λίγα λόγια διέλυε σιγά σιγά τις άμυνές της. Όταν, τελικά, η Rau προσπάθησε να ξεφύγει ήταν μάλλον αργά. Η διπολισμός και η σχιζοφρένεια είχαν κάνει ήδη την εμφάνισή τους.

Μετά από διάφορες νοσηλείες σε νοσοκομεία, η άτυχη κοπέλα βρέθηκε κάποια στιγμή το 2004 να περιπλανιέται χαμένη και αποπροσανατολισμένη στις ερημιές της Αυστραλίας. Εκεί, αντί να λυτρωθεί, βρέθηκε να ζει έναν δεύτερο Γολγοθά, καθώς όταν οι αρχές τη βρήκαν χωρίς χαρτιά, την έστειλαν κατευθείαν στα κέντρα κράτησης μεταναστών και προσφύγων. Το Stateless αφηγείται την ιστορία της – και μαζί με αυτήν την πιο παλιά ιστορία του κόσμου, για το πώς δηλαδή ακόμα και στον 21ο αιώνα μία λεπτή κόκκινη γραμμή χωρίζει την ελευθερία από τη σκλαβιά.

Την αυστραλέζικη τηλεοπτική σειρά 6 επεισοδίων συνοπογράφουν η Κέιτ Μπλάνσετ (ως παραγωγός και πρωταγωνίστρια), η Ελίζ ΜακΚρίντι και ο Τόνι Εϊρς. Η σειρά έκανε την πρεμιέρα της την 1η Μαρτίου στο ABC της Αυστραλίας και κατόπιν αγοράστηκε από το Netflix που αναλαμβάνει την παγκόσμια διανομή του σε όλο τον κόσμο. Όπως εξηγούν στην κοινή τους δήλωση, «Το “Stateless” αποτελεί τον καρπό της δουλειάς και της αγάπης μας πολλών ετών κι είμαστε ενθουσιασμένοι που θα το δει το παγκόσμιο κοινό στο Netflix. Τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται η σειρά αφορούν όλο τον πλανήτη αλλά σκεπάζονται με σιωπή και μπερδεύονται με το φόβο και την παραπληροφόρηση. Ελπίδα μας είναι το “Stateless” να πυροδοτήσει μια παγκόσμια συζήτηση σχετικά με τα σύνορα, τα κρατικά συστήματα και το πώς αυτά επηρεάζουν τον ανθρωπισμό μας.»

Στη σειρά συμπρωταγωνιστούν, μαζί με την Κέιτ Μπλάνσετ, οι Τζέι Κόρτνεϊ, Άσερ Κέντι, Φεϊσάλ Μπάζι, Ντόμινικ Γουέστ, η πρωτοεμφανιζόμενη Σοράγια Χεϊνταρί και, φυσικά, η γι’ άλλη μια φορά συγκλονιστική Ιβόν Στραχόφσκι που μας καθηλώνει όλο και περισσότερο με κάθε νέα της δουλειά και ερμηνεία.

ΠΗΓΕΣ: https://flix.gr/news/cate-blanchett-stateless-goes-to-netflix.html , https://esquire.com.gr/culture/tv/10561/to-stateless-tou-netflix-rixnei-fos-sta-apanthropa-kentra-kratisis-tis-australias , https://lordoftheseries.gr/stateless-h-nea-seira-tis-cate-blanchett-erchetai-sto-netflix/ , https://dromospoihshs.home.blog/2019/10/12/the-handmaids-tale-margaret-atwood/

«Hollywood»: η χρυσή εποχή του Χόλιγουντ γραμμένη από την αρχή

Τι θα γινόταν αν στο μεταπολεμικό Χόλιγουντ κάποια άτομα με ισχύ έπαιρναν πιο τολμηρές αποφάσεις; Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία ξεδιπλώνεται η ιστορία της σειράς – υπερπαραγωγή του Netflix, “Hollywood”.

Eπειδή τα 16 λεπτά της συμμετοχής της περιορίστηκαν σε μόλις 4, η Πεγκ Έντουιστλ, ένα από τα πολλά κορίτσια που δοκίμασαν την τύχη τους στο Χόλιγουντ, οδηγήθηκε στο σύμβολο της πόλης όπου εναπόθεσε τα όνειρά της και, αποκαρδιωμένη και συντετριμμένη, βούτηξε θανάσιμα από τη διαβόητη πινακίδα με τα καταραμένα 13 γράμματα (ειρωνικά, η εν λόγω ταινία είχε τον τίτλο 13 Γυναίκες), που έγραφαν Hollywoodland. Έκτοτε, η φωτεινή επιγραφή πέταξε το land και κράτησε φυσικά το Hollywood, η Βρετανίδα ηθοποιός έγινε μύθος προς αποφυγήν, αν και, παραδόξως, καμία σημαντική ταινία δεν ραψώδησε τον πόνο της, ώσπου ο Μέρφι βάσισε τη φαντασιακή παραβολή του πάνω στο «τι θα γινόταν αν», ένα high concept για φιλόδοξους και αποφασιστικούς χαρακτήρες ενός εναλλακτικού σεναρίου, πολύ κοντά στη μαχητική πραγματικότητα του σημερινού Χόλιγουντ.

Στο φινάλε του Κάποτε στο Χόλιγουντ ο Κουέντιν Ταραντίνο διατύπωσε έναν ευγενή, ευσεβή πόθο αλλάζοντας το πρόσημο σε ένα από τα πιο στυγερά εγκλήματα, που σήμανε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Αντίθετα, ο Ράιαν Μέρφι δεν αναθεωρεί απλώς, αλλά ξαναγράφει την ιστορία μιας βιομηχανίας που χτίστηκε στις διακρίσεις, πλούτισε από την υποκρισία, εκμεταλλεύτηκε τα νιάτα και χειρίστηκε το κοινό για δεκαετίες, ξεκινώντας από την αρχή. Τοποθετημένη αμέσως μετά τον πόλεμο, η σειρά των επτά επεισοδίων μπλέκει πραγματικά πρόσωπα με επινοημένους χαρακτήρες, σε έναν διαλεκτικό αναχρονισμό του πλαισίου με το περιεχόμενο.

Ο Τζακ Καστέλο είναι ένας όμορφος νεαρός επίδοξος ηθοποιός, βετεράνος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που πιάνει δουλειά στο βενζινάδικο του επιτήδειου Έρνι Γουέστ, ενός τύπου που παραπέμπει στον –σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα– διάσημο εραστή των διάσημων Σκότι Μπάουερς, και συνοδεύει κυρίες για να ζήσει την έγκυο σύζυγο, ώσπου να βρει δουλειά κομπάρσου. Εκεί γνωρίζει τον Άρτσι Κόλμαν, γκέι και μαύρο, σεναριογράφο του Πεγκ, δηλαδή της ιστορίας της Έντουιστλ. Ο Κόλμαν ερωτεύεται τον Ρόι Φιτζέραλντ, το χωριατόπαιδο που στα χέρια του στυγνού ομοφυλόφιλου ατζέντη Χένρι Γουίλσον ξαναβαφτίστηκε Ροκ Χάντσον.

 

Μετά από μια χιονοστιβάδα συγκυριών, ο Ρέιμοντ Έινσλι, σκηνοθέτης με καταγωγή από τις Φιλιππίνες, θα αναλάβει την ταινία για λογαριασμό του στούντιο Ace, αλλάζοντας τον τίτλο σε Μεγκ και με πρωταγωνίστρια όχι μια λευκή με αγγλική προφορά, αλλά τη μαύρη σύντροφό του, την Καμίλ Γουόσινγκτον. Ο ιδρυτής του στούντιο έχει πέσει σε κώμα και η παραμελημένη σύζυγός του, πρώην ηθοποιός του βωβού Έιβις Άμπεργκ (ενσαρκωμένη με μπρίο από τη βραβευμένη με δύο Τόνι, Πάτι Λιουπόουν), παίρνει το ρίσκο και δίνει το πράσινο φως σε μια ταινία που σπάει πολλά στερεότυπα, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο μια επικερδή εταιρεία, με το σκάνδαλο, την Κου Κλουξ Κλαν και τον κώδικα Χέιζ να καραδοκούν.  

Πρόθυμοι να αξιοποιήσουν δημιουργικά μια ριζοσπαστική ιδέα και να πλουτίσουν το ρόστερ τους με νέα ταλέντα, δύο τέλεια εναρμονισμένοι συνεργάτες, η casting director Έλεν Κινκέιντ και ο διευθύνων παραγωγός των Ace Studios, Ντικ Σάμιουελς, ένας άντρας με ηγετικά προσόντα και απωθημένη σεξουαλικότητα (εξαιρετικός ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Τζο Μαντέλο), συναποτελούν το ακούραστο μοτέρ του ασυνήθιστου project.

Το «Hollywood» (δημιούργημα του Ράιαν Μέρφι μαζί με τον Ίαν Μπρέναν), διαδραματίζεται (πού αλλού;) εκεί ακριβώς που περιγράφει ο τίτλος του, αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κι ακολουθεί την πορεία μιας σειράς χαρακτήρων που προσπαθούν να λάμψουν ο καθένας με τον τρόπο του στην λαμπερή βιομηχανία του σινεμά.

Το «Hollywood» δημιουργεί μια δική του εναλλακτική ιστορία του σινεμά η οποία, μέσα από τη σειρά, φαίνεται να έχει αντίκτυπο και στην ίδια την κοινωνία της Αμερικής. Μέσα σε επτά επεισόδια βλέπουμε να μπλέκονται πραγματικά ιστορικά γεγονότα με φανταστικά και με τον ίδιο τρόπο πραγματικά πρόσωπα με φανταστικά- αλλά και πραγματικά πρόσωπα με ευφάνταστες προεκτάσεις στις συμπεριφορές.

Τοποθετημένη σε έναν υπαρκτό τόπο και χρόνο, η σειρά κρατά μια ενδιαφέρουσα στάση ανάμεσα στην αλήθεια και την μυθοπλασία, μπερδεύοντας αληθινούς χαρακτήρες με άλλους που είναι ξεκάθαρα κατασκευασμένοι, ή δίνοντας σε ανθρώπους που όλοι ξέρουμε από την μεγάλη οθόνη, διαφορετικές, απροσδόκητες διαδρομές.

Κι ακόμη πιο ιντριγκαδόρικα, αποφασίζει να παίξει με την συνθήκη της ίδιας της αμερικανικής κοινωνίας, τολμώντας να φανταστεί ένα Χόλιγουντ (ένα σύστημα, δηλαδή) όπου μια γυναίκα θα μπορούσε να βρεθεί επικεφαλής ενός μεγάλου στούντιο, ένας μαύρος σεναριογράφος να πάρει το πράσινο φως για μια ταινία κι ένα gay ζευγάρι να κρατιέται από το χέρι στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ.

Η ειρωνεία του ότι πολλά από τα παραπάνω δεν είναι αυτονόητα ούτε καν στις μέρες μας, κάνει την θαρραλέα αυτή εναλλακτική ιστορία του Χόλιγουντ να δείχνει καίρια και πολιτική, τολμηρή όχι για το κατασκευασμένο τότε, μα για το υπαρκτό εδώ και τώρα. Κι όχι απλά του Χόλιγουντ φυσικά, μα ολόκληρης της Αμερικής.

Πέρα από το ενδιαφέρον αυτό εύρημα, το «Hollywood» έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα περίμενε κανείς από μια σειρά του Ράιαν Μέρφι, εξαιρετικά εκθαμβωτική, θαυμάσια επίπεδα παραγωγής, όμορφους ηθοποιούς, σκάνδαλα και έρωτες και μηχανορραφίες, αλλά και χιούμορ -συχνά κυνικό- και γιατί όχι μερικές στιγμές αυθεντικής συγκίνησης που δίνουν βάθος σε μια ιστορία που δεν φοβάται να πατήσει πάνω σε μερικά από τα πιο γνώριμα τηλεοπτικά κλισέ.

Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει το χολιγουντιανού αέρα cast. Πετυχαίνοντας την δέουσα ποιοτική ποσόστωση μεταξύ θεατρικών ηθοποιών και πρώτων ονομάτων, το “Hollywood” συγκεντρώνει στους τίτλους του ονόματα γνώριμα από χαρακτηριστικές δουλειές του Ryan Murphy, όπως είναι o Dylan Mc Dermott από το “American Horror Story” και ο Darren Criss (“The Assassination of Gianni Versace: American Crime Story”, “Glee”). Μεγάλη επιστροφή για τον Jim Parsons του “The Big Bang Theory” και cameo από Queen Latifah. Σε guest ρόλους, οι Mira Sorvino, Rob Reiner, και Maude Apatow.

Και το τελικό αποτέλεσμα, δεν είναι τίποτα λιγότερο από γοητευτικό, μια από εκείνες τις σειρές που προσφέρουν απενοχοποιημένη τηλεοπτική απόλαυση, η οποία στα επτά της επεισόδια είναι όσο σφιχτή και καλοφτιαγμένη θα έπρεπε.

ΠΗΓΕΣ: https://www.lifo.gr/articles/mediac_articles/281109/to-hollywood-os-topos-apodoxis-kai-protoporias-sti-nea-mini-seira-toy-netflix , https://www.ladylike.gr/life/hollywood-to-netflix-pianei-tavani-me-nea-seira-iperparagogi-kai-kalo-mas-kollima/ , https://flix.gr/news/hollywood-ryan-murphy-netflix-review.html , https://www.checkincyprus.com/article/51732/hollywood-einai-i-nea-seira-yperparagogi-toy-netflix-poy-tha-se-kanei-na-kolliseis , https://www.clickatlife.gr/cinema/story/163851