Το «Φιντανάκι» του Παντελή Χορν: μια ηθογραφία τριών πράξεων

Ο θεατρικός συγγραφέας, Παντελής Χορν, έπειτα από δέκα συνολικά έργα που δε γνώρισαν την αναμενόμενη επιτυχία, το 1921 , τη χρονιά δηλαδή που γεννήθηκε ο δεύτερος γιός του ο Δημήτρης Χορν, γράφει τη δεύτερη -μετά τους «Πετροχάρηδες»- διαχρονική επιτυχία του. «Το φιντανάκι», αθηναϊκή ηθογραφία 3 πράξεων. Το έργο ανεβαίνει από το θίασο της Κυβέλης, (χωρίς όμως να παίξει εκείνη), τον Σεπτέμβρη του 1921. Πρωταγωνιστούσαν ο Αιμίλιος Βεάκης και η Σαπφώ Αλκαίου. Γνώρισε αμέσως και από το κοινό και από τους κριτικούς θερμή υποδοχή. Βραβεύτηκε μάλιστα στον Αβέρωφειο διαγωνισμό του 1922. Το θεατρικό έργο το διασκεύασε αργότερα ο συγγραφέας του, σε μυθιστόρημα, το οποίο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα», τον χειμώνα του ίδιου χρόνου.

Το «Φιντανάκι» του Παντελή Χορν αποτελεί ένα δραματικό έργο της αθηναϊκής γειτονιάς του μεσοπολέμου και γράφτηκε το 1921. Το θέμα είναι εμπνευσμένο από τα γεγονότα της εν λόγω εποχής. Οι οικονομικές όσο και οι κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλη την Ευρώπη, όπως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και εκβιομηχάνιση, επηρέαζαν ουσιαστικά και ριζικά (και) τα πολιτιστικά δρώμενα. Η Ελλάδα, επίσης, βίωσε τον εθνικό διχασμό μετά τη μικρασιατική καταστροφή, όπως και την απογοήτευση για τον μεγαλοϊδεατισμό και τις εδαφικές της διεκδικήσεις. Παράλληλα, η αστάθεια σε όλα τα επίπεδα της ζωής, αποτέλεσε αιτία για οικονομικό μαρασμό, όπως και για μια σειρά αδιέξοδων πολιτικών επιλογών. Το αποτέλεσμα ήταν να αναδυθούν σημαντικά εσωτερικά προβλήματα, που κατέληξαν σε δικτατορίες αλλά και εμφύλιο σπαραγμό.

Η υπόθεση του έργου

Βρισκόμαστε σε μια αυλή στην Πλάκα λίγο καιρό πριν από την Μικρασιατική καταστροφή. Η Τούλα, (το νεαρό φιντανάκι), φτωχή μοδίστρα, κόρη του ταχυδρόμου κυρ- Αντώνη, θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο του Γιάγκου, ενός νέου άνεργου μάγκα (κουτσαβάκης). Ο Γιάγκος θα προδώσει τον έρωτά της για χάρη της Εύας, που εκτός από όμορφη έχει και πολλές γνωριμίες που ίσως φανούν χρήσιμες στον Γιάγκο. Η Τούλα όμως, περιμένει το παιδί του. Μπροστά στο σκάνδαλο και με προτροπή της κυρά-Κατίνας, μιας γυναίκας ελαφρών ηθών- ο κυρ-Αντώνης θα καταχραστεί χρήματα της υπηρεσίας του, με κίνδυνο να οδηγηθεί στη φυλακή. Στο τέλος του έργου, ο κυρ-Αντώνης πεθαίνει, πληγωμένος βαθιά στην αξιοπρέπειά του, και η Τούλα ακολουθεί τον κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερό της, Γιαβρούση προκειμένου να της εξασφαλίσει μια ζωή μακριά από τις οικονομικές δυσχέρειες.

Ηθογραφία

Στο Φιντανάκι, κάτω από το επίχρισμα της «αθηναϊκής ηθογραφίας», βρίσκεται η δυναμική ενός οικογενειακού και κοινωνικού δράματος, από την οποία το έργο αντλεί όλη τη διαχρονική αξία και ζωντάνια του. Ωστόσο, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι ο όρος ηθογραφία δεν αποτελεί επί της ουσίας θεατρικό είδος ενταγμένο στην κατηγοριοποίηση της δραματουργίας, όπως η κωμωδία ή το ιστορικό δράμα, αλλά αποτελεί αναφορά στη δραματουργική θεματική παραγωγή της συγκεκριμένης εποχής.

Η απλή καθημερινή ιστορία της Τούλας και του κυρ-Αντώνη στη γραφική γειτονιά, μοιάζει να περιγράφει ένα μικρόκοσμο, συνηθισμένα περιστατικά με τύπους λαϊκούς από τη σκοπιά μιας φωτογραφικής απεικόνισης των ηθών. Μοιάζει επίσης να ρέπει προς το μελόδραμα, στοιχείο κληροδοτημένο από τον 19ο αιώνα, με τους καλούς και κακούς σε θεμελιακή αντιπαράθεση, με την ατιμασμένη κόρη και τον πικραμένο πατέρα, τη φτώχεια, την πορνεία, τον προδομένο έρωτα. Όμως ο Π. Χορν ούτε στη φολκλορική επιφάνεια της αυλής στέκεται, ούτε την ηθικοπλαστική έκβαση του μελοδράματος υπηρετεί. Δε λειτουργεί με την επιθυμία του κοινού αισθήματος δικαίου και την ψευδαίσθηση ότι η διασαλεμένη τάξη τελικά θα αποκατασταθεί υπέρ των αθώων και τιμίων, του αδικημένου και του θύματος.

Το έργο είναι βαθύτερα ρεαλιστικό στον βαθμό που, ξεκινώντας από μια κλειστή ανθρωπογεωγραφία, ξανοίγεται χωρίς προκαταλήψεις προς τα κοινωνικά προβλήματα, τις συγκρούσεις συμφερόντων και τις διαπροσωπικές αντιθέσεις, οι οποίες όχι απλώς δεν είναι εποχιακές ή πρόσκαιρες, αλλά βρίσκονται σταθερά στη βάση της αστικής κοινωνίας και ιδεολογίας.

Κεντρικό σημείο του συγκεκριμένου δράματος αποτελεί η ηθική καταρράκωση των πρωταγωνιστών, που αποτελούν θύματα του κοινωνικού και οικονομικού μαρασμού: «Δε βαριέσαι, ο μισθός τιποτένιος. Τα τυχερά πότε είναι και πότε δεν είναι … τι τα θες δεν είμαστε τυχεροί», είναι τα λόγια του κυρ- Αντώνη για την κακοτυχία που κατατρέχει τους μεροκαματιάρηδες της αυλής, λόγια που ο Χορν χρησιμοποιεί για να τονίσει την οικονομική ανέχεια που τους διακρίνει. «Τόσες χιλιάδες περνάνε από τα χέρια σου. Ποιος έχει το μέλι στα δάκτυλά του και δεν το γλύφει;». Αυτά είναι τα λόγια της Φρόσως, από την άλλη πλευρά, λόγια που αποτελούν χαρακτηριστική εικόνα, της χαμένης ηθικής, της παρακμής των αξιών, από πεινασμένους -υλικά και πνευματικά- ταλαίπωρους ανθρώπους. Ανθρώπους που έχουν παραμερίσει τις ατομικές -κάθε είδους- αναστολές, προκειμένου να ζήσουν το ελάχιστα ευτυχέστερο, πέρα από την καθημερινή αθλιότητα που τους σκοτώνει.

Δεν ωραιοποιεί ο Π. Χορν τα γεγονότα. Αντίθετα, τα παρουσιάζει με ιδιαίτερο ρεαλισμό, παρουσιάζει συναισθηματικές εξάρσεις που προβάλλουν την οδύνη με έντονο τρόπο, καθώς οι πρωταγωνιστές του αργά ή γρήγορα, θα ακολουθήσουν την άτυχη κατά τα λόγια του κυρ-Αντώνη μοίρα τους.


Ανακεφαλαιώνοντας, στο συγκεκριμένο θεατρικό έργο προσεγγίζονται ζητήματα της νεο-αστικής ηθογραφίας του μεσοπολέμου βάσει των κοινωνικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών των οποίων προέκυψαν. Είναι ένα γεγονός που συμβαίνει στις περιόδους των μεγάλων πολεμικών συρράξεων και κοινωνικών αναταραχών. Στην ελληνική πραγματικότητα μιας ταραγμένης ιστορικά εποχής, η τέχνη του θεάτρου έχει να παρουσιάσει σημαντικά έργα τα οποία σφράγισαν με τον τρόπο τους την συγκεκριμένη περίοδο και έμειναν παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές των θεατρικών καλλιτεχνών. Το «Φιντανάκι» γνώρισε επίσης μεγάλη επιτυχία διασκευασμένο ως οπερέτα από τον μουσικοσυνθέτη Μίμη Κατριβάνο.

Απόσπασμα από το έργο

ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ
Η σκηνή παριστάνει αθηναϊκή αυλή. Δεξιά, τελευταίο πλάνο, η μεγάλη πόρτα της εισόδου, και άμα είναι ανοιχτή, στο φόντο φαίνεται η πόρτα της αντικρινής ταβέρνας και κανένα τραπεζάκι. Στο βάθος το διαμέρισμα της κυρα-Κατίνας· μια πόρτα και παράθυρο προς την αυλή. Στο βάθος, δεξιά απ’ την πόρτα, η σκάλα που πάει στο πρώτο πάτωμα, εκεί που είναι το διαμέρισμα της Εύας. Φαίνεται στο ύψος του πρώτου πατώματος η πόρτα, το παράθυρο και το μπαλκόνι-χαγιάτι, σαν συνέχεια της σκάλας. Αριστερά, στο πρώτο πλάνο, το διαμέρισμα του κυρ Αντώνη· μια πόρτα και παράθυρο στην αυλή. Αριστερά, στο βάθος, ένα πέρασμα σαν συνέχεια της αυλής, όπου φαίνονται διάφορα ρούχα απλωμένα σε σχοινί. Κάτω από το διαμέρισμα της Εύας, στο βάθος, διάφορες πόρτες και παράθυρα άλλων διαμερισμάτων, αριστερά. Η πόρτα του πλυσταριού και πηγάδι με μαγγάνι δεξιά· μπροστά στο πλυσταριό, απάνω σε κάσες, μια σκάφη με ρούχα μέσα. Μπρος στην πόρτα μουριά, διάφορες γλάστρες μπροστά από τα σπίτια στα παράθυρα, στο χαγιάτι και ψηλά στο πεζούλι της μάντρας, απάνω απ’ την πόρτα. Καρέκλες μπρος από τα σπίτια, και τραπεζάκια.
[…]
Κατίνα: Καλώς τον κυρ Αντώνη. Πώς τα πάμε;
Αντώνης: Ας τα λέμε καλά. (Προς τα μέσα.) Περιμένω έξω τον καφέ και το γλυκό.
Τούλα, από μέσα: Έφτασα.
Κατίνα: Ζέστη σήμερα.
Αντώνης: Καμίνι. Και πού δεν έχω να πάω. (Χτυπάει τη σάκα του [του ταχυδρόμου] με χειρονομία ανάλογη.) Να, επιταγές έχω να πληρώσω. Είκοσι μονάχα από την Αμερική.
Κατίνα: Δεν χάθηκε ο κόσμος. Πας και αύριο το πρωί με το δροσό.
Αντώνης: Α! μπα μπα! Να ξεμπερδέψω μια ώρα αρχύτερα! Έγειρα λίγο να ησυχάσω, μα πού να κλείσω μάτι… Κάτι μ’ έκαιγε μέσα.
Κατίνα: Η ζέστη βλέπεις. (Η Τούλα μπαίνει με το δίσκο.)
Αντώνης: Ποια ζέστη; Όσο νιώθω πως κρατάω ξένα λεπτά απάνω μου. (Παίρνει γλυκό, πίνει νερό.) Αχ! Κι έπειτα, με περιμένουν όλοι σαν Θεό που λες, κυρα-Κατίνα. (Χτυπάει τη σάκα.) Εδώ είν’ οι νόμοι και οι προφήται. (Βγαίνει η Φρόσω κι αρχίζει να πλένει.) Ποιος ξέρει πόσοι θα μείνουν απόψε χωρίς ψωμί, αν εγώ το ρίξω βαριά… Ο πατέρας, ο άντρας, ο αδελφός εκεί κάτω στη ξενιτιά εφρόντισε, ίσως στερήθηκε, για να στείλει. Κι εγώ ν’ αμελήσω… Θα ήθελα να κάνουν το ίδιο και στην Τούλα μου;
(Η Τούλα μπαίνει μέσα και ξαναβγαίνει με τη μηχανή του ραψίματος. Τα ‘βαλε σε μια καρέκλα κι έπειτα κάθεται σ’ ένα σκαμνί και ράβει.)
Κατίνα: Τουλάχιστον ικανοποιείσαι καλά;
Αντώνης: Δε βαριέσαι, ο μισθός τιποτένιος. Τα τυχερά πότε είναι, πότε δεν είναι. Αν ικανοποιόμουνα, θ’ άφηνα τη γυναίκα μου και την κόρη μου να δουλεύουν; Τι τα θες, δεν είμαστε τυχεροί. Προχτές ακόμα ο Κωστής ο Πικραμένος άνοιξε μαγαζί στην οδό Ευαγγελιστρίας. Τον είχα τσεράκι στο δικό μου μαγαζί. (Στη Φρόσω.) Τον θυμάσαι;
Φρόσω: Τι βγαίνει, αν εγώ τον θυμάμαι; Εσύ να θυμηθείς τις προκοπές σου. (Στην Κατίνα.) Ντρεπότανε του λόγου του να ζητήσει τα βερεσέδια, κι έτσι μια μέρα βγάλανε το μαγαζί στο σφυρί. Και τώρα τα ίδια. Τόσες χιλιάδες περνάνε από τα χέρια του. Ποιος έχει το μέλι στα δάχτυλα και δεν το γλείφει;
Αντώνης, με αγανάκτηση: Μα γυναίκα αυτά είναι μετρημένα χρήματα. Και να ‘θελα, πώς μπορούσα;
Φρόσω: Άλλοι όμως, πώς τα καταφέρνουνε;
Αντώνης: Μα πώς είναι δυνατόν;
Φρόσω: Αμ βέβαια, τι κατάφερες εσύ, στη ζωή σου;
Αντώνης: Εγώ; Έχεις και παράπονα κιόλας που γέρος άνθρωπος γυρίζω μες στους ήλιους; Άρρωστος με σακατεμένη καρδιά.
Φρόσω: Ποιος σου φταίει; Από το κεφάλι σου!..
Τούλα: Κουράζεται τόσο πολύ ο πατέρας για μας.
Αντώνης: Έλα δω! Έλα δω, παιδί μου, εσύ, μονάχη μου παρηγοριά.
Φρόσω, στην κόρη της: Και τι με κόφτει εμένα. Εγώ την πέρασα τη ζωή μου. Εσύ, που θα μείνεις στο ράφι να ιδούμε.
Αντώνης, αφήνει την κόρη του και σηκώνεται: Μια στιγμή ησυχία δεν μ’ αφήνεις. Μα πώς; Είκοσι χρόνια τώρα δεν μπορέσαμε να συνεννοηθούμε και θα συνεννοηθούμε σήμερα;
Φρόσω: Πώς να συνεννοηθεί κανείς μ’ έναν άνθρωπο σαν κι εσένα, που πήρε αποκοπή την τιμιότη;
Αντώνης: Τώρα το ‘πες καλά. Βέβαια, εσύ, δεν ήσουνα συνηθισμένη σ’ αυτό το φρούτο… νόμισα πως θα σ’ αλλάξω, μα γελάστηκα.
Φρόσω: Αν δεν σ’ άρεσα μπορούσες να μη μ’ έπαιρνες! Μα βλέπεις, στάθηκα άτυχη να μπλέξω μ’ εσένα.
Αντώνης: Στάθηκες εσύ… Εσύ, άτυχη! Καλύτερα να σωπάσουμε· ίσαμ’ εδώ.
Φρόσω: Όχι… να μιλήσεις… Τι έχεις να πεις;
Αντώνης: Τίποτα! Τίποτα!
Φρόσω: Δε σε συμφέρει βλέπεις.
Αντώνης: Ίσως είναι κι έτσι… Δε με συμφέρει… Σήμερα πια, βέβαια, δεν με συμφέρει. Ένα μόνο ξέρω, πως σαν κλείσω τα μάτια μου θ’ αφήσω στο κορίτσι μου ένα τίμιο και καλό όνομα.
Φρόσω: Καλύτερα να της άφηνες μερικές χιλιαδούλες.
Αντώνης, στην πόρτα: Ω! δεν ξέρεις κι άλλο τίποτα· ο νους σου όλο στο χρήμα.
Φρόσω: Βέβαια, άμα τα βρίσκεις σκούρα, το σκας.
Αντώνης: Καλύτερα να ‘φευγα για πάντα, βαρέθηκα. Βαρέθηκα πια. (Χάνεται απ’ την εξώπορτα.)

Ακούστε εδώ το έργο από το Ραδιοφωνικό Θέατρο:

Πηγή: ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΧΟΡΝ “ΤΟ ΦΙΝΤΑΝΑΚΙ” – ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ

Οι εικόνες του άρθρου προέρχονται από τις παραστάσεις στο θέατρ

«Οι δούλες»: ένα έργο ταξικού πολέμου

Δύο υπηρέτριες καταστρώνουν την εξόντωση της λατρεμένης αλλά και απόλυτα μισητής τους Κυρίας. Τα αφελή σχέδια τους αποτυγχάνουν και στρέφονται εναντίον τους. Αυτή είναι με δύο λόγια η υπόθεση του έργου του Ζαν Ζενέ, «Οι δούλες».

Τι είναι όμως αυτό που κάνει το έργο του Ζενέ να ανεβαίνει τόσο συχνά στην παγκόσμια σκηνή από το 1947 που γράφτηκε μέχρι τις μέρες μας; Σίγουρα: «Δεν πρόκειται για ένα έργο που θέλει να υπερασπιστεί τη μοίρα της τάξης των υπηρετών. Υπάρχει συνδικάτο που ασχολείται με τα ζητήματα αυτών των ανθρώπων. Πρόκειται για μια αλληγορική ιστορία…» διευκρινίζει ο ίδιος ο Ζενέ.

Ο ίδιος εμπνεύστηκε το έργο από την αληθινή ιστορία των αδερφών Παπέν, υπηρετριών, που το 1933 δολοφόνησαν με βίαιο τρόπο τη γυναίκα και την κόρη του αφεντικού τους. Η μεταξύ τους σχέση, με την μία αδερφή να εξουσιάζει την άλλη ελέγχοντάς την, καθώς και η σεξουαλική “χροιά” της δημιούργησαν έντονη αίσθηση στην κοινωνία της εποχής. Παράνοια ή απάντηση στην έντονη καταπίεση των αφεντικών τους;

Οι αδερφές Παπέν πέρασαν την παιδική τους ηλικία μπαινοβγαίνοντας σε ιδρύματα και καθώς μεγάλωναν άρχισαν να εργάζονται μαζί ως υπηρέτριες, επιζητώντας να μείνουν αχώριστες. 
Γύρω στο 1926 τους προσέλαβε ο κύριος Ρενέ Λανσελέν, για να φροντίζει το σπίτι και την οικογένειά του -τη σύζυγο και την κόρη του. Οι αδελφές Παπέν ήταν ήσυχες και καλές στη δουλειά τους. Ώσπου στις 2 Φεβρουαρίου του 1933 όλα άλλαξαν. Ο Λανσελέν θα συναντούσε την οικογένειά του σε φιλικό σπίτι, όπου τους είχαν καλέσει για να τους κάνουν το τραπέζι. Η μητέρα και η κόρη όμως δεν εμφανίστηκαν και έτσι ο σύζυγος έτρεξε στο σπίτι του να δει τι συμβαίνει. Όταν έφτασε δεν μπόρεσε να μπει, επειδή η πόρτα ήταν κλειδωμένη από μέσα. Έβλεπε το φως του κεριού στο δωμάτιο των υπηρετριών αλλά καμία δεν του άνοιγε. Ο αστυνομικός που πήγε στο σπίτι και σκαρφάλωσε από τον πίσω τοίχο, όταν μπήκε στο σπίτι είδε τα πτώματα της συζύγου και της κόρης του δικηγόρου. Τα πτώματα είχαν χτυπηθεί τόσο πολύ που ήταν σχεδόν αγνώριστα. Το ένα μάτι της κόρης, βρισκόταν κάπου στο πάτωμα. Τα μάτια της μητέρας τα είχαν τοποθετήσει στο λαιμό της. Για να σκοτώσουν τις κυρίες του σπιτιού είχαν χρησιμοποιήσει ένα κουζινομάχαιρο, ένα σφυρί και μια τσίγκινη κανάτα. Οι δύο υπηρέτριες καθάρισαν τα φονικά «όπλα» και πήγαν στο δωμάτιο τους. Γδύθηκαν και ξάπλωσαν γυμνές σε ένα κρεβάτι. Ομολόγησαν αμέσως και παραδόθηκαν.

Το θέμα απασχόλησε για πολύ καιρό τα γαλλικά πρωτοσέλιδα, καθώς ήταν πρωτοφανές στα αστυνομικά χρονικά. Η παράξενη υπόθεσή των αδερφών Παπέν πήρε διαστάσεις και αποτέλεσε αντικείμενο στοχασμού για πολλούς. Η μία άποψη ήταν ότι επρόκειτο για κλασσική περίπτωση παρανοϊκής ψύχωσης, που άξιζε προσοχής και μελέτης. Ο συγγραφέας Ζαν Ζενέ όμως, στο περίφημο έργο του «Οι δούλες», κάνει λόγο για παράδειγμα ταξικού πολέμου.

Η παράσταση στηρίζεται σε αυτήν την ιστορία, δεν την αναπαριστά όμως. Εμπνεόμενη από αυτήν παρουσιάζει δύο αδερφές με σχέση αγάπης και μίσους τόσο μεταξύ τους όσο και προς την Κυρία του σπιτιού. Κάποιοι ισχυρίζονται πως το κείμενο είναι ταξικό και προσπαθεί να παρουσιάσει με αλληγορικό τρόπο τις σχέσεις των ισχυρών (πλουσίων) απέναντι στους αδύνατους (φτωχούς). Έχουμε την αίσθηση πως ο Ζενέ δεν ήθελε να αποτελέσει το κείμενό του κοινωνικοπολιτικό μανιφέστο. Δεν ήθελε πάλι να συνδεθεί με μία συγκεκριμένη εποχή και με τα εν λόγω πρόσωπα, αλλά ξεκινώντας από αυτό το συμβάν, επεδίωξε να αναφερθεί στους εξουσιαστές και τους εξουσιαζόμενους κάθε εποχής και τόπου, πέρα από τάξεις, φύλο και φυλή. Και αυτό καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την ερμηνεία της παράστασης.

Η παράσταση ξεκινάει με ένα ιδιότυπο θεατρικό παιχνίδι (θέατρο μέσα στο θέατρο) ανάμεσα στις δυο υπηρέτριες, χωρίς να εξηγεί το τι και πώς, με την Κλαίρη να παίζει το ρόλο της Κυρίας (όταν εκείνη λείπει από το σπίτι) και τη Σολάνζ στο ρόλο της Κλαίρης, καταλήγοντας στην εικονική δολοφονία της “Κυρίας” από την υπηρέτριά της.

Ο ερχομός της Κυρίας στο σπίτι περιπλέκει περισσότερο τα πράγματα, ανατρέποντας τα σχέδια των υπηρετριών, αλλά και δείχνοντας ένα πρόσωπο που δε φερόταν με μίσος στο προσωπικό του, παρά την απόσταση και τον έμμεσο υποβιβασμό. Για αυτό και η μεταξύ τους σχέση περιγράφηκε αρχικά ως αγάπης και μίσους, όχι όμως τόσο ως προς τα πρόσωπα, όσο ως προς τις σχέσεις αυτές καθ’ αυτές.

Και εδώ προκύπτει η λύση στο αίνιγμα του γιατί. Οι υπηρέτριες δε μισούν το ίδιο το πρόσωπο, αλλά το ρόλο που εκείνο παίζει στις ζωές τους. Στο μεταξύ τους παιχνίδι αναπαριστούν την ίδια σχέση εξουσίας, όχι τόσο ως κάθαρση, όμως, όσο γιατί έχουν εθιστεί σε αυτόν τον τρόπο ζωής. Ζηλεύουν το να βρίσκονται στη θέση του εξουσιαστή, αδυνατούν, ίσως, να τον ζήσουν στην πραγματικότητα και προτιμούν να τον βιώνουν ως φαντασίωση. Ο λόγος που θέλουν να δολοφονήσουν την Κυρία είναι για να ξεφύγουν από το φαύλο κύκλο στον οποίο οι ίδιες έχουν βάλει τους εαυτούς τους, αναπαράγοντάς τον σε κάθε στιγμή της ημέρας τους, είτε το αφεντικό τους είναι μπροστά, είτε όχι.

Σε αυτήν τους την προσπάθεια φτάνουν σε αδιέξοδα και σε απέλπιδες λύσεις, που δεν οδηγούν στην κάθαρση του θεατή, αλλά στη “λύτρωση” των πρωταγωνιστών από τα δεσμά που τους πνίγουν. Το “παιχνίδι” γίνεται ένα με την πραγματικότητα και οι ρόλοι περιπλέκονται τόσο πολύ, σε βαθμό που οι άνθρωποι να χάνονται μέσα σε αυτούς και να μην ξέρουν το ποιοι είναι, απόρροια και της δίψας τους για να γίνουν κάποιοι άλλοι. Σε αυτό το σημείο, στην αναζήτηση της ταυτότητας και στην εύρεση του “εγώ” τους, υπάρχουν οι απεγνωσμένες ενέργειες των πρωταγωνιστών, που προσπαθούν μέσα από τον παραλογισμό να νοηματοδοτήσουν τις ίδιες τις υπάρξεις τους.

“Δούλες” ή “δούλοι” είμαστε εν δυνάμει όλοι μας, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης, φύλου, φυλής, εθνικότητας και εργασίας. Όλοι όσοι προσπαθούμε να γίνουμε κάποιοι κυνηγώντας όνειρα άλλων, αντιγράφοντας τους γύρω μας, ζηλεύοντας τα όσα έχουν και τα όσα σημαίνουν αυτά για εμάς και την κοινωνία που μας περιβάλλει. Φτάνοντας σε αυτή τη συνειδητοποίηση, ξεφεύγοντας από τις αδερφές Παπέν και τις υπηρέτριες, αντιλαμβανόμαστε το μεγαλείο που κρύβεται πίσω από τον παραλογισμό και το γλυκόπικρο γέλιο του κειμένου. Συνειδητοποιούμε την τραγωδία της ίδιας της καθημερινότητας και το επίπλαστο των προτεραιοτήτων και των επιλογών μας.

Οι Δούλες είναι οι αντι-ηρωΐδες της τραγωδίας των ημερών μας. Και η Κυρία τους είναι η φτηνή θεά που ορίζει τη μοίρα τους. Που σκηνοθετεί τη ζωή τους. Καμία μεγαλειώδης κάθαρση σε αυτή τη σύγχρονη τραγι-κωμωδία.  Ανθρώπινες στιγμές μόνο. Σκληρές, τρυφερές, αστείες, βίαιες, συγκινητικές. Και πάνω απ΄όλα, μια βαθιά ανάγκη για «παιχνίδι» μέχρι τελικής πτώσης. Αυτή την ανάγκη που κινεί το ίδιο το θέατρο και κρατά ζωντανή την επιθυμία μας να καταφεύγουμε σε αυτό είτε ως δημιουργοί, είτε ως κοινό. Αναζητώντας αυτό το «κάτι» που η ζωή επιμένει να μας κρύβει.

Το διάσημο έργο που μεταφράστηκε στην ελληνική από τον Οδυσσέα Ελύτη, έχει παρουσιαστεί αρκετές φορές στις ελληνικές θεατρικές σκηνές. Ξεχωρίζουν οι παραστάσεις σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή (στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας το 2005 με τις Ρένα Πιττακή, Μπέττυ Αρβανίτη, Μάγια Λυμπεροπούλου, Αννέζα Παπαδοπούλου), Μπρους Μάγιερς (στο Μικρό REX – Σκηνή «Κατίνα Παξινού» το 2015 με τις Μαρία Κίτσου, Ραφίκα Σαουίς, Λένα Παπαληγούρα) και Τσέζαρις Γκραουζίνις (στο θέατρο Νέος Κόσμος το 2018 με τους Δ. Ήμελλος, Κ. Μπερικόπουλος, Αρ. Ξάφης). Η τελευταία παράσταση συζητήθηκε αρκετά το εγχείρημα των τριών αντρών φαντάζει ως πρωτότυπο, μιας και το κείμενο θεωρείται κλασικό και έχει παιχτεί κάμποσες φορές με γυναίκες πρωταγωνίστριες. Τελικά όμως είναι η εκδοχή που είχε οραματιστεί και ο Ζενέ με νεαρούς άνδρες, όπως είχε δηλώσει, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

ΠΗΓΕΣ: https://www.politeianet.gr/books/9789607949431-genet-jean-upsilon-biblia-oi-doules-195123, https://www.elculture.gr/blog/%ce%bf%ce%b9-%ce%b4%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b5%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b6%ce%b1%ce%bd-%ce%b6%ce%b5%ce%bd%ce%ad-%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%b8%ce%ad%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bf-%cf%84%ce%ad%cf%87%ce%bd%ce%b7/, https://paspartou.gr/nikos-prassos/oi-doyles-toy-zan-zene, https://www.iefimerida.gr/news/396968/i-alithini-istoria-piso-apo-tis-doyles-toy-zan-zene-egklima-dyo-ypiretrion-poy-sokare-ti, https://www.theatrokefallinias.gr/el/events/42/, https://www.mixanitouxronou.gr/i-dio-adelfes-ipiretries-pou-katakreourgisan-ta-afentika-tous-me-kouzinomachero-ke-sfiri-i-doules-pou-eginan-diasimo-theatriko-ergo-kata-tis-taxikis-diaforas/, https://sarothron.gr/sarothron-ioanna-lamni-doules/, https://www.athinorama.gr/theatre/performance/oi_doules-10062145.html

“Το φάντασμα της όπερας”: το musical αριστούργημα του Andrew Lloyd Webber

Ο Andrew Lloyd Webber δεν χρειάζεται συστάσεις… Είναι ο δημιουργός των μεγάλων και δημοφιλών musical… Ανάμεσά στις επιτυχίες του, εκτός από τα “Cats” και “Evita”, βρίσκεται και το “Φάντασμα της Όπερας”. Το έργο, αποτελεί μια ωδή στον ανεκπλήρωτο έρωτα, στην αγάπη που φτάνει στα όρια της παραφροσύνης, στο πάθος της μουσικής δημιουργίας.

Βασισμένο στο γαλλικό μυθιστόρημα “Le Fantοme de l’Opera” από τον Gaston Leroux, η κεντρική πλοκή του περιστρέφεται γύρω από μια πανέμορφη σοπράνο, την Christine Daaé. Εκείνη, γίνεται το αντικείμενο του πόθου, η απόλυτη εμμονή μιας παραμορφωμένης μουσικής ιδιοφυΐας. Η νουβέλα, εκδόθηκε για πρώτη φορά, από τις 23 Σεπτεμβρίου του 1909 έως τις 8 Ιανουαρίου του 1910 στην ημερήσια γαλλική εφημερίδα Le Gaulois.  Στα τέλη δε του Μαρτίου του 1910, εκδόθηκε σε μορφή τόμων  από την Pierre Lafitte.

Η πλοκή βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε ιστορικά γεγονότα της Όπερας του Παρισιού του 19ο αιώνα και σε μια ιδιαίτερη ιστορία σχετικά με τη χρήση του σκελετού μίας πρώην μαθήτριας μπαλέτου στο Der Freischütz του Carl Maria Von Weber, το 1841. Η επιτυχία που είχε η μεταφορά του βιβλίου στο θέατρο και στον κινηματογράφο ήταν τεράστια. Εκείνες όμως που ξεχώρισαν, ήταν η ταινία του 1925 με τον Λον Τσάνεϊ και το μιούζικαλ του Andrew Lloyd Weber του 1986.

Όπως προαναφέρθηκε, η ιστορία διαδραματίζεται στο Παρίσι του 19ου αιώνα. Βρισκόμαστε στα τέλη του αιώνα, σε μια δημοπρασία στην Όπερα, ο Ραούλ ντε Σανί, ηλικιωμένος πια, στην αναπηρική καρέκλα, αγοράζει ένα μουσικό κουτί, από όπου ακούγεται μια γνώριμη μελωδία. Επόμενο κομμάτι, ο πολυέλαιος της όπερας, ο οποίος υψώνεται, επιτρέποντας ένα ταξίδι στη μνήμη του υποκόμη, στη μαγευτική όπερα του Παρισιού, στις αρχές του αιώνα…

Όλα ξεκινούν, όταν η φημισμένη όπερα του Παρισιού, αποκτά νέους ιδιοκτήτες, οι οποίοι σύντομα έρχονται αντιμέτωποι με την εγωκεντρική πριμαντόνα, τις οικονομικές ελλείψεις της όπερας και με ένα “Φάντασμα”, το οποίο, καθώς γράφει τη μουσική για τα έργα της όπερας, έχει απαιτήσεις και αυτοαποκαλείται ιδιοκτήτης της όπερας. Καθώς η σοπράνο παραιτείται, οι νέοι ιδιοκτήτες, Αρμάν Μονσαρμάν και Φερμάν Ρισάρν, αναζητούν νέα σοπράνο και την βρίσκουν στο πρόσωπο της νεαρής καλλιτέχνιδας, Σουηδικής Καταγωγής, κόρη διάσημου βιολιστή, Κριστίν Ντααέ. Αν και ορφανή τώρα, η Κριστίν νιώθει την παρουσία του πατέρα της, μέσα από τον “Άγγελο της Μουσικής”, που ο πατέρας της είχε υποσχεθεί, πως θα την προστατεύει και θα την καθοδηγεί. Και τα λόγια του βγαίνουν αληθινά, αν και μάλλον δεν πρόκειται για άγγελο, αλλά για ένα παραμορφωμένο άνθρωπο, που ζει και κρύβεται στο υπόγειο της σκηνής. Το Φάντασμα ερωτεύεται τη φωνή της νεαρής Κριστίν.

Όμως δεν είναι ο μοναδικός που γοητεύεται από τη νέα σοπράνο. Ο Ραούλ ντε Σανί έχει ερωτευτεί σφόδρα τη νεαρή καλλιτέχνιδα. Ο υποκόμης είναι αδελφικός φίλος της Κριστίν, καθώς είναι μαζί από παιδιά. Και ενώ και οι δύο την διεκδικούν, το “Φάντασμα” την οδηγεί στο κρησφύγετό του. Η Κριστίν, προσπαθεί να αποκαλύψει το πρόσωπο που κρύβεται πίσω από τη μάσκα, αλλά το “Φάντασμα” εξοργίζεται, την απομακρύνει και για μια περίοδο, αφοσιώνεται στο μουσικό του έργο. Με το πέρασμα του χρόνου, η Κριστίν προσπαθεί να κρύψει τα αισθήματα της για τον Ραούλ, αποκαλύπτονται τα μυστικά της για τον Άγγελο της Μουσικής και την απαγωγή της από το φάντασμα της Όπερας.

Σύντομα, η Καρλότα επιστρέφει στην Όπερα, και η Κριστίν δεν είναι πλέον η πρωταγωνίστρια στην σκηνή. Το γεγονός αυτό, πυροδοτεί μια έκρηξη θυμού του φαντάσματος,το οποίο και τον οδηγεί στον απαγχονισμό επί της σκηνής, ενός τεχνικού. Η  Κριστίν, τρομαγμένη αποκαλύπτει όλη την αλήθεια στον Ραούλ. Εκείνη, στην αρχή αποδίδει την απίστευτη πρόοδο στην τέχνη της σε έναν «ουράνιο» ,όπως θεωρούσε, δάσκαλο. Τώρα αντιλαμβάνεται πως αυτός ο “Άγγελος”, δεν είναι ένα παραδεισένιο πλάσμα, αλλά ένας “Άγγελος του Θανάτου” από τον οποίο δε μπορεί να ξεφύγει… Δίνει αιώνιους όρκους αγάπης με τον Ραούλ.

Ο χρόνος περνάει, δίχως ίχνος του φαντάσματος. Σύντομα, οργανώνεται η εκδήλωση των μασκαράδων. Το γλέντι,ο χορός και το τραγούδι, κρατά μέχρι να παρουσιαστεί το “Φάντασμα”, παραδίδοντας τη νέα του Όπερα, τον “Δον Χουάν τον Θριαμβευτή”. Η επανεμφάνιση του τερατόμορφου πλάσματος προκαλεί ανησυχία σε όλους και περισσότερο στον Ραούλ, που φοβάται για την αγαπημένη του. Την κρατά προστατευμένη, μέχρι που εκείνη φεύγει κρυφά για να επισκεφθεί τον τάφο του πατέρα της. Στο νεκροταφείο, βρίσκει τον Έρικ και ο Ραούλ, τον προκαλεί σε μονομαχία. Ο Ραούλ είναι πλέον αποφασισμένος… Θα τον παγιδεύσει.

Η ευκαιρία βρίσκεται με αφορμή την πρεμιέρα του “Δον Χουάν τον Θριαμβευτή”. Το “Φάντασμα” εκτελεί τον πρωταγωνιστή και βρίσκεται στη σκηνή, μαζί με το αντικείμενο του πόθου του, την Κριστίν. Η νεαρή σοπράνο, βγάζει τη μάσκα του και αποκαλύπτει το αποκρουστικό του. Εκείνος την απαγάγει και την οδηγεί στο κρησφύγετό του. Τότε η μαντάμ Ζιρί,η θυρωρός της όπερας, εκμυστηρεύεται στον Ραούλ, όσα συνέβησαν στον Έρικ. Τον πληροφορεί για τα νεανικά του χρόνια που λόγω της παραμόρφωσής του, υπήρξε έκθεμα σε τσίρκο και για το πώς εκείνη τον έσωσε και του προσέφερε καταφύγιο στην όπερα.

Ο Ραούλ βρίσκει την αγαπημένη του και το Φάντασμα, όμως αιχμαλωτίζεται. “Ο Άγγελος της Μουσικής” θέτει στην αγαπημένη του ένα δίλημμα. Είτε θα επιλέξει τον ίδιο και θα προσφέρει την ελευθερία στον υποκόμη ή που θα επιλέξει τον Ραούλ, καταδικάζοντάς τον σε θάνατο. Επειδή όμως αγαπάει την Κριστίν παράφορα και αγάπη σημαίνει να αφήνεις τον άλλον ελεύθερο, ο Έρικ τους προσφέρει την ελευθερία τους και εκείνος μένει μόνος του, στο παγερό υπόγειο, ακούγοντας τη μελωδία του μουσικού κουτιού, μόνος και προδομένος από την αγάπη….

Το musical άνοιξε το 1986 στο West End του Λονδίνου και το 1988 στο Broadway. Είναι η πιο μακροχρόνια παράσταση που τρέχει στην ιστορία του Broadway και γιόρτασε στις 11 Φεβρουαρίου του 2012 τις 10,000 παραστάσεις της. Μετά τους Άθλιους, είναι δεύτερη μακροβιότερη στα μιούζικαλ του West End, και η τρίτη μακροβιότερη παράσταση γενικά στο West End μετά την Ποντικοπαγίδα.

Εκτιμάται ότι οι εισπράξεις της στο σύνολο ανέρχονται σε πάνω από 5,6 δις δολάρια και στο Broadway των ΗΠΑ 845 εκατομμύρια δολάρια. Κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι Το Φάντασμα της Όπερας είναι η πιο οικονομικά επιτυχημένη ψυχαγωγική εκδήλωση έως τώρα. Μέχρι το 2011 το είχαν δει περισσότερο από 130 εκατομμύρια άνθρωποι σε 145 πόλεις σε 27 χώρες, και συνεχίζει να “ανεβαίνει” στο  Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη.

Πηγή

Το Φάντασμα της Όπερας :το ωραιότερο musical του Andrew Lloyd Webber..

Θέατρο 2020: 5 παραστάσεις– σταθμοί σε μια δύσκολη χρονιά για την θεατρική τέχνη

Το 2020 έρχεται σιγά-σιγά στο τέλος του. Μια δύσκολη χρονιά για όλους πόσω μάλλον για τον χώρο του πολιτισμού. Εν μέσω πανδημίας ίσως η τέχνη που επλήγη περισσότερο από κάθε άλλη ήταν το θέατρο. Για μήνες τα θέατρα στην Ελλάδα αλλά και στις περισσότερες χώρες κατέβασαν αυλαίες και σε αυτή την κατάσταση παραμένουν ως και σήμερα χωρίς κανείς να γνωρίζει πώς θα είναι το θεατρικό τοπίο μόλις αυτά ανοίξουν. Στο πλαίσιο αυτό νέες εναλλακτικές, όπως το “θέατρο από το σπίτι” ή το “τηλε-θέατρο” εμφανίστηκαν και απέκτησαν όλο και μεγαλύτερη αποδοχή, παρόλο που το θέατρο για να υπάρξει έχει ανάγκη το ζωντανό κοινό και την ζωντανή σχέση του ηθοποιού με τον κόσμο που δεν μπορεί επ’ ουδενί να αντικατασταθεί.

Με αισιόδοξη λοιπόν ματιά για τον νέο χρόνο και το μέλλον της θεατρικής τέχνης, θυμηθήκαμε και συγκεντρώσαμε τις αγαπημένες μας παραστάσεις που παρακολουθήσαμε μέσα στο 2020 αναπολώντας τις όμορφες θεατρικά μαγικές στιγμές που αυτές μας χάρισαν. Τις παραστάσεις αυτές θα θέλαμε να τιμήσουμε με το σημερινό μας άρθρο. Απολαύστε τες παρακάτω!

Πέρσαι, Αισχύλου (Φεστιβάλ Επιδαύρου 2020)

Είχαμε την τύχη φέτος πάρα τις δύσκολες υγειονομικές συνθήκες είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στο θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου του Πέρσες από το Εθνικό Θέατρο  σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Λιγνάδη.

Ένα κείμενο εξαιρετικό σε απόδοση του Θ.Κ. Στεφανόπουλου αναδείκνυε την συνέχεια της ελληνικής γλώσσας και την μαγεία της. Το μέτρο, ο ρυθμός, οι λέξεις συνέθεταν μια υπέροχη ατμόσφαιρα ώστε να ξεδιπλωθεί πάνω του το ταλέντο των συντελεστών της παράστασης. Ένα έργο διαχρονικό που αποτελεί ξεκάθαρη απόδειξη πως το θέατρο είναι παντός καιρού και αποτελεί μια ανάγκη πανανθρώπινη που διαπερνά τον χώρο και τον χρόνο, τους Αρχαίους και τους Νεοέλληνες, εμάς και τους Πέρσες. Είναι μια τραγωδία οικουμενική, αντιπολεμική και μια μοναδική εμπειρία θεάματος. Οι Αργύρης Πανταζάρας, Αργύρης Ξάφης, Νίκος Καραθάνος, Λυδία Κονιόρδου ήταν εξαιρετικοί στους ρόλους τους και μάς χάρισαν καθηλωτικές ερμηνείες. Διαβάστε ολόκληρο το αφιέρωμά μας στην παράσταση εδώ.

Chicago (Θέατρο Ολύμπια, Φεβρουάριος 2020)

Πάθη και φονικοί έρωτες, μουσική και ίντριγκες, σεξ και φυσικά χορός σ’ ένα από τα κορυφαία μιούζικαλ όλων των εποχών υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Γιάννη Κακλέα. Το Chicago που παρακολουθήσαμε στο θέατρο Ολύμπια τον Φεβρουάριο του 2020 ήταν όλα όσα υποσχόταν και πολλά περισσότερα. Μια φαντασμαγορική παράσταση, ένα μιούζικαλ υπερπαραγωγή (πόσω μάλλον για τα ελληνικά δεδομένα) με πρωταγωνιστές τους Νάντια Μπουλέ, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Αιμιλιανό Σταματάκη, Αργύρη Πανταζάρα, Μίνωα Θεοχάρη, Γιάννη Ποιμενίδη και Δάφνη Λαμπρόγιαννη.

Η ιστορία του έργου ξεκινά σε ένα νάιτ κλαμπ. Η φιλόδοξη νεαρή χορεύτρια Ρόξι Χαρτ φυλακίζεται για τη δολοφονία του εραστή της. Στη φυλακή γνωρίζει μια ντίβα του βαριετέ, τη Βέλμα Κέλι, η οποία είναι επίσης έγκλειστη για φόνο. Η ατίθαση Βέλμα γίνεται το ίνδαλμα της Ρόξι και, παίρνοντας το παράδειγμά της, συνεργάζεται με τον κυνικό δανδή μεγαλοδικηγόρο Μπίλι Φλιν. Με διάφορα τερτίπια στρέφει την προσοχή των μίντια πάνω της, ώστε να έχει την κοινή γνώμη με το μέρος της κι εντέλει να επιτύχει την αθώωσή της. Με έπαρση αλλά και ειρωνεία, ο γοητευτικός μεγαλοδικηγόρος Φλιν, που έχει βρει τον τρόπο να χειραγωγεί τους μάρτυρες, να ελέγχει τα μέσα και να μετατρέπει το δικαστήριο σε αρένα, τραγουδά: «Όλα είναι ένα τσίρκο, μωρό μου: αυτή η δίκη, η ίδια η σόου μπίζνες, ολόκληρος ο κόσμος είναι ένα θέαμα», αφήνοντας να βγει στην επιφάνεια με μοναδικό τρόπο το ηθικό δίδαγμα του έργου.

Τρίτο Στεφάνι (Θέατρο Παλλάς, Φθινόπωρο – Χειμώνας 2020)

Μεστή, απαλλαγμένη από σκηνοθετικές ή αφηγηματικές αμετροέπειες η παράσταση του Παλλάς κέρδισε επάξια το χειροκρότημα των λίγων -λόγω Covid- θεατών. Ο χρονικός περιορισμός στη διάρκεια του έργου, αφού το διάλειμμα απαγορεύθηκε, μάλλον λειτούργησε θετικά. Η παράσταση προβλήθηκε διαδικτυακά από το Θέατρο Παλλάς τον Δεκέμβριο του 2020 με μεγάλη επιτυχία.

Το μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή με όχημα τη ζωή δύο γυναικών, της Εκάβης και της Νίνας, διατρέχει ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής ιστορίας του εικοστού αιώνα. Δεν πρόκειται για στείρο ηθογράφημα αλλά για ένα έργο που ρίχνοντας τον προβολέα στο άτομο, φωτίζει την κοινωνία των καίριων εκείνων ιστορικών στιγμών. Οι πολιτικοκοινωνικές ανακατατάξεις και τα απότοκα των πολέμων που ταλάνιζαν την Ελλάδα ενσωματώνονται στο έργο του κοσμογυρισμένου συγγραφέα, ο οποίος χρησιμοποιώντας πολλούς όρους της αγγλόφωνης πεζογραφίας, φτιάχνει ένα μυθιστόρημα με ελληνική πνοή και έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Θέματα όπως το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, η ομοφυλοφιλία, η απιστία, η φτώχεια, ο πόλεμος κ.ά. σχολιάζονται από τον συγγραφέα με οξυδερκές χιούμορ χωρίς να προκαλούν δυσφορία. Ασφαλώς στο έργο επικρατούν οι αναδρομές στο παρελθόν και το μοντάζ.

Όπου χρειαζόταν εύθραυστη, εκεί που έπρεπε δυναμική και πάντα υπηρετώντας τις επιταγές του κειμένου η Μαρία Κίτσου αν και δεν έφερε κάτι από ταλαιπωρημένη Νίνα, αφού έλαμπε μέσα στο μεταξωτό φουστάνι της, ελίχθηκε καταπληκτικά ανάμεσα στις απαραίτητες συναισθηματικές εναλλαγές. Η Μαρία Καβογιάννη, από την άλλη, ανεπιτήδευτα άμεση και απόλυτα συμπαθής έπλασε μια Εκάβη περισσότερο θύμα και με μικρό μερίδιο ευθύνης στα δεινά της ζωής.

Ιστορία Χωρίς Όνομα (Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Ιανουάριος 2020)

Ύστερα από την επιτυχημένη της πορεία στο Θέατρο Αριστοτέλειον στην Θεσσαλονίκη τον Δεκέμβριο του 2019, η παράσταση “Ιστορία Χωρίς Όνομα” σε σκηνοθεσία Κώστα Γάκη συνέχισε από τις 17 Ιανουαρίου 2020 τον θρίαμβό της στην Αθήνα, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, με συνεχόμενες sold out παραστάσεις. H υποδοχή της παράστασης ήταν διθυραμβική και στην καλοκαιρινή περιοδεία της στην Κύπρο.

Η παράσταση αφηγείται τον θυελλώδη έρωτα της Πηνελόπης Δέλτα και του Ίωνος Δραγούμη. Ίων Δραγούμης και Πηνελόπη Δέλτα. Μια ψυχή χωρισμένη σε δύο σώματα. Ένας θαμμένος πόνος που δεν εκτονώθηκε ποτέ. Δύο λυγμοί που συνορεύουν. Ο έρωτας και η πατρίδα. Μια ιστορία ηδονής και οδύνης. Ο εμβληματικός διπλωμάτης και η σπουδαία συγγραφέας σε μια νοερή ζωή επιθυμίας, ονείρων, υψηλών ιδανικών, υψηλών δεσμεύσεων, υψηλών οραμάτων.

Ο Τάσος Νούσιας ενσαρκώνει τον εμβληματικό και για πολλούς αμφιλεγόμενο διπλωμάτη, λόγιο και πολιτικό Ίωνα Δραγούμη. Η εξαιρετική Μπέτυ Λιβανού και η αποκαλυπτική Μαρία Παπαφωτίου μοιράζονται δύο διαφορετικές εποχές της σπουδαίας συγγραφέως και ιστορικής προσωπικότητας, Πηνελόπης Δέλτα. Στη διανομή του έργου προστέθηκε το 2020 και ο Νίκος Ορφανός, στον ρόλο του Στέφανου Δέλτα.

Ποντικοπαγίδα (Θέατρο Νέος Ακάδημος, Φθινόπωρο 2020)

Μια ακόμη παράσταση που παρακολουθήσαμε το 2020 και ξεχωρίσαμε λόγω και της αγάπης μας για το είδος του αστυνομικού και την βασίλισσα αυτού, Αγκάθα Κρίστι, ήταν και η “Ποντικοπαγίδα” στο Νέο Ακάδημο. H διάσημη συγγραφέας, όταν το έγραψε, δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να αντέξει στη σκηνή για πάνω από 8 εβδομάδες. Όταν η ιστορία τη διέψευσε, απέδωσε την συνεχιζόμενη επιτυχία του έργου στο γεγονός πως υπάρχει «κάτι» στο κείμενο που αφορά κάθε θεατή προσωπικά.

Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται σε μια απομονωμένη πανσιόν μιας επαρχίας, την ώρα που το χιόνι πέφτει πυκνό. Οκτώ ήρωες, που όλοι τους κρύβουν ένα μυστικό, βρίσκονται αντιμέτωποι με σκληρές αλήθειες και επικίνδυνα ψέματα. Ο φόβος τους κυκλώνει και ένας δολοφόνος βρίσκεται ανάμεσά τους. Μια ιστορία εκδίκησης με αιφνιδιαστικές ανατροπές, έξυπνα τεχνάσματα και μια ποντικοπαγίδα που περιμένει το επόμενο θύμα της!

Στη νέα προσαρμογή του έργου, σε σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία Κίρκης Καραλή, μια ομάδα οκτώ πρωταγωνιστών (Μαρία Κωνσταντάκη, Ερρίκος Λίτσης, Δανάη Λουκάκη, Ράνια Οικονομίδου, Σήφης Πολυζωίδης, Νίκος Πουρσανίδης, Μιχάλης Συριόπουλος, Αποστόλης Τότσικας), μεταφέρεται κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, προτού μπουν τα κινητά τηλέφωνα στις ζωές μας, σε μια πανσιόν της ελληνικής επαρχίας. Λατρέψαμε την νέα διασκευή του κλασικού και αγαπημένου μυθιστορήματος. Η ατμόσφαιρα ήταν υποβλητική και γεμάτη σασπένς, όπως αρμόζει άλλωστε σε έργα της Αγκάθα Κρίστι, και σε έκανε να αναζητείς αγωνιωδώς την αλήθεια. Πολύ δυνατές ερμηνείες από την πλειοψηφία των ηθοποιών, εκ των οποίων ξεχωρίσαμε για άλλη μια φορά την ερμηνεία του ταλαντούχου και βραβευμένου με Χορν νέου ηθοποιού, Μιχάλη Συριόπουλου.

ΠΗΓΕΣ: https://dromospoihshs.home.blog/2020/07/27/persesaisxylos/, https://www.efsyn.gr/nisides/anohyroti-poli/272578_theatro-meta-tin-pandimia, https://www.culturenow.gr/h-pontikopagida-tis-agkatha-kristi-ston-neo-akadimo/, https://www.culturenow.gr/kritiki-gia-to-trito-stefani-sto-theatro-pallas-enas-kosmos-poy-allazei/, https://www.culturenow.gr/istoria-xoris-onoma-gia-deyteri-xronia-sto-idryma-mixalis-kakogiannis/, https://www.athinorama.gr/theatre/article/chicago_miouzikal_uperparagogi_sto_olumpia-2538902.html

Ο κύκλος με την κιμωλία, ένα λαϊκό παραμύθι στο θέατρο

Ο συγγραφέας

«Μα δε θα λένε: Ήτανε σκοτεινοί οι καιροί.

Θα λένε: Γιατί σιωπούν οι ποιητές τους;»

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ ήταν Γερμανός δραματουργός, σκηνοθέτης και ποιητής. Σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο του Μονάχου. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε ως νοσοκόμος. Από νεαρή ηλικία άρχισε να γράφει ποιήματα και θεατρικά. Το 1923 προσελήφθη ως βοηθός σκηνοθέτη στο Γερμανικό Θέατρο του Βερολίνου υπό την διεύθυνση του Μαξ Ράινχαρτ. Το 1933, με την άνοδο του ναζισμού στην Γερμανία, ο Μπρεχτ αυτοεξορίστηκε μέχρι το έτος 1948. Μετά το τέλος του πολέμου εγκαταστάθηκε στην Λαϊκή Δημοκρατίας της Γερμανίας. Τον Ιανουάριο του 1949 ίδρυσε το Μπερλίνερ Ανσάμπλ. Το 1954 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν για την Ειρήνη. Θεωρείται ο πατέρας του επικού ή διαλεκτικού θεάτρου στην Γερμανία. Έγραψε μερικά από τα πιο δημοφιλή θεατρικά έργα, ορισμένα πεζά κείμενα και ποίηση. Έφυγε από τη ζωή το 1956.

Με επιρροές από την ιστορία και τη φιλοσοφία, τον Καρτέσιο, τους Διαφωτιστές, τον Σωκράτη, τον Χέγκελ και τη Διαλεκτική του, αλλά και από τον λαϊκό μύθο και το κινεζικό θέατρο, ο Μπρεχτ διαμόρφωσε μια καινούργια δική του προσωπική αισθητική αντίληψη για το θέατρο και την τέχνη. Η αισθητική του εδράζεται στην κατάργηση του ατόμου ως φυσικού όντος· υπάρχει μόνον ως παραγωγικό στοιχείο μέσα στο κοινωνικό πεδίο, δηλαδή μόνον διαλεκτικά στο
πεδίο των σχέσεων (Irrlitz 1986, Στάγκος 1970). Ο Μπρεχτ μελέτησε και εγκολπώθηκε τη μαρξιστική θεωρία και o όρος επικό θέατρο ή διαλεκτικό θέατρο είναι ταυτισμένος με αυτόν: το θέατρο οφείλει να εγγράψει τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα του καιρού του, και να κινητοποιεί τη (δια)νόηση του θεατή αντί για το συναίσθημα. Απομακρύνεται από την αριστοτελική έννοια της κάθαρσης ως ζητούμενο για τους θεατές (Mayer 1986). Δεν αντιμάχεται τα συναισθήματα, αλλά τα ερευνά, και προχωρεί πέρα από αυτά (Brecht 1967).Το ζητούμενο είναι ένας θεατής που θα στέκεται με κριτική ματιά απέναντι στο θέαμα, με απώτερο στόχο να αναγνωρίσει την κοινωνική αδικία, την εκμετάλλευση και να αναζητήσει τρόπους για να αλλάξει τις υπάρχουσες δομές μιας τέτοιας κοινωνίας. Eξέχοντα ρόλο στο θέατρο του Μπρεχτ έχει η τεχνική της αποστασιοποίησης (Verfremdungseffekt ή V-Effekt), ή αποξένωσης (παραξένισμα κατά τον Μάρκαρη, 1982:38)

Η αποστασιοποίηση επιτυγχάνεται με τη ρήξη της σκηνής: ο ηθοποιός-αφηγητής που βγαίνει για λίγο από τον ρόλο του για να μιλήσει απευθείας στο κοινό. Κατά κάποιον τρόπο λοιπόν, το θέατρο του Μπρεχτ αποκτά και διδακτικό χαρακτήρα, με στόχο να παρουσιάσει το οικείο ως ξένο, έτσι ώστε το κοινό να μην παίρνει ως δεδομένο ούτε το περιεχόμενο, αλλά ούτε και την ίδια την φόρμα του θεάτρου. Για τον Μπρεχτ, αρετή είναι η γνώση και η κριτική σκέψη στην κοινωνική πράξη (Irrlitz 1986, myTheatro.gr 2016)

To έργο

Διαβάζοντας το έργο σε μετάφραση του Τάσου Ψηλογιαννόπουλου από τις εκδόσεις Αργοναύτης είχαμε την ευκαιρία να βυθιστούμε σε αυτή την πού ενδιαφέρουσα και αμφίσημη ιστορία και να γνωρίσουμε τον μοναδικό τρόπο γραψίματος του Μπρεχτ, τα ηθικά διλήμματα στα οποία θέτει τους ήρωές του και τον τρόπο που μετατρέπει μια χιλιοειπωμένη λαϊκή ιστορία σε ένα δράμα οικουμενικό και επίκαιρο.

Την εποχή που γράφτηκε το έργο, ο κόσμος έβγαινε από τα ερείπια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και προσπαθούσε να επαναπροσδιοριστεί, για να χτίσει ξανά τη ζωή του. Ήταν η περίοδος της αυτοεξορίας του συγγραφέα στις ΗΠΑ, και ο αρχικός τίτλος ήταν «Ο Καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία». Ολοκληρώθηκε το 1945 και έμελλε να γίνει από τα διασημότερα και πιο πολυπαιγμένα παγκοσμίως έργα του Γερμανού δραματουργού και ποιητή. Αξίζει να δούμε αναλυτικά την πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή του, τα πρόσωπα που εμφανίζονται και μια βαθύτερη ανάλυσή του.

Στα σύνορα ενός κατεστραμμένου χωριού στον Καύκασο, υπάρχει φιλονικία των κατοίκων για την περαιτέρω αξιοποίηση της γης. Η λεκτική μάχη κερδίζεται από τον «απεσταλμένο» και για να γιορτάσουν το γεγονός, καλούν μερικούς καλλιτέχνες οι οποίοι αφηγούνται μια ιστορία με κινέζικες ρίζες, που περιλαμβάνει χορό και τραγούδι, τον «Κύκλο με την κιμωλία». Η ιστορία μας λοιπόν ξεκινά εγκιβωτισμένη σε μια άλλη ιστορία και την ακούμε μέσα από τα λόγια του Τραγουδιστή. Η Γκρούσα, υπηρέτρια στο παλάτι των Αμπασβίλι, καλείται τη μέρα που ξεσπά η επανάσταση στη χώρα, να προστατέψει τον ξεχασμένο νεαρό πρίγκιπα Μιχέλ από όσους επιδιώκουν το θάνατό του. Βρίσκεται μόνη απέναντι σε ένα βρέφος και παίρνει τη σημαντικότερη απόφαση της ζωής της, όταν το σώζει και το κουβαλά μαζί σε διάφορους προορισμούς. Οι δυσκολίες πολλές, όμως την κρατά ζωντανή η θύμηση του αρραβωνιαστικού της Σίμωνα και η ελπίδα ότι κάτι αναπάντεχο θα συμβεί και τα πράγματα θα καλυτερέψουν. Όσο περνά ο καιρός, εκείνη δοκιμάζεται σκληρά και για να εξασφαλίσει το μέλλον του παιδιού, διακινδυνεύει αρκετές φορές, ενώ φτάνει μέχρι το γάμο με έναν που δεν αγαπά, απλά για να αποκτήσει κοινωνική υπόληψη. Κάποια μέρα εμφανίζεται η πραγματική μητέρα του Μιχέλ,η Νατέλα και διεκδικεί κάθε νόμιμο δικαίωμά της, όπως και την περιουσία που κληρονομεί ως πρίγκιπας. Στο πλευρό της Γκρούσα θα σταθεί αρκετός κόσμος και ιδιαίτερα ο Σίμωνας που έχει εντωμεταξύ επανεμφανιστεί. Ο ιδιόρρυθμος γραμματέας του χωριού Αζντάκ, θα βάλει τις δύο μητέρες σε μια δοκιμασία ώστε να αποφασίσει σε ποια θα δώσει το παιδί, και ενώ αρχικά κριτήριο για την επιλογή είναι η δύναμη, στο τέλος θα νικήσει η αγνή αγάπη. Η αληθινή αγάπη είναι οδηγός για την κρίση του Αζντάκ: Μητέρα του παιδιού είναι εκείνη που το αξίζει και η Γκρούσα δικαιώνεται.

O τραγουδιστής Αρκάντι Τσάιντσε του επικού θεάτρου, καταλήγει στο επιμύθιο: «τα παιδιά ανήκουν σε αυτές που φέρονται σαν μανάδες για να μεγαλώσουν σωστά, οι άμαξες στους καλούς αμαξάδες για να πηγαίνουν σωστά και η κοιλάδα σ’ αυτούς που θα την ποτίζουν για να βγάλει νερό» ενώνοντας έτσι τη μυθοπλαστική ιστορία με εκείνη της πλασματικής πραγματικότητας, με το όραμα μιας μελλοντικής κοινωνίας που το κοινό οφείλει να υλοποιήσει (Μαράκα 2005:295-324).

Τα πρόσωπα

Τα πρόσωπα του έργου είναι αρκετά, οπότε η καταγραφή τους στην αρχή του βιβλίου μαζί με τις ιδιότητες του καθενός υπήρξε αρκετά βοηθητική για εμάς. Όσον αφορά τους δύο σημαντικότερους χαρακτήρες της ιστορίας, τη Γκρούσα και τον Αζντάκ, η πρώτη αρχικά είναι ένα ευγενές «κορόιδο» που επωμίζεται την τεράστια ευθύνη και κινδυνεύει, μα και η έκφραση της πίστης του Μπρεχτ πως μητρότητα σημαίνει τελικά καλοσύνη. Μέσω θυσιών και εμποδίων, επέρχεται η σωτηρία του παιδιού και αυτό αποκαθιστά την τάξη και την ισορροπία σε αυτήν την ιδιάζουσα σχέση. Ο Αζντάκ, είναι ο σοφός τρελός με την αλάνθαστη λαϊκή συνείδηση, που με περίτεχνα κόλπα αποκαθιστά εν μέρει την τάξη και το δίκαιο, μα συμβολίζει ταυτόχρονα τα εκφυλισμένα συμφέροντα και τον τρόπο διεκδίκησης μιας ασαφούς δικαιοσύνης. Όταν όμως η πολιτική τάξη αποκατασταθεί θα εξαφανιστεί, όπως αρμόζει σε έναν ρομαντικό επαναστάτη. Ο ρόλος του Αζντάκ, πρόκειται για τον πιο χυμώδη ήρωα του έργου. «Ο Καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία» είναι παράλληλα η ιστορία του Αζντάκ του κλεφτοκοτά που έγινε δικαστής, επειδή στην επανάσταση έκρυψε στο σπίτι του τον Μεγάλο Δούκα και του έσωσε τη ζωή.

Η ανάλυση

Ένα λαϊκό παραμύθι, αισθαντικό και καθάριο, τοποθετείται από τον συγγραφέα, μπροστά από το ιστορικό φόντο που είναι -όπως πάντα άγριο, αδίστακτο και σκοτεινό. Το μπρεχτικό θέατρο, λαϊκό, ψυχαγωγικό και διδακτικό, με επικές αφηγητικές αποχρώσεις, το έργο που κυριαρχείται από το αντιπολεμικό πνεύμα του συγγραφέα, είναι μια αλληγορία, μια παραβολή «για τον πειρασμό της καλοσύνης», σύμφωνα με τα λόγια του Μπρεχτ. Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ συνδυάζει τη σκληρή κριτική στην εξουσία με την ελπίδα του για τον άνθρωπο, αρχικά το κριτήριο επιλογής είναι η δύναμη, στο τέλος θα νικήσει η αγνή αγάπη. Σ΄ έναν κόσμο, όπου θριαμβεύει η αδικία, η αλαζονεία της εξουσίας και του πλούτου, σε μια εποχή σκληρή και δύσκολη όπως αυτή που ζούμε σήμερα, ο Μπρεχτ, παραμένει μέγας ποιητής – οραματιστής και μέσα από τη θεατρική πράξη μεταφέρει την πίστη του στον θρίαμβο της Δικαιοσύνης και άρα της Ανθρωπότητας. Πρόκειται για μια τρυφερή ιστορία μητρότητας, που, ταυτόχρονα, αποτελεί και μία σαρκαστική κωμωδία πάνω στη δικαιοσύνη και την εξουσία. Ο Οδυσσέας Ελύτης, που έχει επίσης μεταφράσει το έργο αναφέρει πως “το παραμυθένιο υπόβαθρο του έργου και οι βαθύτατα ανθρώπινες στιγμές του μου έδωσαν μια χαρά που θα ήθελα, μέσα από τη δική μου αίσθηση, να τη μεταδώσω και στους αναγνώστες”. Το έργο που κυριαρχείται από το αντιπολεμικό πνεύμα του συγγραφέα, είναι μια αλληγορία, μια παραβολή «για τον πειρασμό της καλοσύνης», σύμφωνα με τα λόγια του Μπρεχτ. Φαινομενικά ως παραμύθι που διαρθρώνεται με ιδεολογική δυναμική στο εσωτερικό του, «Ο Καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία» αποτυπώνει από νωρίς τις διάφορες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις. Ένα έργο που ασκεί κριτική στους λειτουργούς των θεσμών, στους πολιτικούς, στους στρατιωτικούς, στους δικηγόρους, στους γιατρούς, στους ιερωμένους. Αυτό που λέμε «λαϊκό θέατρο».

Ο μύθος συναντάται στην Παλαιά Διαθήκη (ο σοφός Σολομών), όσο και σε ένα παλιό κινεζικό παραμύθι του 13ου αι. Τον κινεζικό μύθο είχε μεταγράψει ελεύθερα σε θεατρικό έργο ο γερμανός συγγραφέας Alfred Henschke (Klabund). Η επαφή με τον Klabund και τον τρόπο προσέγγισής του, εντυπωσίασε τον Μπρεχτ, όπως ο ίδιος αναφέρει (Brecht 1967). Η δοκιμασία του κύκλου με την κιμωλία είχε απασχολήσει τον Μπρεχτ σε προηγούμενα έργα του (Der Augsburger Kreidekreis), αλλά στον Καυκασιανό Κύκλο ανατρέπει τον γνωστό μύθο, κατά τον οποίο το παιδί αποδίδεται με τη δοκιμασία του κύκλου στην βιολογική μητέρα.

Αντί επιλόγου

Με το πείραμα του κύκλου με την κιμωλία, περνάει το μήνυμα “Κανένα πράγμα δεν είναι κανενός, αλλά σ’ αυτόν που το ‘χει μεράκι και η γη σ’ αυτούς που τη πονούν και τη δουλεύουν” Το πρώτο θεατρικό του Μπρέχτ που ανέβηκε στη Ελλάδα και με αυτό πήρε σάρκα και οστά το έργο του στο Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν 1957, σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη και. μουσική του Μάνου Χατζηδάκι. Απέσπασε πολύ καλές κριτικές και όλοι μιλούσαν για μία από τις καλές στιγμές του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου-πολιτισμού.

Πηγή:

https://m.naftemporiki.gr/story/923843

http://metafraseis.enl.uoa.gr/fileadmin/metafraseis.enl.uoa.gr/uploads/Greek_Andromachi_Malakata_PUBLICATION.pdf
https://www.902.gr/sites/default/files/MediaV2/20170105/o_kaykasianos_kyklos_me_tin_kimolia_mpreht_dt_2.pdf

Οι μάγισσες του Σάλεμ: η αληθινή ιστορία πίσω από το θεατρικό έργο

Σε αυτό το έργο θα μεταφερθούμε το 1692 στο Σάλεμ, ένα μικρό χωριό στην επαρχία της Μασαχουσέτης. Κατά το 17ο αιώνα στην αποικία της Μασαχουσέτης, όπως και στις περισσότερες πουριτανικές αποικίες στο Νέο Κόσμο, υπήρχε η πεποίθηση στους κατοίκους ότι βρίσκονταν σε διαρκή μάχη με το Σατανά. Επίσης, η αντιμαχία του Σάλεμ Βίλατζ με τη γειτονική Σάλεμ Τάουν, μια πρόσφατη επιδημία ευλογιάς και ο φόβος της επίθεσης από πολεμικές φυλές ιθαγενών δημιούργησαν ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας. Είχε προηγηθεί το κυνήγι μαγισσών στην Ευρώπη, οπότε ο φόβος για πιθανή “μόλυνση” του Νέου Κόσμου ήταν εμφανής.

Η ιστορία ξεκινά όταν η Ελίζαμπεθ Πάρις (Μπέτι), και η προστατευόμενη , Άμπιγκεϊλ Ουίλιαμς, άρχισαν να παρουσιάζουν περίεργα συμπτώματα, τα οποία κανείς γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει. Τα συμπτώματα περιλάμβαναν κραυγές, βλασφημίες, σπασμούς, μυστήριες επικλήσεις και κατάσταση έκστασης και σύντομα παρατηρήθηκαν και σε άλλα κορίτσια της πόλης. Έτσι ο αιδεσιμότατος Σάμιουελ Πάρις, πατέρας της Μπέτι, αφού φέρεται να έπιασε επ’ αυτοφόρω τα κορίτσια στο δάσος να χορεύουν ζήτησε βοήθεια και από γειτονικές πόλεις. Ο φιλάργυρος, όπως παρουσιάζεται, πρώην έμπορος και νυν ιερέα αλλά και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης άρχισαν να πιέζουν τα κορίτσια να κατονομάσουν τους ανθρώπους που καταπιάνονταν με «έργα του Διαβόλου». Σύντομα και η Άννα Πούτναμ, ένα ακόμα μέλος μιας ευυπόληπτης οικογένειας, θα εμφανίσει παρόμοια συμπτώματα. Και οι δύο γονείς της, με τραγικό πρόσωπο την μητέρας της που πίστευε πως ο θάνατος των 7 νεογνών της οφείλεται σε επέμβαση του σατανά θα στραφούν κατά της μαγείας και ιδίως των προσώπων που πίστευαν ότι εμπλέκονταν σε αυτή. H Άμπιγκεϊλ είναι παράφορα ερωτευμένη με τον αγρότη Τζον Πρόκτορ, που την έχει προηγουμένως απορρίψει και έχει επιλέξει να ζήσει με την γυναίκα του.

Πρώτο θύμα αυτού του κυνηγιού υπήρξε αν μη τι άλλο, μια ξένη, η Τιτούμπα, ινδιάνα σκλάβα που είχε γεννηθεί στη Νότια Αμερική και είχε φέρει μαζί του ο ιερέας από τα νησιά Μπαρμπάντος, γνώστρια της μαγικής λατρείας της Obeah. Τα κορίτσια του χωριού την επισκέπτονταν συχνά την Τιτούμπα προκειμένου να τις φέρει σε επαφή με πνεύματα. Εξαιτίας της πίεσης που της άσκησαν, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι ήταν η υπεύθυνη για την κατάσταση των κοριτσιών. Μαζί της συνελήφθησαν ακόμα δύο γυναίκες. Η Σάρα Γκουντ ήταν επαίτης, κόρη ενός Γάλλου ξενοδόχου, που αυτοκτόνησε όταν η ίδια ήταν έφηβη ακόμα και η Σάρα Όσμπορν ήταν μία κατάκοιτη ηλικιωμένη, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν εκκλησιαζόταν και είχε νομικές αντιμαχίες με την οικογένεια Πούτναμ. Σύντομα, ξεκίνησαν οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ των κατοίκων. Δύο δικαστές έφτασαν στην πόλη: ο Τζον Χάθορν κι ο Τζόναθαν Κόργουιν, ενώ λίγους μήνες μετά στήθηκε στο χωριό δικαστήριο με επικεφαλής τον δικαστή Γουίλιαμ Στάουτον, ο οποίος περιγράφεται ως χωρίς οίκτο και με δίψα για την εξουσία.

Τραγικά είναι τα πρόσωπα εκείνων των ανδρών που προσπαθούν να σώσουν τις γυναίκες τους από την αγχόνη. Ο Τζιλ Κόρεϊ και ο Τζον Πρόκτορ εναντιώθηκαν στην σύλληψη των γυναικών τους που επήλθε κατόπιν καταθέσεων των νεαρών κοριτσιών και ιδίως της Μαίρη Γουόρεν, η οποία ήταν υπηρέτρια στο αγρόκτημα των Πρόκτορ. Η εναντίωση στην απόφαση του δικαστή επέφερε και στην στοχοποίησή τους. Ενώ ο Πρόκτορ έπεισε τον Γουόρεν να ομολογήσει τις ψευδείς της κατηγορίες ενώπιον του δικαστηρίου, η νεαρή Άμπιγκεϊλ που εποφθαλμιούσε τον Πρόκτορ την μετέπεισε, ώστε να κατηγορήσει και εκείνον για παρόμοιες ενέργειες.

Ο μη εκκλησιασμός του τις Κυριακές, οι διακηρύξεις περί μη πίστης στον διάβολο και το γεγονός πως το ένα εκ των παιδιών του δεν είχε βαπτιστεί ήταν αρκετές ενδείξεις για να κατηγορήσουν και εκείνον για μαγεία. Αφού παραδέχθηκε για να υποστηρίξει περαιτέρω την σύζυγό του πως είχε νιώσει σφοδρή επιθυμία για την νεαρή Άμπιγκεϊλ και αυτός ήταν ο λόγος που η γυναίκα του την έχει διώξει από το σπίτι τους, η θέση του επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο. Ανάλογη κατάληξη είχε και ο Κόρεϊ. Κατόπιν αυτόν συνελήφθησαν, ενώ η γυναίκα του Ελίζαμπεθ Πρόκτορ αφέθηκε ελεύθερη, καθώς ήταν έγκυος. Ο Κόρεϊ πέθανε αφού τον καταπλάκωσαν με πέτρες, χωρίς να ομολογήσει πως υπηρετούσε τον σατανά μήτε όμως και το αντίθετο. Έτσι, απεβίωσε σαν Χριστιανός και τα παιδιά του δεν έχασαν το κληρονομικό τους δικαίωμα στο κτήμα του. Ο Πρόκτορ, ενώ κλήθηκε να υπογράψει πως είχε δει τον διάβολο και είχε εργαστεί για αυτόν, δεν ομολόγησε ποτέ τελικά και κρεμάστηκε, όπως και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αφήνοντας πίσω τα παιδιά και την σύζυγό του, στην οποία τελικά αποδόθηκε χάρη.

Οι δίκες τερματίστηκαν με την επιστροφή του κυβερνήτη Γουίλιαμ Φιπς στη Μασαχουσέτη από τον πόλεμο, ο οποίος απένειμε χάρη στους φυλακισμένους. Όμως το γεγονός λειτουργεί μέχρι σήμερα ως μια θλιβερή υπενθύμιση του πού μπορεί να οδηγήσουν η απομόνωση και ο θρησκευτικός φανατισμός. Μια μελέτη του 1976 (Science) την «υστερική» συμπεριφορά των κατηγορούμενων στο κυνήγι μαγισσών του Σάλεμ αποδίδει σε ένα παράσιτο της σίκαλης, το εργότιο, που απελευθερώνει την ψυχοτρόπο ουσία λυσεργικό οξύ (το οποίο χρησιμοποιείται και στην παρασκευή LSD). Άλλα σενάρια που έχουν προταθεί είναι ότι έπασχαν από ληθαργική εγκεφαλίτιδα, μια νόσο που μετέδιδαν τα ζώα και τα πτηνά, ή από τη νόσο Lyme. Μπορεί όμως επίσης να ήταν ψυχοσωματικά συμπτώματα της κοινωνικής απομόνωσης που βίωναν εκείνοι οι άνθρωποι στην ήδη απομονωμένη Νέα Αγγλία. Κάποιοι μελετητές επισημαίνουν τις διαφορές μεταξύ των κατηγορούμενων και των κατηγόρων, οι οποίες προφανώς έκαναν τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Οι περισσότεροι από τους κατηγορούμενους ζούσαν στα νότια και πολλοί από αυτούς ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τους κατηγόρους τους. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κατηγορίες κατά οικογενειών είχαν ως αποτέλεσμα περιουσιακά κέρδη για τους κατηγόρους. Επίσης, κατήγοροι και κατηγορούμενοι είχαν διαφορετικές τοποθετήσεις σε εκκλησιαστικά ζητήματα τα οποία είχαν προκαλέσει διχασμό στο χωριό πριν το ξέσπασμα της υστερίας.

Ο Άρθουρ Μίλλερ πήρε την γνωστή αυτή ιστορία και την μετέτρεψε σε ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα θεατρικά έργα. Ανέβασε to 1953 στο Μπρόντγουεϊ το έργο του «The Crucible», το οποίο βραβεύτηκε με Βραβείο Τόνι. «Ένα έργο για την ατομική συνείδηση και την κοινωνική τυραννία που βιώνει κάθε πολιτισμός και κάθε γενιά» θα σημειώσουν οι New York Times. Ο ίδιος ο Μίλλερ θα πει: «Όταν η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη ο φόβος παίρνει υπόσταση. Οι άνθρωποι του Σάλεμ έβλεπαν τον εαυτό τους σαν κάτοχο μιας ανώτερης αλήθειας. Αν το φως αυτής της αλήθειας έσβηνε, πίστευαν πως θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου. Όταν έχετε έναν ιδεολογικό κόσμο που θεωρεί τον εαυτό του τόσο αγνό, είναι φυσικό να τείνετε προς τα άκρα». Ένα έργο οικουμενικό και επίκαιρο σαν αυτό δεν μπορούσε παρά να κατακρίνει τον ρατσισμό και τον φανατισμό οποιαδήποτε μορφή αυτός λαμβάνει. Εξάλλου, η Τιτούμπα ως εξιλαστήριο θύμα έγινε σύμβολο της εποχής που έζησε και δημιούργησε ο Μίλλερ που χαρακτηριζόταν από βία και έμφυλες διακρίσεις ιδίως κατά του εγχρώμου πληθυσμού της Αμερικής. Είχε στόχο να καταγγείλει την αντικομουνιστική υστερία που επικράτησε στις ΗΠΑ την εποχή του μακαρθισμού και οδήγησε στη φυσική ή στην ηθική εξόντωση απλών πολιτών, ιδεολόγων και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου.

Αλλά ο Μίλλερ δεν έμεινε μόνο σε μια πολιτική και κοινωνική καταγγελία. Διείσδυσε βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή και με άγγελο τον Πρόκτορ ξεπέρασε εκπληκτικά το ιστορικό επεισόδιο που έχει δεχτεί για υπόδειγμά του. Ο ήρωας, κουβαλώντας μια προσωπική αμαρτία, αυτή της συζυγικής απιστίας, που ακόμα και αν δεν παίρνει σάρκα και οστά, ζούσε στην σκέψη του πρέπει προτού χάσει τη ζωή του να εξασφαλίσει την συγγνώμη της γυναίκας του αλλά και την προσωπική του κάθαρση. Αγωνίζεται να μην χάσει την ψυχή του, αφού είχε ήδη με την παραδοχή της απιστίας σπιλώσει το όνομά του. Οι δραματικοί του μονόλογοι είναι συνταρακτικοί και αποκρυσταλλώνουν ευαγώς την αγωνία ενός ανθρώπου να μετανοήσει, να αλλάξει πορεία στην ζωή του που βλέπει να τελειώνει χωρίς σημαντικό λόγο. Γινόμαστε μάρτυρες της μεταστροφής, του Γολγοθά του και της θυσία του. Θυσιάζει την ζωή του για να κρατήσει αμόλυντη από τον δογματισμό την ψυχή του.

Στην Ελλάδα, ανέβηκε στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου μόλις δυο χρόνια αργότερα το 1955 κι έγινε γνωστό με τον τίτλο «Δοκιμασία (Οι μάγισσες του Σάλεμ)». Εμείς παρακολουθήσαμε την παράσταση “The crucible”, η οποία ανέβηκε το 2014 στο θέατρο Old Vic σε σκηνοθεσία του Yaël Farber και με πρωταγωνιστή τον Richard Armitage.

Πηγές:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B5%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%A3%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BC

https://www.culturenow.gr/oi-magisses-toy-salem-toy-arthoyr-miler-sto-theatro-emporikon/

https://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BC-%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%B1

https://sputniknews.gr/epistimi/202006217565526-oi-magisses-tou-salem-oi-daimonismenes-gynaikes-oi-exofrenikes-dikes-oi-varvares-ekteleseis/

«Αγγέλα»: η μαχητική και συγκινητικά αληθινή ηρωίδα του Γιώργου Σεβαστίκογλου

Τρυφερή, ανθρώπινη, μαχητική, συγκινητικά αληθινή, σκληρά πραγματική. Η «Αγγέλα» (1957) του Γιώργου Σεβαστίκογλου είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της νεοελληνικής δραματουργίας.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου τροφοδότησε το νεοελληνικό θέατρο με σημαντικό συγγραφικό, μεταφραστικό, σκηνοθετικό και παιδαγωγικό έργο. Υπηρέτησε το θέατρο, συνδυάζοντας πάντα την καλλιτεχνική δημιουργία με την κοινωνική ευθύνη. Η θεατρική του διαδρομή ανακαλεί, συχνά, δραματικές ιστορικές μνήμες της νεότερης Ελλάδας, που διαποτίζουν κάθε πτυχή της πνευματικής του κατάθεσης και σφραγίζουν τις αναζητήσεις της καλλιτεχνικής του πορείας. Συμμετείχε στον ιδρυτικό πυρήνα του «Θεάτρου Τέχνης», για το οποίο μετέφρασε πληθώρα θεατρικών έργων.

Στη διάρκεια του Εμφυλίου ήταν, μαζί με τον Μάνο Ζαχαρία, υπεύθυνος του κινηματογραφικού συνεργείου του ΔΣΕ. Με την υποχώρηση του ΔΣΕ, βρέθηκε στην Τασκένδη. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1965 αλλά με το απριλιανό πραξικόπημα, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Από το 1981 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, όπου μετέφρασε και σκηνοθέτησε για το Εθνικό Θέατρο και άλλους θιάσους. Σύντροφος της ζωής του, από το 1945, υπήρξε η γνωστή συγγραφέας Άλκη Ζέη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Πέθανε στην Αθήνα, την 1η του Δεκέμβρη 1990.

Έγραψε τα θεατρικά έργα: Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, Κωνσταντίνου και Ελένης , Να λευτερώσουμε τους Αλυσσομένους, Η Μαρούσω η Βαγγέλαινα, Σε Μαρμαρένια Αλώνια, Αγγέλα, Ο Θάνατος Βασιλικού Επίτροπου.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ

Αθήνα. Δεκαετία του ’50. Η Αγγέλα ένα ορφανό κορίτσι έρχεται από το χωριό της στο “μεγάλο κόσμο” της πρωτεύουσας αναζητώντας δουλειά, εκεί αντικαθιστά μια υπηρέτρια που έχει αυτοκτονήσει κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Στον σκοτεινό και περίπλοκο αυτό κόσμο θα συναντήσει τις άλλες υπηρέτριες, θα αφουγκραστεί τους καημούς τους, θα ανακαλύψει τα μυστικά τους, θ’ αποκτήσει φίλους κι εχθρούς. Πολύ σύντομα όμως, ο ερχομός του Λάμπρου, αδερφού της προκατόχου της, θα ανατρέψει κάθε ισορροπία, όταν η αγωνιώδης αναζήτησή του για τους πραγματικούς λόγους της αυτοκτονίας θα φέρει όλους τους ήρωες αντιμέτωπους με τα ηθικά τους διλήμματα και θα τους αναγκάσει να “πάρουν θέση”. Αγγέλα και Λάμπρος μοιραία εμπλέκονται σ’ ένα επικίνδυνο αλλά και γοητευτικό ταξίδι προς την αλήθεια τον έρωτα και τη ζωή, ένα ταξίδι που αποδεικνύεται εξίσου επώδυνο και ανατρεπτικό με απρόβλεπτες συνέπειες για τους ίδιους αλλά και όσους τους περιτριγυρίζουν…

Μνήμες της επαρχίας, έρωτες, όνειρα αλλά και ένας μυστηριώδης θάνατος μπερδεύονται, με φόντο μια Ελλάδα τραυματισμένη από τον Εμφύλιο, όπου κυριαρχούν η φτώχεια, η εκμετάλλευση, η αστυνομία, το όνειρο της φυγής, η μετανάστευση στην Αμερική.

Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου έγραψε την «Αγγέλα» το 1957 στη Μόσχα. Εκεί κατέφυγαν αυτός και η σύζυγός του Άλκη Ζέη, κυνηγημένοι για τις ιδέες τους. Το έργο μεταφράστηκε αμέσως στα ρωσικά και αργότερα και σε πολλές άλλες γλώσσες. Ανέβηκε σε πολλές σκηνές της Ελλάδας και του εξωτερικού. Αποτελεί, αναμφίβολα, μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της νεοελληνικής δραματουργίας. Μια λαϊκή τραγωδία μεταξύ ποίησης και ρεαλισμού, η «Αγγέλα» ανέβηκε ξανά το 2016 είκοσι χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή της στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Παλούμπη. Ιδιαίτερα επιτυχημένη ήταν και η παράσταση των θεατρικών σεζόν 2016-2019 στο θέατρο Altera Pars σε σκηνοθεσία Πέτρου Νάκου. Την παράσταση αυτή είχαμε την χαρά να παρακολουθήσουμε και εμείς τον Ιανουάριο του 2019.

Ο Σεβαστίκογλου συνθέτει ένα σπαρακτικό πορτρέτο της Μετεμφυλιακής Ελλάδας της μετανάστευσης και του ταραγμένου πολιτικού σκηνικού, με επίκεντρο τον μικρόκοσμο των κοριτσιών που δουλεύουν ως υπηρέτριες κι έρχονται αντιμέτωπες καθημερινά με την καταπίεση, την βία και την εκμετάλλευση. Οι ηρωίδες του Σεβαστίκογλου συμβιβάζονται με τη σκληρή τους μοίρα και παραδίδονται άνευ όρων στον αγώνα για την επιβίωση αλλά δεν παύουν να ελπίζουν, να ονειρεύονται και να παραμένουν βαθιά αισιόδοξες. Όλα τα πρόσωπα του έργου, με τις αδυναμίες τους, τα πάθη τους, τα θέλω τους και τα διλήμματα τους, συμπληρώνουν ένα πολυσύνθετο ψηφιδωτό της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης  ανεξαρτήτως εποχής, φυλής και καταγωγής. Η Αγγέλα είναι πάνω απ’ όλα, ένα έργο πανανθρώπινο.

Μέσα από την πορεία για την ανακάλυψη της αλήθειας, το έργο παρακολουθεί και αναδεικνύει την ηθική και ψυχική δοκιμασία των ηρώων, που διεκδικούν απεγνωσμένα το δικαίωμα τους για μια καλύτερη ζωή, γι’ αυτά τα “λίγα” και “απλά πράματα”:

μία πόρτα, ἕν᾿ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ
ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ
ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι.
Ἕναν ἔρωτα ποὺ νὰ μὴ μᾶς τὸν λερώνουν
ἕνα τραγούδι που νὰ μποροῦμε νὰ τραγουδᾶμε…

Το ίδιο το έργο δεν αποτελεί ένα δράμα για τις υπηρέτριες, αλλά απομονώνει και φωτίζει τη λεπτομέρεια ενός μεγάλου πίνακα όπου αποτυπώνεται η διαχρονικότητα ενός μηχανισμού ηθικής διάβρωσης και διαφθοράς που συντηρείται απ τους ισχυρούς . Ο μηχανισμός αυτός κυριαρχεί δραματουργικά στο στήσιμο της πλοκής, και γίνεται η αφορμή για την τελική αποκάλυψη της λειτουργίας του ίδιου του συστήματος.

ΠΗΓΕΣ: http://www.episkinis.gr/2009-05-31-09-20-01/847-2012-06-07-13-42-47, http://www.kulturosupa.gr/theatromania/ktve-aggela-12280/, https://www.culturenow.gr/h-aggela-toy-giorgoy-sevastikogloy-ston-texnoxoro-cartel/, https://www.zougla.gr/politismos/8eatro-politismos/article/agela-tou-giorgou-sevastikoglou-1628191

Ο θεατρικός συμβολαιογράφος του Ραγκαβή

Ο συμβολαιογράφος είναι γραμμένος στην καθαρεύουσα, ενώ o συγγραφέας χρησιμοποιεί πλήθος λέξεων από την κεφαλλονίτικη και την επτανησιακή διάλεκτο κυρίως ιταλικής προέλευσης. Η κατανόηση του έργου δεν είναι ιδιαιτέρα δύσκολη και κάποιες άγνωστες λέξεις μπορούν και να παραληφθούν αφού το νόημα βγαίνει εύκολα από τα συμφραζόμενα. Η έκταση του βιβλίου είναι μικρή, τα νοήματα και η πλοκή ξεκάθαρη, τα πρόσωπα λίγα ενώ το μυστήριο και η αγωνία βοηθούν ώστε ο αναγνώστης να κρατηθεί κοντά στο βιβλίο και να μην τον απομακρύνει η παράξενη ειδικά για τους πιο νέους διάλεκτος. Η αίσθηση που αφήνει η καθαρεύουσα είναι μεγαλοπρεπής, περιγραφική και πιο σύνθετη στην απόδοση εικόνων και συναισθημάτων. Σε δώδεκα μικρά και κοφτά κεφάλαια, τύπου νουάρ, θα παρακολουθήσουμε το χρονικό μίας δολοφονίας ενός πλούσιου γέροντα και την αναζήτηση του δολοφόνου ανάμεσα στους κληρονόμους με κύριο άξονα τις δράσεις ενός παράξενου συμβολαιογράφου του σιορ Τάπα. Αν και δεν μπορεί κανείς να πει ότι οι ανατροπές και οι πρωτοτυπία χαρακτηρίζουν το διήγημα εντούτοις, ο Ραγκαβής καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο μέχρι το τέλος και να βάλει τον αναγνώστη για τα καλά μέσα στην πλοκή και την ζωή των ηρώων κυρίως με την άψογη μετάδοση των συναισθημάτων.

Έτσι, ο «Συμβολαιογράφος», που δεν έχει χαρακτηριστεί τυχαία ως ένα από τα πρώτα αστυνομικά μυθιστορήματα που γράφτηκαν (μόλις το 1850), στηρίζεται σε ένα κατεξοχήν χαρακτηριστικό του αστυνομικού είδους, δηλαδή στον εγκλωβισμό ενός αθώου σε μια πλεκτάνη την οποία γνωρίζουν οι θεατές. Κεντρικό πρόσωπο είναι ο αντιήρωας Σιορ Τάπας, ο συμβολαιογράφος που κινεί παρασκηνιακά τα νήματα σε μια ιστορία κληρονομιάς, για να επιτύχει το καλύτερο για την ευτυχία της κόρης του, και ο οποίος θα καταλήξει τελικά να γίνει ένα πρόσωπο «τραγικό», μια και θα τιμωρηθεί για τη δράση του από την ίδια τη συνείδησή του. Όλα αυτά δοσμένα μέσα από ζωηρά σκιαγραφημένους χαρακτήρες διαφορετικού ηθικού αναστήματος, με το επτανησιακό ιδίωμα, καθώς η ιστορία διαδραματίζεται στην Κεφαλονιά, να επιβάλλεται με τον πλούτο του. Το πλήθος και η ποικιλομορφία των χαρακτήρων είναι ακριβώς τα στοιχεία εκείνα που ευνοούν την θεατρική τους απόδοση.

Αργοστόλι 1882: Ο κόντες Ναννέτος, ένας από τους πιο αξιοσέβαστους τοπικούς άρχοντες της Κεφαλονιάς βρίσκεται δολοφονημένος στην κάμαρά του. Καθώς οι αρχές ψάχνουν να βρουν τον ένοχο, τα πράγματα περιπλέκονται όταν εμφανίζονται δύο διαθήκες του κόντε. Η μία, γραμμένη ανεπίσημα, αφήνει γενικό κληρονόμο τον νεαρό Ροδίνη που δούλευε ως γραμματικός δίπλα στον κόντε ενώ στη δεύτερη, αυτή που εμφανίζει ο συμβολαιογράφος Τάπας, φαίνεται ως γενικός κληρονόμος ο ανιψιός του, Γεράσιμος Ναννέτος. Το παράδοξο είναι πως και οι δύο διαθήκες φέρουν την υπογραφή του κόντε Ναννέτου. Ποια είναι όμως η πραγματική διαθήκη;

Ο Ραγκαβής έγραψε αρκετά θεατρικά έργα, τραγικά και κωμικά, τα οποία όμως δεν γνώρισαν μεγάλη σκηνική επιτυχία κυρίως επειδή ήταν απρόσφορα για σκηνική παρουσίαση. Τα δραματικά του έργα είναι εμπνευσμένα από την ελληνική ιστορία, από την αρχαιότητα (Οι τριάκοντα), το βυζάντιο (Δούκας) ώς την ελληνική επανάσταση (Η παραμονή). Στα κωμικά του έργα, το πιο γνωστό από τα οποία είναι Του Κουτρούλη ο γάμος, επιχείρησε την μορφολογική αναγέννηση της κλασικής αριστοφανικής κωμωδίας, με χρήση αρχαϊκών μέτρων, χορικών και παράβασης. Παράλληλα ο Ραγκαβής έπαιξε μεγάλο ρόλο και στην οργάνωση της θεατρικής ζωής της χώρας και συμμετείχε στις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας θεατρικών φορέων και επιχειρήσεων (Φιλοδραματική Εταιρεία, Εταιρεία του εν Αθήναις Θεάτρου). Συχνά δίδασκε ηθοποιούς και επέβλεπε την προετοιμασία παραστάσεων και διοργάνωνε και ερασιτεχνικές παραστάσεις έργων με φοιτητές του Πανεπιστημίου. Μπορεί να μην είναι από τις προσωπικότητες που απασχολούν τη σύγχρονη θεατρική πραγματικότητα, ακόμη και τώρα που οι σκηνικές μεταφορές της λογοτεχνίας πληθαίνουν και αναγνωρίζονται πλέον ως μία από τις κυρίαρχες τάσεις του ελληνικού θεάτρου. Μπορεί το ίδιο έργο να γνώρισε τεράστια επιτυχία όταν μεταφέρθηκε στην τηλεόραση τη δεκαετία του ’70, με ένα αληθινά αξιομνημόνευτο καστ, όμως αυτό ανήκει στη σφαίρα του μακρινού παρελθόντος.

Στο πιο πρόσφατο παρελθόν μια ενδιαφέρουσα απόδοση του έργο έλαβε χώρα πέρυσι στο θέατρο “Χώρα” με πρωτοβουλία του Πέτρου Ζούλια. Παρά την μη εντυπωσιακή παραγωγή η σκηνοθεσία ήταν ατμοσφαιρική και οι ερμηνείες των ηθοποιών αξιόλογες.

Πηγές:

https://www.athinorama.gr/theatre/article/o_sumbolaiografos-2533833.html

https://www.lifo.gr/guide/theater/6642/o-symvolaiografos

“Πατέρας”: η “νομοτελειακή” ασφυξία του αρσενικού από το θηλυκό

Με εξέπληξε ιδιαίτερα που γνώρισα ένα έργο, όπου η δική μου αντίληψη για τον έρωτα –ως πολεμικό όπλο που εκπορεύεται από το θανάσιμο μίσος ανάμεσα στα φύλα– εκφράζεται μεγαλειωδώς».

Από επιστολή του Νίτσε στον Στρίντμπεργκ

Ο «Πατέρας» (1887) είναι ένα έργο που γεννήθηκε από τις πραγματικές ανησυχίες που βασάνιζαν τον Στρίντμπεργκ την εποχή που το έγραφε. Τόσο η πατρότητα, όσο και το μεγάλο, αιώνιο, χάσμα ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, αλλά κυρίως η πολύ κακή σχέση που είχε με την γυναίκα του εκείνη την περίοδο, στάθηκαν η αφορμή για να το γράψει. Μπορεί κανείς να ονομάσει τον «Πατέρα» μια αυτοβιογραφία πάνω στη συγκεκριμένη αγωνία, αγωνία που διακατείχε συνέχεια τον Στρίντμπεργκ και που μεταφέρει στον ήρωα του έργου προσπαθώντας να κρατήσει το δικαίωμα της απόλυτης ευθύνης πάνω στο παιδί του από τη μια -επικρατούσα άποψη της εποχής- και από την άλλη, στην προσπάθεια της γυναίκας του να έχει κι αυτή δικαίωμα πάνω στην ανατροφή της κόρης της. Αρχή των δικαιωμάτων των γυναικών, αρχή του φεμινισμού, τα δύο φύλα συγκρούονται.

Από την παρουσίαση του έργου στο θέατρο Αποθήκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη (Αθήνα, 2019)

Είναι άλλωστε γνωστό ότι όταν μιλάει κανείς για τον Αύγουστο Στρίντμπεργκ, αναφέρεται στον κατεξοχήν μετρ της ψυχολογικής ανάλυσης, σ’ έναν συγγραφέα που αντιλαμβανόταν τη μάχη των φύλων ως ένα από τα σημαντικότερα θέματα για να δημιουργηθεί ένα σύγχρονο δραματικό έργο. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά σε ένα θεατρικό του σημείωμα ο Άγγελος Τερζάκης “η γυναίκα θα ασκήσει πάνω στη ζωή του Στρίντμπεργκ μια αλλόκοτη και αντιφατική έλξη. Έβλεπε στην πάλη άντρα-γυναίκας μια στοιχειακή αναμέτρηση, η οποία παίρνει διαστάσεις φυσικού νόμου”. Το έργο αυτό αποτελεί μία θανάσιμη αναμέτρηση ανάμεσα στον Ίλαρχο, στρατιωτικό και σεβαστό επιστήμονα, και τη σύζυγό του, σχετικά με την ανατροφή και μόρφωση της κόρης τους. Η υπόθεση, ωστόσο, θα πάρει μια ιδιαίτερα σοβαρή τροπή όταν η γυναίκα υπαινίσσεται στον άντρα της ότι μπορεί να μην είναι αυτός ο φυσικός πατέρας. Μέσα στη επακόλουθη δίνη της αμφιβολίας και του πάθους, ο πατέρας νικημένος, οδηγείται στην παραφροσύνη. Όλο το δράμα ξετυλίγεται στο σπίτι του Ιλάρχου, στο οποίο βασιλεύει η γυναικοκρατία υπό τη μορφή μιας κρυφής διακυβέρνησης από τη γυναίκα. Στον Πατέρα, ο συγγραφέας σκιαγραφεί με ψυχογραφική μαεστρία τη σύγκρουση των φύλων. Άλλωστε, η γυναίκα άσκησε και στη ζωή του Στρίντμπεργκ μία αντιφατικά μαγνητική έλξη. Μάλιστα, ο Σουηδός συγγραφέας θεωρήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις – από κοινό και κριτικούς – μισογύνης με τον ίδιο να ομολογεί ότι “αυτή είναι η άλλη όψη της έντρομης έλξης που νιώθω για το αντίθετο φύλο”.

Γραμμένο το 1887, δέκα χρόνια σχεδόν μετά το Κουκλόσπιτο του Ίψεν, όπου πρώτη φορά εκφραζόταν τόσο τολμηρά στο σύγχρονο θέατρο η διεκδίκηση της γυναικείας ταυτότητας, και η χειραφέτησή της από τα δεσμά του παραδοσιακού της ρόλου, ο «Πατέρας» (ακόμα και η επιλογή του τίτλου είναι ενδεικτική της θέσης που υιοθετεί ο συγγραφέας) αμφισβητεί ξεκάθαρα το νόημα μιας τέτοιας χειραφέτησης – που παρουσιάζει ως, ούτως ή άλλως, «κεκτημένη»: «δεν έχεις παρά να βάλεις χαλινάρι στις γυναίκες του σπιτιού σου», νουθετεί ο Πάστορας τον πατέρα που παραπονιέται ότι ζει σε «κλουβί με άγρια θηρία» περικυκλωμένος από «υπολογιστικά» και «ύπουλα» θηλυκά, με τη μητέρα να παραχαράσσει ανενδοίαστα την αλήθεια και να συνωμοτεί μεφιστοφελικά εναντίον του.

Από την παρουσίαση του έργου στο θέατρο Αποθήκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη (Αθήνα, 2019)

Αυτή η τάση «αυτονόμησης» της συζύγου, μοιάζει να λέει ο συγγραφέας, είναι κάτι εξόχως επικίνδυνο, αφού μπορεί να θίξει το κυριότερο διακύβευμα της αντρικής ταυτότητας και κυριαρχίας, την πατρότητα. Εξάλλου, ήδη από την αρχή του έργου καταλαβαίνουμε ότι αυτό ακριβώς είναι που κυρίως τον απασχολεί. Καθώς μας εισάγει στο ζοφερό οικογενειακό σύμπαν με τη στιχομυθία γύρω από την ιστορία μιας υπηρέτριας την οποία ένας στρατιώτης έχει αφήσει έγκυο αλλά αρνείται να παντρευτεί, προφασιζόμενος ότι το παιδί μπορεί να μην είναι δικό του. Και διαμείβονται τρομακτικά πράγματα μεταξύ των αντρών που συμμετέχουν στην κουβέντα, τον Ίλαρχο (τον πατέρα), τον Πάστορα και τον Στρατιώτη: Περιληπτικά μεταξύ άλλων, ότι «αν μια γυναίκα δε θέλει, τίποτα δε γίνεται», ότι «δεν είναι μικρό πράγμα να χαραμίσεις τη ζωή σου για ένα παιδί που δεν είναι καν δικό σου». Και ακόμη, ότι ίσως ο στρατιώτης «να μην είναι εντελώς αθώος, αλλά δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος. Το μόνο για το οποίο μπορεί κανείς να είναι σίγουρος είναι ότι η κοπέλα είναι ένοχη. Ήταν όμως άραγε ατύχημα ή όχι;» Όχι μόνο λοιπόν είναι έγκλημα η εγκυμοσύνη εκτός γάμου, αλλά μπορεί και να είναι έγκλημα εκ προθέσεως… που υπακούει σε χίλια δυο ταπεινά γυναικεία σχέδια και υπολογισμούς…

ΙΛΑΡΧΟΣ
Η Βέρθα είναι ακόμα παιδί. Δεν έχει τη δική μας πείρα για να ξέρει ποιά είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένα κορίτσι της ηλικίας της.
ΛΑΟΥΡΑ
Ναι, αλλ’ αφού εμείς διαφωνούμε – καλύτερα ν’ αφήσουμε τη Βέρθα ν’ αποφασίσει.
ΙΛΑΡΧΟΣ
Όχι! Δε θ’ αφήσω κανέναν – ούτε γυναίκα, ούτε παιδί – να με υποκαταστήσει στα δικαιώματά μου! Βέρθα, πήγαινε μέσα!
(Η Βέρθα βγαίνει)
ΛΑΟΥΡΑ
Δεν την άφησες να μιλήσει, γιατί φοβήθηκες ότι θα ‘ρθεί με το μέρος μου.

Στη διαμάχη λοιπόν του Ίλαρχου με την γυναίκα του σχετικά με την ανατροφή της κόρης τους, η μητέρα, προκειμένου να εμποδίσει τον πατέρα να επιβάλει τη δική του απόφαση, παίζει με τον ισχυρότερο φόβο του επικαλούμενη το ύστατο, αλλά ψευδές σ’ αυτή την περίπτωση, επιχείρημα: ότι το παιδί δεν είναι δικό του. Σπέρνοντας έτσι το δηλητήριο της αμφιβολίας στον ήδη κλονισμένο σύζυγο που, απομονωμένος λόγω των χειρισμών της και χάνοντας την κυριαρχία του στην «ψυχή» του παιδιού, εξωθείται στην τρέλα και στην καταστροφή.

Από την παρουσίαση του έργου στο θέατρο Αποθήκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη (Αθήνα, 2019)

Το ταραγμένο μυαλό του Στρίντμπεργκ και σε προέκταση του ήρωά του, του Ίλαρχου Άντολφ– δεν μπορεί να ηρεμήσει την ψυχή του, που από εκείνη τη στιγμή βασανίζεται από την υποψία. Μια υποψία που θα τον οδηγήσει σε ακρότητες προκειμένου να μάθει την αλήθεια που θα του στηρίξει την αξιοπρέπεια, τον ανδρισμό, αλλά κυρίως την σιγουριά της κυριαρχίας του μέσα στο σπίτι. Από την άλλη μεριά, η σύζυγος, η γυναίκα που τής είναι πλέον αδιανόητη αυτή η κυριαρχία του άντρα, θα τραβήξει το σκοινί μέχρι να σπάσει. Θα επηρεάσει τη γνώμη της κόρης τους εναντίον του πατέρα της, θα κατηγορήσει τον άντρα της, στο γιατρό και στον διοικητή του, σαν τρελό και θα οργανώσει μέσα στο σπίτι όποια συνωμοσία κρίνει απαραίτητη προκειμένου, όχι τόσο να μεγαλώσει η κόρη τους όπως κρίνει αυτή, αλλά για να κερδίσει αυτόν τον αδυσώπητο αγώνα με το αρσενικό. Και θα νικήσει επειδή το επιχείρημά της είναι ατράνταχτο.

Η γραφή του έργου, αδιαμφισβήτητα δραστική από την πένα ενός μεγάλου δραματουργού, ακτινογραφεί την οικογένεια, υπό το πρίσμα μιας «νομοτελειακής» ασφυξίας του αρσενικού απ’ το θηλυκό και της απόγνωσης του ελεύθερου πνεύματος που συνθλίβεται απ’ τα δεσμά του συντηρητισμού και της προκατάληψης. Αλλά εντυπωσιάζει ακόμα για τις βαθιά ριζωμένες πατριαρχικές αντιλήψεις που αποτυπώνει, όπως αναπαράγονται σε αρκετούς χώρους ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης μέχρι και σήμερα, και οι οποίες εντοπίζονται στη σκιαγράφηση τόσο των αντρών, όσο, κι ακόμα περισσότερο, των γυναικών: Ο πατέρας – πνεύμα εμφανίζεται πιο προοδευτικός καθώς είναι ο μόνος που αντιλαμβάνεται τη σημασία της μόρφωσης για την κόρη του, της απομάκρυνσής της από το σπίτι και της ανεξαρτησίας της. («Δεν θέλω εγώ να γίνω προαγωγός της κόρης μου και να την προετοιμάσω αποκλειστικά για γάμο (…) Θέλω να γίνει δασκάλα. Αν μείνει ανύπαντρη, θα μπορεί να συντηρεί τον εαυτό της (…) αν παντρευτεί, θα μπορέσει να αξιοποιήσει τις γνώσεις της στην εκπαίδευση των παιδιών της».) Δεν διαφαίνεται όμως καθόλου πίσω απ’ αυτή την ορθολογική θέση μια κάποια αναγνώριση της αυτοδιάθεσης του παιδιού. Αντίθετα, ο γάμος προβάλλει ως σταθμός ανυπέρβλητος: η ζωή του κοριτσιού ορίζεται από το αν θα παντρευτεί ή όχι.

Από την παρουσίαση του έργου στο θέατρο Αποθήκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη (Αθήνα, 2019)

Από την άλλη, η μητέρα είναι φύση και μάλιστα, φύση εκδικητική. Η μητρότητα προβάλλει ως τιμωρία αμφότερων, γυναίκας και παιδιού. Ασφυκτική, υστερόβουλη, βαμπιρική, η μητέρα θυσιάζεται και, ως ανταμοιβή, θέλει το παιδί για τον εαυτό της. Ταυτόχρονα, καθαγιάζεται όταν υποκαθιστά τον έρωτα στη σχέση με το άλλο φύλο («Θυμάσαι, λέει η Λώρα στον άντρα της, όταν μπήκα στη ζωή σου, ήμουν για σένα σαν δεύτερη μάνα. Σ’ αγαπούσα σαν παιδί μου».)

σο κι αν έχει περιγραφεί ως νατουραλιστικό δράμα, ο Πατέρας του Στρίντμπεργκ δεν εντάσσεται άνετα σε μια κατηγορία. Είναι ένα κείμενο τόσο παραληρηματικό, τόσο πυρετώδες, τόσο εμμονικό. Σπάει αυτομάτως τα δεσμά του, σαν τρομαγμένο ζώο που εκτινάσσεται από τα βάθη του ασυνειδήτου, ορμάει για να δαγκώσει, γρυλίζει πληγωμένο και χάνεται κραυγάζοντας στο σκοτάδι.

Στην Ελλάδα το έργο έχει παρουσιαστεί αρκετές φορές. Το 1988 ανέβηκε στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου με τον Αλέξη Μινωτή στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ το 2019 ανέβηκε στο θέατρο Αποθήκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη, μια παράσταση που κέρδισε κοινό και κριτικούς.

Από την παρουσίαση του έργου στο θέατρο Αποθήκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη (Αθήνα, 2019)

ΠΗΓΕΣ: https://www.lifo.gr/articles/theater_articles/258170/o-pateras-o-strintmpergk-sto-peristeri, https://www.elculture.gr/blog/o-pateras/, http://www.nt-archive.gr/playMaterial.aspx?playID=339, https://www.athensvoice.gr/culture/theater/611586_diavazontas-xana-ton-patera-toy-aygoystoy-strintmpergk, https://cityportal.gr/theatrika-biblia-top-10-erga-poy-prepei-na-diabaseis,189363,1387,45,0

Ο Επιθεωρητής, η επίκαιρη σάτιρα του Νικολάι Γκόγκολ

Σε μια μακρινή επαρχία της Τσαρικής Ρωσίας, ο διοικητικός μηχανισμός του κράτους λυμαίνεται αχαλίνωτα την τοπική κοινωνία. Οι κρατικοί υπάλληλοι, ξεκινώντας από τον επικεφαλής τους, τον Έπαρχο, συμπεριφέρονται ως δυνάστες του λαού, με κύρια και ουσιαστική τους ασχολία την κατάχρηση εξουσίας με απάτες, εκβιασμούς και εκφοβισμό όσων ζουν στην επαρχιακή αυτή πόλη. Μίζες, δωροδοκίες, διαπλοκή, μία διαβρωμένη εξουσία που καταβροχθίζει ανενόχλητη όσα μπορεί να της προσφέρει μια κοινωνία που έχει με τη σειρά της κι αυτή εθιστεί στην αναξιοπρέπεια, στην κολακεία, στο «λάδωμα».

Μπροστά: Μίμης Χρυσομάλλης (Ιβάν Αλεξάντροβιτς Χλεστακώφ), Χρήστος Δαχτυλίδης (Αρτέμη Φιλίπποβιτς). Πίσω: Κώστας Μπάλλας (Πιοτρ Ιβάνοβιτς Ντόμπτσινσκι), Ντίνος Δουλγεράκης (Πιοτρ Ιβάνοβιτς Μπόμπτσινσκι), Μιχάλης Αεράκης (Χωροφύλακας), Αιμίλιος Μεσσίδης (Χωροφύλακας Ντερλίμορντα), Κεντρική Σκηνή Εθνικού Θεάτρου, 1988.

Όμως, αυτή η ιδεατή κατάσταση για τους ανθρώπους της τοπικής διοίκησης διαταράσσεται ξαφνικά από την είδηση ότι επίκειται η «ινκόγκνιτο» άφιξη ενός υψηλόβαθμου Κρατικού Γενικού Επιθεωρητή από την πρωτεύουσα, ο οποίος έχει σκοπό να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους και να επιβάλει κυρώσεις σε εκείνους που δεν τα ασκούν όπως πρέπει…

Έντρομος ο Έπαρχος δίνει οδηγίες σε όλους τους τοπικούς ανώτερους υπαλλήλους, τον ένα πιο διεφθαρμένο από τον άλλο, να «εξωραΐσουν» και να «καλλωπίσουν» όλες τις παρανομίες και ατασθαλίες τους στο χώρο δικαιοδοσίας τους. Η αγωνία όλων κορυφώνεται και στην μικρή κωμόπολη επικρατεί πανικός, κυρίως λόγω της μυστικότητας και της απόκρυψης ταυτότητας του εν λόγω Επιθεωρητού. Ποιος μπορεί να είναι; Διάφορες εικασίες και συνειρμοί οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Επιθεωρητής έχει ήδη καταφθάσει, διαμένει σ’ ένα πανδοχείο της κωμόπολης και ονομάζεται Χλεστιακώφ. Αλλά ο «Επιθεωρητής» δεν είναι Επιθεωρητής. Είναι ένας σπάταλος και γι’ αυτό απένταρος, πεινασμένος, κατώτερος χαμηλόβαθμος δημόσιος υπάλληλος από την πρωτεύουσα, την Πετρούπολη, που ταξιδεύει με τελικό προορισμό την πατρική του κατοικία στο Σαράτοβ, έχοντας χάσει και το τελευταίο του ρούβλι χαρτοπαίζοντας. Στο πρόσωπό του, όμως, οι κάτοικοι της πόλης βλέπουν έναν μεγάλο σωτήρα και οραματίζονται ένα σπουδαίο μέλλον.

Η μοιραία αυτή παρεξήγηση γίνεται η αιτία ενός καταιγισμού συναρπαστικών ξεκαρδιστικών τραγελαφικών καταστάσεων, με τον Χλεστιακώφ να γίνεται ακούσιος μάρτυρας όλης της διαφθοράς αλλά και της γελοιότητας και βλακείας που κυριαρχούν στην τοπική κοινωνία. Από τον Έπαρχο και τους τοπικούς κρατικούς παράγοντες ως τους εμπόρους, εργολάβους, προμηθευτές δημοσίου, που παρουσιάζονται μπροστά του έτοιμοι να κολακέψουν, να δωροδοκήσουν, να κατηγορήσουν ο ένας τον άλλο, σ’ έναν ασύλληπτο ανταγωνισμό προσπάθειας να αποκτήσουν την εύνοια εκείνου που θεωρούν ανώτερό τους. Ο «Επιθεωρητής», συνειδητοποιώντας ότι τον περνούν για κάποιον ανώτερο κρατικό λειτουργό και απένταρος καθώς είναι, θα εκμεταλλευτεί τον πανικό τους και θα «αφεθεί» να του προσφέρουν φιλοξενία, χρήμα, έρωτα και ότι άλλο… μπορεί να του προσφέρει η επαρχιακή αυτή πόλη και θα το σκάσει… για να αποδειχθεί πόσο γελοία βλάκες μπορεί να είναι όσοι θεωρούν τον εαυτό τους έξυπνο, πονηρό και καταφερτζή!

Όσο για τον Χλεστιακώφ, πρόκειται για έναν χαρακτήρα για τον οποίο η φαντασία και η πραγματικότητα έχουν αναμιχθεί σε ένα τρελό μείγμα ψευδαίσθησης. Μέσα από την προσπάθειά του να εκθέσει και να εκμεταλλευτεί τη γελοιότητα των άλλων, καταφέρνει να γίνει κι ο ίδιος γελοίος με την έπαρση, μεγαλομανία, επιδειξιμανία σ’ ένα παραλήρημα φαντασιοπληξίας σχετικά με την «ταυτότητά του», η οποία και βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με την κοινωνική αλλά και οικονομική πραγματικότητά του!

Μπροστά: Νίκη Τουλουπάκη (Γυναίκα του Καρόμπκιν), Ιάκωβος Ψαρράς (Αντών Αντόνοβιτς Ντμουχανόφσκι). Αριστερά: Μαίρη Ιγγλέση (Μαρία Αντώνοβνα). Δεξιά: Γιάννης Λιακάκος (Στεπάν Ίλιτς), Κνετρική Σκηνή Εθνικού Θεάτρου, 1988

Ο Γκόγκολ δημιουργεί για όλους αυτούς τους τύπους χαρακτήρων ένα κωμικοτραγικό καθαρτήριο όπου μέσα από την τιμωρία τους, ίσως, βρουν τη λύτρωση. Για μία ημέρα και οι δύο πλευρές ζουν ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα· και είναι η αγάπη αυτή για την αναζήτηση της προσωπικής αλήθειας που δημιουργεί τη συμφιλίωση με την ψευδαίσθηση που φέρνει μαζί του ο “Επιθεωρητής”. “Τώρα καταλαβαίνω τι σημαίνει να είσαι κωμωδιογράφος. Την παραμικρή αλήθεια -ακόμη και ίχνος αυτής της αλήθειας- αν πεις, έχεις να αναμετρηθείς όχι μονάχα με άτομα, αλλά με ολόκληρες τάξεις” γράφει στο φίλο του Στσέπκιν ο Ν. Γκόγκολ.

Από την πρώτη στιγμή που ανεβαίνει το θεατρικό έργο Ο επιθεωρητής, το 1836, προκαλεί πανικό. Η ριζοσπαστική του σάτιρα χώρισε το κοινό που παρακολούθησε το θεατρικό έργο στα δύο. Χρειάστηκε η επέμβαση του ίδιου του Τσάρου Νικολάου Α΄ για να ανέβει. Τελικά το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο «Θέατρο της Αυλής» στη Μόσχα, παρουσία του Τσάρου το 1836. Ο ίδιος ο Γκόγκολ έγραψε σε φίλο του: «Η αστυνομία είναι εναντίον μου, οι έμποροι είναι εναντίον μου, οι διανοούμενοι είναι εναντίον μου. Με βρίζουν και μετά τρέχουν να δουν το έργο μου. Είναι αδύνατον να βρεις εισιτήρια». Μέσα από την γελοιοποίηση χαρακτήρων και καταστάσεων αναδεικνύει όλες τις κοινωνικές παθογένειες-σε όποια χώρα και ιστορική περίοδο κι αν τις συναντάμε- μεταμορφώνοντας έτσι το επίκαιρο σε αιώνιο, το ηθογραφικό σε παγκόσμιο. Με αλάνθαστη τεχνική από την αρχή μέχρι το τέλος, πλάθει αληθινούς χαρακτήρες, στους οποίους ο θεατής αναγνωρίζει άτομα του κοινωνικού περιβάλλοντός του ή ακόμα-ανάλογα με το βαθμό αυτογνωσίας του-και… τον ίδιο τον εαυτό του.

Τι ήταν όμως αυτό που έκανε το έργο να έχει επιτυχία και να θεωρηθεί αριστούργημα; Μια εύθυμη σάτιρα για τη φιλαργυρία και την ηλιθιότητα των γραφειοκρατών ανώτερων υπαλλήλων, μια φαρσοκωμωδία που θεωρείται από πολλούς κριτικούς ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα στη ρωσική λογοτεχνία. Αφορά τους τοπικούς ανώτερους υπαλλήλους μιας μικρής πόλης, που μπερδεύουν έναν νέο ταξιδιώτη μ’ έναν αναμενόμενο κυβερνητικό επιθεωρητή και του προσφέρουν εξευμενιστικές δωροδοκίες, για να τον πείσουν ν’ αγνοήσει την αρχικά κακή μεταχείρισή του απ’ αυτούς.

Το έργο θεωρείται κλασικό και παίζεται συνεχώς στις θεατρικές σκηνές. Είναι μια αγαπημένη σάτιρα, που κάνει τον θεατή να συμμετέχει στην υπόθεση, να αντιλαμβάνεται τη διαφθορά εκείνης της εποχής και να κάνει ανάλογες συγκρίσεις με τη σημερινή κοινωνία. Θεωρείται από πολλούς κριτικούς ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της ρωσικής λογοτεχνίας και ως μια από τις κορυφαίες κλασικές κοινωνικές σάτιρες του παγκόσμιου δραματολογίου.

Πρόκειται για μια ανελέητη καταγγελία εναντίον της διαφθοράς και της διαπλοκής. Το καυστικό χιούμορ και οι ακραίες κωμικές καταστάσεις ξεδιπλώνουν ολοζώντανα μπροστά στα μάτια των θεατών την ασυδοσία της εξουσίας-πολιτικής, δικαστικής, διοικητικής, συνδικαλιστικής, Τύπου-και των μηχανισμών της, με την καθοριστική συμμετοχή των πολιτών-όλων των τάξεων και επαγγελμάτων-σ’ αυτό το αίσχος πολιτικής και κοινωνικής σήψης μέσω «εξαγοράς» της αξιοπρέπειας και της συνειδήσεώς τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν χρήμα και «κοινωνική καταξίωση». Ένα απίστευτο γαϊτανάκι φτιαγμένο από γραφειοκρατία, μίζες, ρουσφέτια, διορισμούς, εκβιασμούς, απάτες, συκοφαντίες, προδοσίες, κολακείες, δωροδοκίες… Όλα στο βωμό του κέρδους και της ανθρώπινης απληστίας!

Η ανηθικότητα-διαχρονική αξία- διαπερνά όλη την κοινωνική πυραμίδα, από κάτω προς τα πάνω και από πάνω προς τα κάτω, συντηρώντας έτσι έναν γενικευμένο χυδαίο φαύλο κύκλο κοινωνικής αποσάθρωσης!

Χρήστος Δαχτυλίδης (Αρτέμη Φιλίπποβιτς), Ηλίας Πλακίδης (Λούκα Λούκιτς Χλοπώφ), Χριστίνα Βαρζοπούλου (Γυναίκα του Λούκα Λούκιτς), Νίκη Τουλουπάκη (Γυναίκα του Καρόμπκιν), Βαγγέλης Βαζάκας (Στεπάν Ιβάνοβιτς Καρόμπκιν), Τόνυ Δημητρίου, Ανδρέας Γιαννακόπουλος, Γκέλλυ Μαυροπούλου (Άννα Αντρέιεβνα), Μαίρη Ιγγλέση (Μαρία Αντώνοβνα), Γιάννης Λιακάκος (Στεπάν Ίλιτς), Ιάκωβος Ψαρράς (Αντών Αντόνοβιτς Ντμουχανόφσκι), Ντίνος Δουλγεράκης (Πιοτρ Ιβάνοβιτς Μπόμπτσινσκι), Κώστας Μπάλλας (Πιοτρ Ιβάνοβιτς Ντόμπτσινσκι), Δημήτρης Κώτσαρης (Γιατρός Κριστιάν Ιβάνοβιτς Γκύμπνερ), Κεντρική Σκηνή Εθνικού Θεάτρου, 1988

Το ειρωνικό της υπόθεσης είναι ότι ο ίδιος ο Γκόγκολ βρέθηκε στα 24 του, το 1833, χάρη στη μεσολάβηση φίλων, υφηγητής Παγκόσμιας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης. Ο Τουργκένιεφ στα Απομνημονεύματά του (μας πληροφορεί ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος στο «Πέντε Ρώσοι κλασικοί», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006) έγραψε ότι «από Ιστορία δεν γνώριζε τίποτα» και ότι η αξιολύπητη εμφάνισή του στην καθηγητική έδρα δεν είχε καμία σχέση με την εικόνα που είχαν σχηματίσει ο ίδιος και οι άλλοι φοιτητές από τον λογοτέχνη Γκόγκολ. Παραιτήθηκε, βέβαια, την ίδια χρονιά, αλλά λέγοντας ότι δεν αναγνωρίστηκαν οι ικανότητές του, γράφει σκωπτικά ο Τουργκένιεφ.

Το αναφέρω γιατί ένα είδος «τραγικής» ειρωνείας ακολουθεί τη μικρή, αλλά εξαιρετικά πυκνή, διαδρομή του Γκόγκολ στα ρωσικά γράμματα. Αυτός ο μέγας σατιρικός, που εισήγαγε τον ρεαλισμό στη ρωσική λογοτεχνία, προτού επισήμως γεννηθεί ως κίνημα στην προηγμένη Δύση από τον Ζολά, είχε περιορισμένων δυνατοτήτων κριτική σκέψη. Υπέφερε από έντονη αγωνία προσφοράς στην πατρίδα και τους ανθρώπους της (που πίστευε ότι έπρεπε ν’ αλλάξει εκ βάθρων αλλά εντός του… υφιστάμενου πολιτικού και πολιτιστικού πλαισίου – του τσαρικού καθεστώτος και της Ορθοδοξίας) και τελικά βυθίστηκε στη παράνοια: πέθανε από εξάντληση, γονατιστός μπροστά στα εικονίσματα, αρνούμενος τροφή. Λίγες μέρες πριν είχε κάψει το δεύτερο τόμο των «Νεκρών Ψυχών». Στον πρώτο τόμο αυτού του μυθιστορήματος, που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, και πάλι εστιάζει στο βαθιά διεφθαρμένο σύστημα των κρατικών λειτουργών και των Ρώσων φεουδαρχών, αλλά υπό ένα πρίσμα που ώθησε τον μέγα κριτικό της εποχής, Βησαρρίωνα Μπελίνσκι, να γράψει για τον Γκόγκολ ότι ήταν κήρυκας του κνούτου, απόστολος της αμάθειας, πρόμαχος της καθυστέρησης και του σκοταδισμού!

Πηγές:

http://www.kulturosupa.gr/theatromania/politeia-theatrou-epitheoritis-17390/

https://diastixo.gr/kritikes/texnes/3886-o-epitheoritis

https://www.lifo.gr/guide/theater/6734/epitheoritis

https://www.monopoli.gr/2018/11/19/reviews/kritikh-theatroy/259495/kritikh-theatroy-epithewrhths-sto-skrow-theater/

http://www.nt-archive.gr/playMaterial.aspx?playID=312#photos