10 ιδιαίτερες και must see ταινίες για να δεις στην καραντίνα

Προτού προχωρήσουμε στην ουσία του άρθρου, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι η παρακάτω λίστα δεν είναι ούτε οι 10 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, ούτε καν το προσωπικό μου top 10. Παρακάτω θα δείτε απλά 10 ταινίες που έχω αγαπήσει, για διαφορετικούς λόγους τη κάθε μία και θεώρησα πως είναι must για κάθε σινεφίλ εκεί έξω, αλλά και για τον μέσο θεατή. Μάλιστα στη παρακάτω λίστα δεν έχουν συμπεριληφθεί mainstream ταινίες που σίγουρα η πλειονότητα των ανθρώπων έχει δει (πχ. Inception, Taxi Driver, Joker, Pulp Fiction κ.α.), αλλά ταινίες που είναι αρκετά πρωτότυπες και ίσως άγνωστες ή και απλά παραμελημένες. Ωστόσο, καμιά τους δεν έχει να ζηλέψει απολύτως τίποτα από μεγαλύτερες παραγωγές. Ίσα ίσα που αρκετές είναι και πολύ καλύτερες από τις πασίγνωστες ταινίες εκεί έξω.

Αναγκαίο, όμως, είναι να σας πω και λίγα πράγματα για το γούστο μου, πριν παραθέσω τη λίστα. Αγαπώ τα δράματα και τα sci-fi κυρίως, λατρεύω όμως και τις ταινίες βασισμένες σε αληθινές ιστορίες, τα αστυνομικά, τα Western και τα ρεαλιστικά κοινωνικά. Αγαπώ και τα horror, αλλά εντυπωσιάζομαι δυσκολότερα σε αυτό το είδος. Απολαμβάνω και τα superheroes movies και τις μεγάλες εκρήξεις, τα οπτικά εφέ και τις σκηνές δράσης, αλλά δεν είναι κάτι που θα μου μείνει να το θυμάμαι. Αντιθέτως το θεωρώ ως κάτι απλό για να περνά η ώρα. Ούτως ή άλλως δίνω μεγαλύτερη βαρύτητα στην ατμόσφαιρα, τους διαλόγους, τη σκηνοθεσία και τους χαρακτήρες, από ότι δίνω σε μια καλή χορογραφία άγριου και απολαυστικού ξύλου. Αγαπημένοι μου σκηνοθέτες και δημιουργοί είναι ο Tarantino, ο Scorsese, ο Alex Garland, ο Paul Thomas Anderson και ο David Fincher, ενώ από τους ηθοποιούς έχω μια προτίμηση στους Leonardo DiCaprio, Denzel Washington και Jake Gyllenhaal. Ας μην καθυστερούμε, όμως, άλλο και ας περάσουμε απευθείας στις ταινίες:

10) Blood Diamond (2006)

Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για την καλύτερη ταινία του DiCaprio και δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για μια απίστευτη ταινία δράσης με πρωτότυπο σενάριο και αναπάντεχα plot twists. Ωστόσο δεν είναι μια ταινία απλά για να περάσει η ώρα. Αντιθέτως είναι από τις πιο meaningful ταινίες που έχω παρακολουθήσει και ίσως να γίνομαι γενικευτικός, αλλά είναι μια ταινία που αντικειμενικά όλοι πρέπει να δουν. Ο λόγος είναι ότι συνδυάζει το είδος της δράσης με το ντοκιμαντέρ και σε ενημερώνει και σε ευαισθητοποιεί με τον σωστό τρόπο. Δεν χαρίζεται σε κανέναν, δεν εξυπηρετεί αυτό που οι fans θα ήθελαν απαραίτητα να δουν και είναι υπερβολικά ρεαλιστική. Και όλα αυτά παρόλο που πραγματεύεται ένα δύσκολο και τετριμμένο θέμα. Ναι η ταινία παρουσιάζεται ως η ιστορία του κερδοσκόπου λαθρέμπορου Danny Artcher (DiCaprio) που προσφέρεται να βοηθήσει έναν κοινό ψαρά να βρει την οικογένεια του, με αντάλλαγμα ένα διαμάντι που ο τελευταίος βρήκε όντας αιχμάλωτος. Η όλη ιστορία ωστόσο αποτυπώνει τον τραγικό εμφύλιο στη Σιέρα Λεόνε τη δεκαετία του ‘90 και την εκμετάλλευση των ανθρώπινων ζωών των Αφρικανών, τόσο από τις μεγάλες δυνάμεις του ανεπτυγμένου κόσμου, όσο και από τους ίδιους τους συμπατριώτες τους. Η εκπληκτική ερμηνεία του DiCaprio, η συγκινητική ερμηνεία του Djimon Hounsou (για τις οποίες προτάθηκαν και για Όσκαρ) και η σκηνοθεσία, καταφέρνουν να μετατρέψουν ένα απλό σενάριο σε ένα δυνατό και ρεαλιστικό δράμα, που ταυτόχρονα εκπαιδεύει και τη συνείδηση του θεατή, μεταδίδοντας και όμορφα μηνύματα για το τι εστί ζωή.

9) Training day (2001)

Στη πρώτη του μέρα ως αστυνόμος στη δίωξη ναρκωτικών, ο Jake (Ethan Hawke) περνάει μια ολόκληρη ημέρα εκπαίδευσης με έναν βετεράνο αστυνομικό τον Alonzo (Denzel Washington), ο οποίος δεν είναι αυτό που φαίνεται. Πρόκειται για μια εξαιρετική ταινία που δημιουργεί πλοκή από το πουθενά και που διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία που χρειάζονται για να σας κρατήσει στη τσίτα μέχρι και την ολοκλήρωσή της, η οποία είναι πάρα πολύ ικανοποιητική. Εκτός αυτού, αν έχετε αγάπη για την υποκριτική και την απολαμβάνετε, εδώ ο Denzel Washinghton και ο Ethan Hawke δίνουν μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας τους, με αποτέλεσμα ο 1ος να πληρώνεται με Όσκαρ.

8) A Few Good Men (1992)

Ο στρατιωτικός δικηγόρος και υπολοχαγός Daniel Kaffee, υπερασπίζεται 2 πεζοναύτες που κατηγορούνται για φόνο, ενώ οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι δρούσαν κάτω από διαταγές.

Tom Cruise, Jack Nicholson και ένα πανέξυπνο δικαστικό δράμα με φοβερούς διαλόγους, εξαιρετική υποκριτική και καθηλωτικό σενάριο που θα κλιμακώνεται συνεχώς μέχρι να φτάσει στη κορύφωσή του. Εν ολίγοις είναι μια από τις καλύτερες ταινίες που έχουν βγει ποτέ στο είδος της και είναι σίγουρα κάτι που δεν θα αφήσει κανέναν παραπονεμένο.

7) The Master (2012)

Ο Paul Thomas Anderson γενικά είναι ένας ιδιότυπος σεναριογράφος και σκηνοθέτης και οι ταινίες του δεν είναι για όλους πάντοτε. Το The Master δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Η ταινία είναι δύσκολη και σίγουρα θα ξενερώσει τον μέσο θεατή που απλά ήθελε να δει κάτι για να περάσει η ώρα του. Μπορεί όμως να ξενερώσει και τον θεατή που ενώ γουστάρει όλων των ειδών τις ταινίες άλλο περίμενε και άλλο είδε. Η ταινία περιέχει μια σημαντική παγίδα: Δεν έχει πλοκή. Περιμένεις να γίνει κάτι που δεν γίνεται ποτέ. Επομένως άμα τη βάλεις με το σκεπτικό ότι ξαφνικά θα δεις κάτι που θα σε συναρπάσει, θα απογοητευτείς. Για αυτό και σε πολλούς αρέσει περισσότερο τη 2η φορά που θα τη δουν. Η όλη δυναμική της ταινίας έγκειται στη σχέση του αλκοολικού, νυμφομανή και ψυχολογικά τραυματισμένου από τον πόλεμο Freddie Quell (Joaquin Phoenix) με τον χαρισματικό ηγέτη μιας αίρεσης, τον Dodd Lancaster (Philip Seymour Hoffman). Όλη η απόλαυση προκαλείται μόνο αν βυθιστείς στον κόσμο της ταινίας και παρακολουθήσεις αυτή την ανθρώπινη σχέση να εξελίσσεται μαζί με τους χαρακτήρες της. Μάλιστα εκτός από τις απίστευτες ερμηνείες (ίσως αυτή είναι η κορυφαία ερμηνεία στη καριέρα του Phoenix), η ταινία δίνει και πολλά μηνύματα, αλλά και πυροδοτεί μεγάλους προβληματισμούς. Είναι με λίγα λόγια ένα βίωμα, που όμως δεν ανταποκρίνεται σε όλα τα γούστα και αυτό δεν είναι κακό. Είτε θα σου αρέσει και θα τη σκέφτεσαι για πολύ καιρό, είτε θα τη θεωρήσεις χάσιμο χρόνου. Δεν θα πεις όμως ποτέ ότι αυτό που είδες είναι κακό σινεμά.

6) Annihilation (2018)

Ίσως η πιο διπολική ταινία της λίστας. Από τη μία υπάρχουν αυτοί που τη λάτρεψαν και πέρασαν τέλεια βλέποντας την και συζητώντας την και από την άλλη είναι και εκείνοι που τη μίσησαν όσο δεν πάει, όπως όλοι οι φίλοι μου στους οποίους την πρότεινα. Γενικά ο Alex Garland είναι πολύ παράξενος δημιουργός όσον αφορά τη σύλληψη των σεναρίων του (βλ. Ex machina). Οι ταινίες του δεν είναι απλά και κλασικά sci-fi με δράση. Έχουν ένα βαθύτερο νόημα, το οποίο ίσως πολλοί να μην αγαπούν σε ένα έργο επιστημονικής φαντασίας. Το Annihilation έχει το στοιχείο της δράσης, του τρόμου, το μεταφυσικό, αλλά και το δυσνόητο θα έλεγα. Δεν υπάρχει περίπτωση να τελειώσει η ταινία και να είστε σίγουροι ότι την κατανοήσατε σε όλες τις της πτυχές, ούτε πρόκειται οι ερμηνείες σαν να συμπίπτουν με αυτές των φίλων σας. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει το όλο concept ιδιαίτερο. Αυτή ακριβώς η συζήτηση που προκαλείται μετά το πέρας της είναι που την κάνει ξεχωριστή, γιατί σε βάζει σε διαδικασία να σκεφτείς και να βρεις απαντήσεις. Δεν στα δίνει λοιπόν όλα στο πιάτο και αυτό είναι κάτι που δυστυχώς λείπει από τις περισσότερες ταινίες σήμερα. Ταυτόχρονα η ταινία παίζει και με βαθύτερες έννοιες που σχετίζονται με τη συνείδηση, τη βιολογία, τη ψυχολογία, του τι είναι η ζωή γενικά. Ας μην παραβλέψω και το ότι είναι πανέμορφη και έχει εξαιρετική υποκριτική. Προφανώς και ως ταινία διαπράττει πολλά πταίσματα, αλλά θα τη χαρακτήριζα γενναία. Αν λοιπόν σας αρέσουν οι περίεργες ταινίες που σας κάνουν να σκέφτεστε μετά, θα το ευχαριστηθείτε αν μπείτε στο κλίμα. Αν όχι θα τη κράξετε. Μόνο και μόνο η διπολικότητα αυτή όμως κεντρίζει το ενδιαφέρον.

5) Hacksaw Ridge (2016)

Πρόκειται για την πραγματική ιστορία του Desmond T. Ross, ο οποίος πολέμησε στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο στο μέτωπο της Οκινάουα. Υπηρέτησε ως γιατρός και έγινε ο 1ος άνθρωπος που κέρδισε μετάλλιο χωρίς να πυροβολήσει ούτε μια φορά, καθώς αρνούταν να σκοτώσει συνανθρώπους του. Η ταινία αυτή είναι από τις καλύτερες πολεμικές ταινίες της δεκαετίας και αυτό συμβαίνει γιατί το αντιπολεμικό της μήνυμα είναι πολύ αποτελεσματικό. Είναι ένα αριστούργημα από όλες τις τεχνικές πλευρές και από άποψη υποκριτικής ο Andrew Garfield είναι απίστευτος. Κυρίως όμως πρόκειται για ένα συναισθηματικό και βαρυσήμαντο ταξίδι που θα σε συγκινήσει, θα σε κάνει να νιώσεις άβολα και στο τέλος θα σε ανταμείψει. Είναι μια φοβερή ταινία στο είδος της που περνά ένα σημαντικό μήνυμα και δεν θα έπρεπε να τη χάσει κανένας.

4) Hereditary (2018)

Το Hereditary ίσως είναι το καλύτερο horror movie της τελευταίας δεκαετίας. Δεν είναι προβλέψιμο, δεν έχει κουραστικά και ανόητα jump scares, δεν είναι ταινία για να περάσεις απλά τον χρόνο σου. Αντιθέτως έχει πολύ ιδιαίτερη πλοκή, χτίζει χαρακτήρες, κλιμακώνει, μαγνητίζει και σε κάνει να νιώθεις ενδόμυχο τρόμο. Τα έχει όλα, μαζί και με μία φοβερή και άξια για Όσκαρ ερμηνεία από την Toni Collette. Προσωπικά ανατρίχιασα πάρα πολλές φορές στη διάρκεια της και επιτέλους ύστερα από πολύ καιρό και πολλές ταινίες τρόμου, οι ελπίδες μου ότι το είδος αυτό έχει ακόμα πολλά να δώσει αναπτερώθηκαν, γιατί πολύ απλά όπως προαναφέρθηκε δεν είναι μια χαζή ταινία τρόμου.

3) The Hateful Eight (2015)

Ξέρω ότι θα μου πείτε: «Καλά, δεν έχουμε δει το Hateful 8;». Ε αν δεν το έχετε δει, μην το σκέφτεστε και πολύ, δείτε το. Ναι, το ξέρω ότι θεωρείται μία από τις πιο αδύναμες ταινίες του Tarantino, αλλά δεν νομίζω να διαφωνούσε κανείς στο ότι είναι ίσως και μία από τις πιο έξυπνες του. Εμπνευσμένος από την Αγκάθα Κρίστι του And then there were none και δοκιμάζοντας τις δυνάμεις του στο είδος του «Who Dunnit», ο Tarantino παραδίδει μια φρέσκια οπτική στο είδος, σε Western περιβάλλον. Κοφτεροί και καλοδουλεμένοι διάλογοι, ευφυέστατη πλοκή που δημιουργείται κυριολεκτικά από το τίποτα, suspense και απίστευτη υποκριτική. Όλα αυτά πίσω από το φοβερό score του Ennio Morricone. Αν δεν σου αρέσει το πολύ μπλα μπλα τότε η ταινία αυτή δεν είναι για εσένα. Αν πάλι σου αρέσει το είδος, αλλά δεν σου αρέσει ο Tarantino, ξανασκέψου το.

2) Locke (2013)

Tom Hardy, ένα αυτοκίνητο και ένας τηλεφωνικός κατάλογος. Αυτό. Αυτό είναι όλο το οπτικό κομμάτι που θα δείτε στη συγκεκριμένη ταινία και τίποτα άλλο. Κανένας άλλος ηθοποιός δεν εμφανίζεται με σάρκα και οστά στην οθόνη και το βασικό σας πλάνο θα είναι η φάτσα του Tom. Όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα θα είναι φωνές με τις οποίες ο Iwan Locke (Tom Hardy), θα συνομιλεί. Ναι είναι επικίνδυνο concept και ναι το φοβήθηκα και ξεκίνησα να το βλέπω με μια προκατάληψη. Τελικά όχι απλώς διαψεύστηκα πανηγυρικά, αλλά τολμώ να πω πως το Locke είναι μια από τις πιο πρωτότυπες, ενδιαφέρουσες και καλοχτισμένες ταινίες που έχω δει ποτέ. Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το πως το καλό γράψιμο του Steven Knight και η διαπεραστική ερμηνεία του Tom Hardy σου ανεβάζουν την αδρεναλίνη και σου προκαλούν άγχος σε μια τόσο απλή υπόθεση και σε ένα τόσο μονότονο τοπίο. Ποιος θα περίμενε ότι μέσα σε ένα αυτοκίνητο ενός οικογενειάρχη ανθρώπου που αφήνει τη δουλειά του και οδεύει στο νοσοκομείο να βρει την γυναίκα την οποία άφησε κατά λάθος έγκυο, χωράει τόσο βαθύ δράμα και τόσο πολύ άγχος. Την προτείνω ανεπιφύλακτα.

1) Manchester by the sea (2016)

Δεν είμαι από τους ανθρώπους που κλαίνε σε ταινίες και δεν συγκινούμαι εύκολα. Κατά κανόνα το περισσότερο που θα πάθω, άμα έχω ταυτιστεί με μια ιστορία ή με έναν χαρακτήρα, είναι απλά να ανατριχιάσω και να νιώσω άσχημα. Πολύ σπάνια έως ποτέ, θα φτάσω στο σημείο να δακρύσω. Το Manchester by the sea όμως με γείωσε απότομα και σκληρά. Με επηρέασε σε τέτοιο βαθμό που μου πήρε αρκετή ώρα για να συνέλθω, ενώ από όταν το είδα δεν το έχω ξεχάσει. Είναι ένα πολύ βαρύ δράμα που δεν ακολουθεί καμία απολύτως κλασσική πεπατημένη. Οι χαρακτήρες του, όπως και η εξέλιξη και η έκβαση του, είναι πέρα για πέρα ανθρώπινες και ρεαλιστικές. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με υπερβολικές σκηνές. Το μήνυμα του πένθους που περνάει είναι τόσο βαθύ που εμφανίζεται ακόμα και μια απλή σκηνή ενός τοπίου ή σε μια κλασσική συνομιλία και χτυπάει πιο δυνατά όταν δεν το περιμένεις. Μπορείς να ταυτιστείς και να νιώσεις τον κάθε χαρακτήρα. Όλα αυτά πίσω από τη συγκλονιστική ερμηνεία του Cassey Affleck (για την οποία πήρε και Όσκαρ), αλλά και τους επίσης φοβερούς Lucas Hedges και Michelle Williams. Η πλοκή είναι απλή, όμως άριστα διαμορφωμένη: Ο Lee Chandler, ένας άνθρωπος που υποφέρει από κατάθλιψη, αναγκάζεται να πάρει την κηδεμονία του ανιψιού του, όταν ο πατέρας του πεθαίνει. Προσωπικά είναι από τις αγαπημένες μου ταινίες γενικώς και την θεωρώ must see.

Βαγγέλης Φραγκούλης

Οι 10 πιο όμορφες ταινίες για τον αυτισμό

Ο αυτισμός αποτελεί μία σοβαρή νεύρο-ψυχιατρική διαταραχή, που διαρκεί μία ολόκληρη ζωή και είναι συνήθως παρούσα από τη γέννηση του παιδιού.Στο πλαίσιο αυτής της διαταραχής εμποδίζεται ή δυσκολεύεται η ανάπτυξη ορισμένων ψυχολογικών δεξιοτήτων, που είναι ζωτικές για την ψυχο-κοινωνική λειτουργία και επάρκεια του ανθρώπου. Οι δεξιότητες αυτές σχετίζονται με την κοινωνική συναλλαγή και αμοιβαιότητα, την επικοινωνία και την οργάνωση πρόσφορης και σκόπιμης δραστηριότητας.Στις περιοχές αυτές, τα αυτιστικά άτομα εμφανίζουν σημαντικές δυσκολίες και χαρακτηριστικές αποκλίσεις. Ο αυτισμός προσβάλλει 1 στα 150 παιδιά.

Ο κινηματογράφος δεν έμεινε αδιάφορος απέναντι σε αυτήν τη σύνθετη πάθηση. Πολλοί σκηνοθέτες, Άντρες και γυναίκες, από πολλές χώρες του κόσμου, κατέθεσαν την ευαισθησία τους με σκοπό να μας γνωστοποιήσουν τον αυτισμό, να μας παρουσιάσουν με τον κατάλληλο τρόπο τον κόσμο αυτών των ατόμων και να μας αφυπνίσουν. Ο αυτισμός δεν είναι ασθένεια και τα άτομα αυτά δεν έχουν ανάγκη θεραπείας, αλλά κατανόησης. Είναι απλά διαφορετικά και δυστυχώς βρισκόμαστε ακόμη σε πρώιμο στάδιο για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε πλήρως την δική τους πραγματικότητα. Η διεισδυτική ματιά του κινηματογράφου προσπαθεί να προσεγγίσει τον κόσμο του αυτισμού με έναν διαφορετικό τρόπο από την Επιστήμη και να διδάξει στους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν τα αυτιστικά άτομα με σεβασμό και αλληλεγγύη.

1. RAin Man(Ο Ανθρωπος Της ΒροχΗς) – 1988

Η δραματική αυτή ταινία διηγείται την ιστορία του 25χρονου αντιπροσώπου αυτοκινήτων Τσάρλι Μπάμπιτ, ο οποίος ανακαλύπτει ότι ο αποξενωμένος του πατέρας πέθανε και άφησε όλη του την περιουσία σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, στο οποίο τρόφιμος είναι ο αυτιστικός αδελφός του, Ρέιμοντ, του οποίου την ύπαρξη αγνοούσε. Ο Ρέιμοντ έχει εξαιρετική μνήμη, είναι εκπληκτικός στα μαθηματικά, φοβάται την αλλαγή, είναι λάτρης της ρουτίνας, δείχνει ελάχιστα συναισθήματα και αποφεύγει την οπτική επαφή, εκτός κι αν έχει στρες. Επειδή χρειάζεται τα χρήματα, ο Τσάρλι τον απαγάγει με σκοπό να συναντήσει τους δικηγόρους του και να αποκτήσει τη μισή περιουσία του πατέρα του. Στο ταξίδι τους ανακαλύπτει τον χαρακτήρα του αδερφού του, αρχίζει να τον αγαπά πραγματικά, βρίσκει τον χαμένο του εαυτό και αποφασίζει να προστατέψει τον Ρέιμοντ. Μία περιπέτεια που θα αλλάξει τη ζωή και των δύο και θα βρουν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου μία πραγματική οικογένεια.

Η κλασσική πλέον ταινία του Μπάρι Λέβινσον κυκλοφόρησε στου κινηματογράφους στις 16 Δεκεμβρίου 1988. Έλαβε εξαιρετικές κριτικές την εποχή που κυκλοφόρησε κυρίως για την ερμηνεία του Χόφμαν και το σενάριο. Έγινε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία αποφέροντας 354,8 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως και βραβεύτηκε με το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α’ Ανδρικού Ρόλου για τον Χόφμαν και Πρωτότυπου Σεναρίου.

2. What`s Eating Gilbert Grape? (Τι Βασανίζει Τον Γκίλμπερτ Γκρέιπ;) – 1993

Μία ανθρωποκεντρική ταινία που προβάλλει τα ηθικά διλήμματα ζωής. Ο Γκίλμπερτ Γκρέιπ ζει σε μια επαρχιακή πόλη της Αϊόβα και εργάζεται στο τοπικό μπακάλικο. Μετά το θάνατο του συζύγου της η μητέρα του απαρηγόρητη πέφτει σε βουλιμία, γίνεται υπέρβαρη και καθηλώνεται στον καναπέ. Ο Γκίλμπερτ, εκτός από το πρόβλημα της φροντίδας της, έχει και την επίβλεψη των δύο αδελφών του, αλλά και τη φροντίδα του αυτιστικού αδερφού του Άρνι. Όταν, όμως, ο έρωτας τού χτυπάει την πόρτα, αυτά τα προβλήματα δείχνουν να είναι αξεπέραστα. Η ερμηνεία του 16χρονου -τότε- Λεονάρντο ντι Κάπριο στο ρόλο του Άρνι επιβραβεύτηκε με υποψηφιότητα Β΄ Αντρικού ρόλου στα Όσκαρ και στις Χρυσές Σφαίρες, ενώ εξαιρετική ήταν και η ερμηνεία του Τζόνι Ντεπ στο ρόλο του Γκίλμπερτ.

3. Mozart and Τhe Whale (Crazy in Love ή Ο Μότσαρτ και η Φάλαινα) – 2005

Ο φιλικός και αξιαγάπητος οδηγός ταξί Ντόναλντ, με εκπληκτικές μαθηματικές ικανότητες, έχει οργανώσει μια ομάδα υποστήριξης, για να βοηθήσει όσους πάσχουν από το σύνδρομο Άσπεργκερ (όπως και ο ίδιος). Η ζωή του καθορίζεται από την καθημερινή ρουτίνα, την προσκόλληση στους αριθμούς και τις μικρές τελετουργίες που του προσφέρουν ηρεμία. Όταν η εξαιρετικά μπερδεμένη και όμορφη ζωγράφος Ιζαμπέλ εμφανίζεται σε μία από τις συναντήσεις, Οι ζωές τους διασταυρώνονται , ερωτεύονται και αναστατώνουν ο ένας τον άλλον. Παρόλο που η σχέση τους συναντά δυσκολίες εξαιτίας των συναισθηματικών δυσλειτουργιών και των δύο, στο τέλος η αγάπη -για άλλη μια φορά- θριαμβεύει. Δυνατή, ζεστή, ανθρώπινη, συγκινητική και ταυτόχρονα αστεία ερωτική ταινία για δύο ανθρώπους που, ενώ διαφέρουν από τον υπόλοιπο κόσμο, ταιριάζουν μεταξύ τους και συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο. Βασίζεται σε πραγματική ιστορία.

4. The Black Balloon (Το Μαύρο Μπαλόνι) – 2008

Συμπαθητικό, συγκινητικό γλυκό, δραματικό, αλλά συνάμα με έντονα στοιχεία κωμωδίας, η ταινία διαδραματίζεται ένα καλοκαίρι την δεκαετία των ‘80s. Ο Τόμας και η οικογένειά του μετακομίζουν σε ένα νέο σπίτι και το μεγαλύτερο άγχος του είναι να προσαρμοστεί στο νέο του σχολείο. Η μητέρα του είναι έγκυος και μετά από εντολή του πατέρα του αναλαμβάνει να προσέχει τον αυτιστικό αδελφό του, Τσάρλι. Με την αμέριστη κατανόηση της κοπέλας του, Τζάκι, ο Τόμας ξεκινά ένα συναισθηματικό ταξίδι συμφιλίωσης με τον αδελφό του, αλλά και αφοσίωσης που θα τον αλλάξουν για πάντα. Η σκηνοθέτις Ελίζα Ντάουν είχε δυο αυτιστικούς αδελφούς και έτσι ενσωμάτωσε εύκολα πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, τόσο στην πλοκή, όσο και την κινησιολογία του ηθοποιού Λιούκ Φορντ που δεν είναι αυτιστικός, αλλά υποδύεται με ρεαλιστικό τρόπο τον δύσκολο ρόλο.

5. My Name Is Khan (Το Όνομά Μου Είναι Καν) – 2010

Ο Rizvan Khan είναι ένα παιδί από την Ινδία με σύνδρομο Άσπεργκερ. Έχει πολλά προβλήματα σχετικά με τα άλλα παιδιά της ηλικίας του, αλλά έχει ένα εξαιρετικό ταλέντο ως μηχανικος. Όταν ο πατέρας του πεθαίνει, μετακομίζει στις Ηνωμένες Πολιτείες για να ζήσει με τον αδελφό του. Ένας καθηγητής ψυχολογίας εκεί τον βοηθά να ξεπεράσει πολλά εμπόδια στη ζωή του αφού όχι μόνο απορρίπτεται λόγω του Άσπεργκερ, αλλά και λόγω της θρησκείας του, καθώς είναι μουσουλμάνος. Εξαιρετικό φιλμ με πρωτότυπο σενάριο, δυνατές συγκινητικές σκηνές, υπέροχη ερμηνεία, εμπλουτισμένο με αντιρατσιστικά μηνύματα και στοιχεία αλληλεγγύης, αλτρουισμού και ρομαντισμού.

6. Ocean Heaven (Hai yang tian tang ή Ocean Paradise) -2010

Η ταινία πραγματεύεται την πατρική αγάπη και τον αυτισμό. Όταν ο πατέρας μαθαίνει ότι έχει καρκίνο και του απομένει λίγος χρόνος ζωής, μη έχοντας κάποιον για να φροντίσει τον αυτιστικό γιο του, αποφασίζει να του διδάξει με υπομονή και αγάπη όσα περισσότερα πράγματα μπορεί, ώστε να τον θωρακίσει και να μπορεί να αντιμετωπίσει τη μελλοντική του καθημερινότητα. Κατέκτησε πέντε βραβεία και ήταν υποψήφια για άλλα τέσσερα. 

7. Temple Grandin (Ζωή σαν Τριαντάφυλλο) – 2010

Αληθινή βιογραφία της Τεμπλ Γκρέιντιν, μιας γυναίκας αυτιστικής που κατάφερε, με τη βοήθεια ενός μέντορα καθηγητή, να ξεπεράσει τις όποιες δυσκολίες της και να σπουδάσει, αρχικά ψυχολογία και στη συνέχεια στην κτηνοτροφία. Η ταινία σκιαγραφεί την υπομονή και επιμονή της, καθώς παλεύει με τις προκλήσεις και την απομόνωση του αυτισμού, σε μια περίοδο που η συγκεκριμένη πάθηση ήταν ακόμα άγνωστη στο ευρύ κοινό. Η Γκρέιντιν, έχοντας ως αυτιστική διαφορετική αντίληψη από τους υπόλοιπους ανθρώπους, “αφουγκράστηκε” τα βοοειδή, τις ανάγκες τους, και εφηύρε νέες μεθόδους μεταχείρισης τους, ώστε η ζωή τους να είναι πιο άνετη στις φάρμες. Παρά τις δυσκολίες της λόγω του αυτισμού, κατάφερε να γίνει μια από τους πρώτους ειδικούς στον κόσμο, στο σχεδιασμό και την κατασκευή μηχανημάτων αγροτικού εξοπλισμού. Κατάφερε να διαμορφώσει τα σφαγεία των κτηνοτροφικών μονάδων προς όφελος τόσο των ανθρώπων όσο και των ίδιων των ζώων, και να αποτελέσει έμπνευση για πολλά άτομα με αντίστοιχα προβλήματα και ελπίδα για τους γονείς τους. Έχει γράψει περισσότερες από 100 επιστημονικές εργασίες και δίνει διαλέξεις σε όλο τον κόσμο, κατέχει master στη ζωολογία καθώς και τον τίτλο του διδάκτορα.

8. Extremely Loud and Incredibly Close (Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά) – 2011

Ο 9χρονος Όσκαρ Σνελ (Τόμας Χόρν) έχει πολλά ταλέντα. Είναι ερασιτέχνης εφευρέτης, σχεδιαστής κοσμημάτων, αστροφυσικός, παίκτης ντεφιού και μεγάλος ειρηνιστής. Ο Όσκαρ όμως πάσχει από κάποια μορφή αυτισμού κι αυτό κάνει την καθημερινότητά του και την επικοινωνία του με τους υπολοίπους δυσκολότερη. Έχει πολύ στενή σχέση με τον πατέρα του (Τομ Χανκς), ο οποίος τον ενθαρρύνει πάντα να αλληλεπιδρά με άλλους. Γνωρίζοντας την αγάπη του για τους γρίφους, ο πατέρας του επινοεί παιχνίδια αναζήτησης, που στόχο έχουν να βοηθήσουν τον Όσκαρ να ξεπεράσει τις φοβίες του. Την ημέρα της τρομοκρατικής επίθεσης της 9ης Σεπτεμβρίου του 2001, χάνει για πάντα τον πατέρα του. Αυτό που του απομένει είναι ένα μυστήριο κλειδί που του είχε δώσει εκείνος και τώρα ο Όσκαρ αναζητά σε όλη τη Νέα Υόρκη να ανακαλύψει την αντίστοιχη κλειδαριά. Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ.

9. The Story of Luke  (Η Ιστορία Του Λουκ) – 2012

Ο Λουκ είναι ένας 25χρονος αυτιστικός που ζει ελεγχόμενα με τον παππού και τη γιαγιά του. Ο κόσμος του καταρρέει όταν η γιαγιά του πεθαίνει και πρέπει να πάει να ζήσει με τους παράξενους συγγενείς του, που δεν έχουν καμία υπομονή για αυτόν ή τον παππού του. Τα τελευταία λόγια της γιαγιά του “βρες δουλειά, βρες κοπέλα, ζήσε τη ζωή σου, γίνε άντρας” τον έχουν σημαδέψει κι ο Λουκ τα θέτει ως σκοπό της ιερής αποστολής του.

10. X+Y (A Brilliant Young Mind) – 2014

O Νέιθαν προτιμάει την ασφάλεια του γνώριμου και αναμενόμενου. Κλείνεται στον εαυτό του ενώ όταν πασχίζει να επικοινωνήσει με άλλους, τους απομακρύνει, ακόμα και τη μητέρα του, Τζούλι. Χωρίς την ικανότητα να αντιλαμβάνεται την αγάπη και τη φροντίδα, αποζητά αυτήν την ασφάλεια στα μαθηματικά. Με μέντορα τον αντισυμβατικό κι αναρχικό δάσκαλο κύριο Χάμφρεϊζ, γίνεται γρήγορα αντιληπτό πως το ταλέντο του Νέιθαν μπορεί να τον βάλει στη βρετανική ομάδα της ολυμπιάδας μαθηματικών που γίνεται στην πόλη Ταϊβάν. Το να είναι μέλος μιας ομάδας, ίσως και να του αλλάξει τη ζωή.

Πηγές:

Ο αυτισμός & asperger στον κινηματογράφο μέσα από 33 ταινίες [videos]

https://www.alfavita.gr/koinonia/114687_o-aytismos-ston-kinimatografo

www.themamagers.gr/kati-paizei/katse-mesa/o-aftismos-ston-kinimatografo/

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F_%CE%86%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%92%CF%81%CE%BF%CF%87%CE%AE%CF%82

Περί τυφλότητας: κάτι παραπάνω από μια επιδημία

Στο έργο του «Περί Τυφλότητας», σε ένα μυθιστόρημα που καταφέρνει να διαπεράσει τα όρια της λογοτεχνίας του φανταστικού αναγόμενο σε φιλοσοφική πραγματεία και σε ενδελεχή υπαρξιακή διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και των κοινωνικών συμπεριφορών και σχέσεων εξουσίας, μια ολόκληρη κοινωνία οδηγείται σταδιακά στο σκοτάδι της τυφλότητας όταν ένας οδηγός περιμένοντας μέσα στο αμάξι του ένα φανάρι να ανάψει πράσινο χάνει ξαφνικά την όρασή του και ο ιός αρχίζει να μεταδίδεται πολύ γρήγορα σε όλη την πόλη. Άμεσα ξεσπά επιδημία και οι ασθενείς μεταφέρονται σ’ ένα εγκαταλελειμμένο νοσοκομείο με εντολή της κυβέρνησης, ενώ τα κρούσματα συνεχίζουν διαρκώς να αυξάνονται.

“Δεν πιστεύω ότι χάνουμε το φως μας. Πιστεύω πως ανέκαθεν ήμασταν τυφλοί. Τυφλοί, μα που βλέπουν. Άνθρωποι που έχουν όραση, μα δεν βλέπουν πραγματικά” 

Ο στρατός που φυλάει το παλιό νοσοκομείο πυροβολεί όποιον προσπαθώντας να ξεφύγει από τις αυστηρές συνθήκες επιτήρησης φτάνει στην έξοδο. Το ερώτημα που βασανίζει τους πρωταγωνιστές του έργου αφορά τη φύση της τυφλότητας: τι είναι αυτή η περίεργη ασθένεια και από πού προήλθε; Είναι στη φύση του ανθρώπου ή μπορεί κάποιος να θεραπευτεί; Υπάρχει πιθανότητα λύτρωσης και ίασης; Μπορούν να ξεφύγουν από μια μοίρα εγκλωβισμού, εσωτερικής απομόνωσης και ταυτόχρονα επίμονου και σκληρού αγώνα επιβίωσης που τους οδηγεί σταδιακά να χάνουν την ανθρώπινη ιδιότητα τους; Εντός των ορίων του κτιρίου, όσο πληθαίνουν οι τυφλοί, διαδραματίζονται παιχνίδια εξουσίας, υποταγής και χειραγώγησης.

Ύστερα από δραματικές εξελίξεις, με θανάτους και δολοφονικές επιθέσεις ανακαλύπτουν ότι πλέον δεν υπάρχουν φύλακες και μπορούν να βγουν έξω από το κτήριο, που το εγκαταλείπουν ενώ φλέγεται και καταρρέει και γίνεται ομαδικός τάφος για τους υπολοίπους. Αυτό που έχουν να αντιμετωπίσουν στην πόλη, όμως, είναι εξίσου ή και περισσότερο τραγικό. Άνθρωποι αδέσποτοι σαν τα ζώα, περιφερόμενοι για αναζήτηση τροφής και στέγης, υποκινούμενοι από τα ταπεινότερα των ενστίκτων τους, λειτουργούν μόνο για τη βιολογική τους επιβίωση και δεν γνωρίζουν ηθικό φραγμό.

Εξαίρεση αποτελεί η ομάδα των έξι ατόμων και ενός μικρού παιδιού που έχουν πάρει υπό την προστασία τους, χωρίς όνομα όλοι αλλά με ένα μοναδικό χαρακτηριστικό τους να προσδιορίζει την ταυτότητά τους. Ως μέλος της ομάδα προστίθεται και ένας αδέσποτος σκύλος, ο σκύλος με τα δάκρυα, που λειτουργεί πολύ πιο εξευγενισμένα από το σύνολο των ανθρώπων που βρίσκονται τυφλοί αλλά ελεύθεροι στην πόλη. Ο νόμος της ζούγκλας στον υπερθετικό βαθμό κυριαρχεί και υποβιβάζει το τελειότερο των δημιουργημάτων της φύσης, τον άνθρωπο, σε κτήνος. Ο θάνατος του ενός είναι η ζωή του άλλου κι αυτός ο νόμος διέπει τη νέα κοινωνία.

Η καθημερινότητά τους συγκλονίζει στις λεπτομέρειές της. Ο αγώνας για την επιβίωση του σώματος και του μυαλού για τη μικρή αυτή ομάδα που αντιστέκεται στη γενική σήψη, είναι κοπιώδης. Παλεύουν για να μη χάσουν ό,τι απόμεινε μέσα τους σε ανθρωπιά. Τραγικές φιγούρες όλοι τους αλλά περισσότερο η γυναίκα του γιατρού, που βλέπει και αποτελεί το στήριγμά τους, αλλά αυτό ακριβώς είναι το δράμα της: το ότι βλέπει. Έφτασε στο σημείο να εύχεται να μην έβλεπε για να προφυλάξει τον εαυτό της από τις εικόνες που έφταναν στα μάτια της.

Το «Περί τυφλότητας» μέσα από τη μέθοδο της πολιτικής αλληγορίας καταφέρνει να διεισδύσει βαθιά μέσα στον ανθρώπινο ψυχισμό και να αναδείξει τη βαθύτερη αδυναμία του ανθρώπου να αντικρίσει τον κόσμο γύρω του και να αποδώσει πραγματική αξία ως συνθήκη επιβίωσης στην ανθρώπινη επικοινωνία και συνεργασία σε έναν κόσμο που εγκλωβίζεται σε συνθήκες αυστηρούς κυβερνητικής επιτήρησης και ενός σκληρού αγώνα επιβίωσης που καταφέρνει να στρέψει τον ένα εναντίον του άλλου σε μια διαρκή προσπάθεια εκμετάλλευσης και χειραγώγησης.

Το κεντρικό ερώτημα του έργου αυτού του Σαραμάγκου αφορά την ικανότητα της κοινωνίας να αντικρίσει τον εαυτό της και του ανθρώπου να στραφεί ξανά προς τον άλλο άνθρωπο σε μία σύγχρονη κοινωνία που στηρίζεται σε έναν τυφλό αγώνα επιβίωσης και προσπάθειας εκμετάλλευσης στο όνομα του κέρδους. Τι είναι όμως πραγματικά αυτή η τυφλότητα που βυθίζει μια ολόκληρη κοινωνία στο σκοτάδι;

Οι ανώνυμοι χαρακτήρες του Σαραμάγκου (αποτελεί μέρος της τεχνοτροπίας του να μην “βαφτίζει” με συγκεκριμένα ονόματα τους πρωταγωνιστές των έργων του), έχοντας πάντα στην άκρη του μυαλού τους την ελπίδα πως η “λευκή τυφλότητα” θα υποχωρήσει, ματώνουν αγωνιζόμενοι γύρω από ενα βασανιστικό ερώτημα: Είναι η κατάσταση της τυφλότητας που καθορίζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων ή μήπως τα πάντα θα πρέπει να καταλογιστούν σε αυτήν την ίδια την ανθρώπινη φύση;

Τόσο ο συγγραφέας, όσο και ο σεναριογράφος Ντον Μακέλαρ και ο σκηνοθέτης Φερνάντο Μεϊρέλες, θεωρούν την ανθρωπότητα «τυφλή». Και ούσα τυφλωμένη είναι αδύνατο να συμβιώσει ειρηνικά. Με το παραμικρό καταφεύγει σε αστόχαστες και βίαιες πράξεις. Κανένας δε θεωρεί κανέναν συνάνθρωπο. Αντίθετα ο καθένας βλέπει τον καθένα σαν μια πηγή για εκμετάλλευση! Με την πρώτη ευκαιρία προσπαθεί να κυριαρχήσει πάνω του, να τον εξουσιάσει, να τον βάλει στη δούλεψή του, να τον χρησιμοποιήσει σαν σκεύος ηδονής. Του παίρνει το φαγητό, τον εκμεταλλεύεται γενικά. Και ζει μέσα στη βρώμα και στη δυσοσμία! Σε μια κοινωνία «τυφλών». Σε μια κοινωνία ζώων..

Μια γυναίκα, η γυναίκα ενός γιατρού ο οποίος τυφλώθηκε, ο μοναδικός άνθρωπος που δεν έχασε το φως του, που βλέπει τα πράγματα καθαρά, πρώτα εθελοντικά ακολουθεί τον τυφλό άντρα της και στη συνέχεια και τους άλλους τυφλούς στην τυφλή κοινωνία τους. Θέλει να τους βοηθήσει να επιβιώσουν! Σιγά σιγά, όμως, ανακαλύπτει πως οι τυφλοί με την τυφλή συμπεριφορά τους σίγουρα θα οδηγηθούν σε οριστικά αδιέξοδα. Θα φάει ο ένας τον άλλον στο τέλος. Αναλαμβάνει, λοιπόν, πέρα από την επιβίωσή τους και την ευθύνη να τους βοηθήσει να εξανθρωπιστούν. Αναλαμβάνει την ευθύνη να οδηγήσει την τυφλή κοινότητα (ανθρωπότητα) στο πραγματικό φως. Εκεί, δηλαδή, που ο άνθρωπος θα βλέπει, όπως πρέπει να βλέπει ο άνθρωπος που έχει την όρασή του (τη λογική του, την ανθρωπιά του). Ο αγώνας της, βέβαια, είναι εξαντλητικός. Οι τυφλοί γύρω της με τις αστόχαστες και βίαιες πράξεις τους, πράξεις τυφλών ανθρώπων, την πληγώνουν. Εκείνη όμως, σαν υπεύθυνο άτομο, σαν άτομο που βλέπει, που βλέπει καθαρά, θα επιμείνει.

Σουρεαλισμός από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο οποίος είναι πέρα για πέρα διδακτικός και προβληματίζει. Ωστόσο, η γενίκευση των δημιουργών, είναι σίγουρα λανθασμένη. Το σύνολο των ανθρώπων σε καμία περίπτωση δεν είναι, δεν μπορεί να είναι ανθρωποφαγικό. Δεν υπάρχει μόνον ένας άνθρωπος που βλέπει καθαρά. Οι άνθρωποι βιολογικά όλοι έχουν καθαρή όραση. Και, βέβαια, δεν «τυφλώνονται» ξαφνικά και χωρίς λόγο. Η επιδημία έχει όνομα! Είναι το κοινωνικό σύστημα, ο καπιταλισμός, που παράγει τυφλούς ανθρώπους. Ανθρώπους ανταγωνιστές. Αδικους!

Η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου έγινε από τον Βραζιλιάνο σκηνοθέτη Φερνάντο Μεϊρέλες (“Ο Επίμονος Κηπουρός”) με τον τίτλο “BLINDNESS” και άνοιξε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Κανών το 2008. Πρωταγωνίστρια η Τζούλιαν Μουρ που την πλαισίωσαν ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, ο Μαρκ Ράφαλο, ο Ντάνι Γκλόβερ κ. ά. Για δεύτερη μόλις φορά στην 61χρονη ιστορία του Φεστιβάλ των Καννών, μία ταινία από τον Καναδά, επελέγη ως η ταινία έναρξης, μετά το 1980, δηλαδή μετά το “FANTASTICA” του Καναδού Gilles Carle (από το Κεμπέκ). Η ταινία επίσης συμμετείχε και στο διαγωνιστικό τομέα, το 2008, διεκδικώντας το μεγάλο βραβείο, κάτι που δεν συνηθίζεται για ταινία που ανοίγει το φεστιβάλ (συνήθως οι ταινίες της πρεμιέρας είναι πάντα εκτός συναγωνισμού).

Πρώτα ο συγγραφέας και μετά οι δημιουργοί της ταινίας απόφυγαν να πούνε ονόματα. Η στάση τους ελέγχεται, γιατί αδίκησε και τους ανθρώπους και το έργο τους. Φυσικά, για να είμαστε δίκαιοι, η ταινία τελειώνει αισιόδοξα. Αφού η γυναίκα, που δεν την κόλλησε η «τύφλωση», τελικά θα δικαιωθεί. Μαζί της, με άλλα λόγια, δικαιώνεται και ο άνθρωπος. Η έλλειψη, ωστόσο, παραμένει! Και αυτό είναι μια φιλοσοφική προχειρότητα.



«Προχειρότητα» υπήρξε και στην κινηματογράφηση. Ο Φερνάντο Μεϊρέλες θέλοντας να δώσει μια γαλακτερή θολούρα, όπως υποτίθεται «έβλεπαν» οι τυφλοί, γενίκευσε και εδώ! Αρκετά πλάνα που δεν ανήκαν στους τυφλούς, αλλά στη γυναίκα που έβλεπε ή και αυτά που έβλεπε μόνη της η κάμερα, είχαν και αυτά τη γαλακτερή θολούρα των τυφλών. Και αυτό έφερνε σύγχυση στο θεατή ο οποίος «διαβάζει» τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά πλάνα.

Όσον αφορά το οπτικό αποτέλεσμα και την αισθητική της ταινίας, ο Μεϊρέλες επέλεξε το γκρι. Ήθελε να εκφράσει την απρόσμενη τύφλωση όπως καθορίζεται από τον συγγραφέα και τα σκοτεινά χρώματα του βιβλίου με την ομίχλη και τις σκιές. Είναι γνωστός, εξάλλου, για τη βιρτουζιτέ του στην αισθητική των ταινιών του. Η πρόκληση ήταν, πώς κινηματογραφείται μια ταινία που όλοι οι χαρακτήρες δεν έχουν όραση άρα και υποκειμενική οπτική γωνία; Για να αποδώσει αυτό, έκανε την επιλογή να αλλάζει οπτική γωνία καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Ξεκινά με το υποκειμενικό πλάνο του σκηνοθέτη και αφού ο θεατής τοποθετηθεί σε αυτόν τον κόσμο, στη συνέχεια οδηγεί η οπτική γωνία της Γυ ναίκας του Γιατρού, μετά του Άντρα με το Μαύρο Μάτι που αφηγείται ιστορίες σε αυτούς που βρίσκονται σε καραντίνα συνδέοντας τον έξω κόσμο με τον εσωτερικό τους κόσμο.

Όσον αφορά στους χώρους, τα πρώτα, εξωτερικά γυρίσματα έγιναν στο Σάο Πάουλο της Βραζιλίας, το οποίο είναι και η γενέτειρα του σκηνοθέτη, το δεύτερο μέρος στο άσυλο όπου φυλάσσονται όσοι βρίσκονται σε καραντίνα γυρίστηκε σε μια εν αχρηστία φυλακή του Καναδά και το τρίτο μέρος με το κατεστραμμένο τοπίο μιας μητρόπολης που αποσυντέθηκε, γυρίστηκε στο Σάο Πάουλο και το Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης.

Ο σκηνοθέτης σημειώνει
 «Αυτό που μου προκάλεσε το ενδιαφέρον είναι ιδέα ενός πολιτισμού που καταρρέει. Όμως διαβάζοντας το βιβλίο ξανά και ξανά και αργότερα γράφοντας το σενάριο άρχισα να ανακαλύπτω πολλά διαφορετικά επίπεδα. Στο βιβλίο βλέπεις το πόσο εύθραυστο είναι ο πολιτισμός. Είναι σαν να κάνουμε πατινάζ πάνω σ’ ένα λεπτό στρώμα πάγου. Τα πάντα μπορούν να συμβούν Θεωρούμε τους εαυτούς μας τόσο δυνατούς και σταθερούς. Και ξαφνικά κάτι συμβαίνει και τα πάντα καταρρέουν…»
Και συνεχίζει: «Μπορείς να προσεγγίσεις την ιστορία από μια ψυχολογική οπτική και να δεις ότι οι άνθρωποι είναι τόσο πρωτόγονοι, όπως τα ζώα. Υποδυόμαστε τους πολιτισμένους, τους εκλεπτυσμένους επειδή έχουμε φαγητό και επειδή τα πάντα είναι καλά ρυθμισμένα, όμως αν αυτά χαθούν τότε αποκαλύπτεται τι πραγματικά είμαστε από κάτω. Μπορούμε να δούμε την ιστορία από μια φιλοσοφική οπτική ή πολιτική ή κοινωνιολογική, για το πώς οργανώνομαι μια κοινωνία όταν αυτή έχει καταρρεύσει, πως την οργανώνομαι εξ αρχής; Πως πρέπει να συμπεριφερθούμε; όπως ο ηθικός βασιλιάς της πτέρυγας 1 ή θα πρέπει να ‘μαστε σκληροί όπως ο ηγέτης της πτέρυγας 3 που όμως μπορεί να προσφέρει τροφή στους συναδέλφους τους; Υπάρχουν τόσα πολλά διαφορετικά επίπεδα και τόσα πολλά διαφορετικά ζητήματα στην ταινία. Αυτό είναι κάτι που μ’ αρέσει».
Πάντως, παρ’ όλες τις φιλοσοφικές και τεχνικές ατέλειες, η ταινία μαστιγώνει. Ο σοβαρός θεατής σίγουρα θα κάνει την αυτοκριτική του, θα κοιτάξει την όρασή του. Ο καπιταλισμός έχει τις ευθύνες του και εμείς, ο καθένας ξεχωριστά και στη συνέχεια όλοι μαζί, τις δικές μας ευθύνες.

Εξ’ αιτίας της σημασίας που δίνει στην εικόνα ο σκηνοθέτης κατηγορήθηκε ότι έδωσε περισσότερο βάρος στο στιλ παρά στην ουσία. Αυτό δεν θα μπορούσε να είναι αλήθεια για ένα πολύ απλό λόγο: σ’ αυτή την ιστορία η όραση παίζει καθοριστικό ρόλο και η εικόνα μετατρέπεται σε πνευματικό όχημα για τον θεατή που πασχίζει να νοιώσει. Και τα καταφέρνει.

Ξεδιπλώνοντας τις πτυχές του έργου βλέπουμε να θίγονται διάφορα ζητήματα που αφορούν στη θρησκεία, την κοινωνία, το κράτος στην όποια μορφή του, πολιτική και στρατιωτική, όπως καλά την ξέρει ο συγγραφέας.

Η απαραίτητη αναφορά του στη θρησκεία γίνεται με τρόπο συμβολικά καταγγελτικό. Ο Θεός και οι άγιοι, τυφλοί, τυφλοί όσο και οι άνθρωποι, αφού τυφλώθηκαν με τρόπο ανεξήγητο όπως κι εκείνοι, κατεβαίνουν, χάνουν τη θεϊκή τους υπόσταση και αφενός θεωρούνται υπαίτιοι, αφού δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την τραγωδία, αφετέρου γίνονται υποψήφιοι δράστες των ίδιων πράξεων βίας και αποτροπιασμού. Αιρετική αντιμετώπιση για ακόμη μια φορά, όπως στο Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο, όπου ο Θεός καταγγέλλεται ως υπαίτιος της Σφαγής των Νηπίων και ο Σαραμάγκου θέλει τον Ιησού στον σταυρό να ζητά από την ανθρωπότητα να συγχωρήσει τον Θεό για τα σφάλματά του.

Ο Στρατός σκορπίζει θάνατο αλύπητα, χωρίς ίχνος οίκτου για τους άτυχους τυφλούς, ανίκανος να διασφαλίσει την ασφάλειά τους και μια στοιχειώδη τάξη.

Η πολιτεία καταγγέλλεται για τις σπασμωδικές κινήσεις της, μια δράση χωρίς σχέδιο, χωρίς λύσεις για την έκτακτη αυτή ανάγκη.

Η κοινωνία δρα με γνώμονα το προσωπικό συμφέρον του καθενός και καταντά να γίνεται κοπάδι, χωρίς προσωπική σκέψη αφήνεται να άγεται και να φέρεται στα χέρια όποιου εκδηλώσει ηγετικές τάσεις, γι αυτό και η πλειοψηφία αναφέρεται με τον γενικό όρο “τυφλοί”, χωρίς αξιομνημόνευτο χαρακτηριστικό που να τους κάνει να ξεχωρίζουν σαν άτομα. Φέρονται πρόθυμοι να επωφεληθούν από τη θυσία του άλλου χωρίς οι ίδιοι να είναι έτοιμοι να θυσιαστούν για οποιονδήποτε. Οι λίγοι που ξεχώρισαν από το κοπάδι αυτό ήταν εκείνοι που με τον τρόπο τους αντέδρασαν, καλά ή άσχημα, δεν έμειναν απαθείς και άβουλοι.

Κανένας δεν φάνηκε να δίνει σημασία στις ενδείξεις ότι η σύζυγος του γιατρού έβλεπε, εφόσον εκείνη εξακολουθούσε να λειτουργεί υποστηρικτικά προς όφελος της ομάδας.

Η ηθική των ανθρωπίνων πράξεων κρίνεται στη στάση ανδρών και γυναικών, όταν τέθηκε το θέμα της προμήθειας τροφίμων με αντάλλαγμα τις σεξουαλικές υπηρεσίες των γυναικών.

Πηγές: http://www.nostimonimar.gr/zoze-saramagkou-peri-tyflotitas/

https://www.rizospastis.gr/story.do?id=4768981

https://provocateur.gr/manners/10305/diaba-zw-peri-tyflothtas-toy-zoze-saramagkoy

http://www.cinemanews.gr/v5/movies.php?n=5583

https://m.myfilm.gr/3176

Just Mercy: Ένας πραγματικός Αγώνας για Δικαιοσύνη

To Just Mercy, το οποίο παίζεται στους κινματογράφους απο 26 Φεβρουαρίου, αποτελεί ένα νομικό δράμα/δικαστικό θρίλερ που έρχεται να προστεθεί σε μία σειρά ταινιών, που εξιστορούν τους αγώνες των μαύρων των ΗΠΑ για ίσα δικαιώματα με τους λοιπούς συμπολίτες τους. Άλλη μία πραγματική ιστορία που μεταφέρεται στην μεγάλη οθόνη σε μία προσπάθεια να υπογραμμίσει τις φυλετικές διακρίσεις, τον κοινωνικό ρατσισμό, την ανισότητα και την κατάφορη αδικία που συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι και σήμερα.

Η αληθινή ιστορία του νεαρού δικηγόρου Μπράιαν Στίβενσον και τη μάχη του με τη δικαιοσύνη, που άφησε ιστορία. Μετά την αποφοίτησή του από το Χάρβαρντ, ο Μπράιαν θα μπορούσε να είχε επιλέξει μία προσοδοφόρα επαγγελματική πορεία. Αντίθετα, κατευθύνεται στην Αλαμπάμα, τον τόπο δράσης της υπόθεσης του βιβλίου To Kill a Mockingbird (1960), μία από τις πιο συντηρητικές περιοχές των ΗΠΑ, προκειμένου να υπερασπιστεί όσους καταδικάζονται άδικα, έχοντας την υποστήριξη της δικηγόρου Εύα Άνσλεϊ. Μία από τις πρώτες και πιο εκρηκτικές υποθέσεις που αναλαμβάνει, είναι εκείνη του Γουόλτερ ΜακΜίλαν, που το 1987, καταδικάζεται σε θάνατο για την περιβόητη δολοφονία ενός 18χρονου κοριτσιού, παρά την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που αποδεικνύουν την αθωότητά του και του γεγονότος ότι η μόνη μαρτυρία εναντίον του, ήταν από έναν εγκληματία που είχε κίνητρο να αποκρύψει την αλήθεια. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μπράιαν εμπλέκεται σε ένα λαβύρινθο νομικών και πολιτικών παρασκηνίων και απροκάλυπτου και αναίσχυντου ρατσισμού, καθώς παλεύει για τον Γουόλτερ και άλλους σαν αυτόν, με τις πιθανότητες – και το σύστημα – να είναι εναντίον τους.

Bryan Stevenson

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Destin Daniel Cretton αναλαμβάνει να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη μία συγκλονιστική ιστορία που συντάραξε την αμερικανική κοινή γνώμη στα τέλη της δεκαετίας του ’80, σε ένα αντιρατσιστικό φιλμ που θίγει το πάντα επίκαιρο θέμα των φυλετικών διακρίσεων αλλά κι αυτό της θανατικής ποινής. Με κύρια συστατικά την δύναμη των συγκλονιστικών αληθινών γεγονότων και την καλοκουρδισμένη αφήγηση, το φιλμ αποκτά ρυθμό με τις εξελίξεις να κρατούν αμείωτη την ένταση μέχρι το φινάλε. 

Ο Αγώνας για Δικαιοσύνη είναι μια ταινία που, ως καλλιτεχνικό δημιούργημα, η αλήθεια είναι δεν κρύβει καμία έκπληξη. Το ενδιαφέρον εδώ έγκειται στην – διασκευασμένη – πραγματική ιστορία που μας παρουσιάζει. Βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του μαύρου δικηγόρου και ακτιβιστή Μπράιαν Στήβενσον, βρεθηκε αντιμέτωπος με τον συστημικό ρατσισμό, την αλόγιστη βία της αστυνομίας και την εχθρότητα των λευκών κατοίκων της Αλαμπάμα απέναντι στους Αφροαμερικανούς, ξεσκέπασε το διεφθαρμένο πρόσωπο της δικαιοσύνης και ίδρυσε την οργάνωση ‘Ισότητα και Δικαιοσύνη για Όλους’ (Equal Justice Initiative) με σκοπό να παρέχει δωρεάν νομική βοήθεια στους θανατοποινίτες που είχαν καταδικαστεί άδικα, οι οποίοι ήταν στην πλειοψηφία τους μαύροι.

Οι βασικοί πρωταγωνιστές (ανάμεσα σε ένα σπουδαίο καστ με υπέροχους δεύτερους ρόλους της Μπρι Λάρσον και του Τιμ Μπλέικ Νέλσον) είναι ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν που ερμηνεύει εξαιρετικά τον ρόλο του νέου φιλόδοξου σκηνοθέτη Μπραιαν Στηβενσον και φυσικά ο Τζέιμι Φοξ στο ρόλο του θανατοποινίτη, σε μια «οσκαρικού» μεγέθους ερμηνεία που είναι αδύνατον να μην συγκινήσει. Η χημεία μεταξύ τους είναι με τη σειρά της εύθραυστη, οικεία και ζεστή (σύμμαχος εδω τα υπέροχα κοντινά πλάνα του Cretton) – ενω βοήθησε και το γεγονός οτι οι δύο τους γνωρίζονται πολύ καλά και εκτός οθόνης , με τον Michael B. Jordan να δίνει ερμηνευτικά στόν Stevenson (του) , ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο μείγμα υπερηφάνειας, ελπίδας, θυμού και φόβου. Ο Jamie Foxx, όμως έχει μια ήσυχη “δύναμη” που την αισθάνεσαι σε κάθε γωνία του σώματός του, φέρνοντας μαζί του προσωπικές ιστορίες απο τις εμπειρίες του πατέρα του – φυλακίστηκε για επτά χρόνια για ένα μικρό έγκλημα – οπότε μια προσωπική οργή αποτυπώνεται στην ερμηνεία του με έναν πραγματικά αυθεντικό τρόπο.

Παρά τις αδυναμίες και τις συμβατικές προσεγγίσεις της ταινίας, η ιστορία έχει τέτοια δύναμη που στο τέλος δακρύζεις συγκινημένος από χαρά. Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές και δικαιώνουν την σημασία της ιστορίας στο έπακρο. Λέγεται ότι το χειρότερο πράγμα που μπορείτε να δώσετε σε κάποιον που είναι στη πτέρυγα των μελλοθάνατων, είναι η ελπίδα. Αυτή η ελπίδα είναι ο “δρόμος” που οδηγεί το νομικό δράμα Just Mercy σε ένα άρτιο αποτέλεσμα με ένα δυνατό και αισιόδοξο τέλος. Αυτήν την ελπίδα θα εμφυσήσει η ταινία στις καρδιές των θεατών κατά την έξοδο τους από την κινηματογραφική αίθουσα, ότι πράγματι αυτός ο κόσμος έχει χίλια δυο κακά και είναι κατεστραμμένος, αλλά πάντοτε θα υπάρχουν οι Μπράιαν Στήβενσον να αντιπαλεύονται τις αδικίες που αποτελούν τα θεμέλια του και να δίνουν αγώνα για πραγματική ισότητα και δικαιοσύνη.

“The true measure of our character is how we treat the poor, the disfavored, the accused, the incarcerated, and the condemned.”

― Bryan Stevenson, Just Mercy: A Story of Justice and Redemption

Πηγές:

www.cineramen.gr/kritiki-gia-tin-tainia-just-mercy/

https://www.imerodromos.gr/i-tainia-tis-evdomadas-o-agonas-gia-dikaiosyni-just-mercy/

https://www.apotis4stis5.com/film-tv/filmtv/42533-just-mercy

https://flix.gr/cinema/just-mercy-review.html

http://www.filmboy.gr/just-mercy-2019

Brooklyn: ένα μεταναστευτικό δράμα εποχής

Ένα όμορφο, καλοφτιαγμένο ρομαντικό δράμα ενηλικίωσης, που φαίνεται να αγγίζει προσωπικά και την εξαιρετική νεαρή πρωταγωνίστρια Saoirse Ronan, η οποία ωριμάζει υποκριτικά όπως ακριβώς ωριμάζει συναισθηματικά και η ηρωίδα την οποία υποδύεται.

Η Eilis Lacey (Saoirse Ronan) μεταναστεύει από την Ιρλανδία στο Brooklyn της Αμερικής τη δεκαετία του ’50 για ένα καλύτερο μέλλον. Αρχικά τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά καθώς η νεαρή Eilis νιώθει νοσταλγία για την πατρίδα και την οικογένειά της. Σύντομα όμως θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τον Tony (Emory Cohen), θα προσαρμοστεί και θα αρχίσει να χτίζει μια καλή ζωή. Όταν όμως το παρελθόν της την καλεί πίσω στην Ιρλανδία, θα αναγκαστεί να ξανασκεφτεί τι είναι αυτό που πραγματικά θέλει και να επιλέξει ανάμεσα σε δυο χώρες και δυο πιθανές ζωές. Μόλις φτάσει εκεί πρέπει να επιλέξει: θα μείνει από φόβο και τύψεις στα οικεία, ή θα διασχίσει ξανά ωκεανούς απαιτώντας, όχι την επιβίωση, αλλά την ευτυχία;

Where is really our “home”? Τις παραμέτρους αυτής της γλυκόπικρης ερώτησης επιχειρούν να εξερευνήσουν η σκηνοθεσία του John Crowley και το σενάριο του Nick Hornby. Βασισμένοι στο ομότιτλο βιβλίο του Colm Toibin αυτό το δίδυμο μας κοινωνεί σε μία ιστορία που μπορεί να αγγίξει σχεδόν τον καθένα μας. Αυτό οφείλεται ως επί το πλείστον στο σοβαρό, χωρίς υπέρογκους μελοδραματισμούς σενάριο, που ασχολείται αποκλειστικά με τα πανανθρώπινα συναισθήματα και την ψυχοσύνθεση ενός μετανάστη της εποχής στις ΗΠΑ. Η αίσθηση πως η πατρίδα σου δε μπορεί πλέον να σου προσφέρει τίποτα, η επώδυνη περίοδος που προσπαθείς να εγκλιματιστείς στο νέο σου τόπο, η συνειδητοποίηση πως πλέον έχεις μια καινούρια ζωή και, όσο κι αν η επιστροφή επί καλύτερων όρων μοιάζει θελκτική, η θύμηση των παθογενειών που σ’έκαναν να φύγεις εξ’αρχής.Προκειμένου να το καταφέρουν αυτό, έστησαν μια όμορφη ιστορία για μια χαμηλών τόνων νεαρή Ιρλανδή που προσπαθεί να απδεχτεί ως σπίτι της το Brooklyn. Οι δυσκολίες και οι ευκολίες εναλλάσσονται διαρκώς και μέσα από αυτές η Eilis μεταμορφώνεται από πλάνο σε πλάνο. Από συνεσταλμένο και ντροπαλό κορίτσι της επαρχίας, μετατρέπεται σε μια δυναμική Αμερικανίδα! Τα πάντα επάνω της μαρτυρούν την εντυπωσιακή αλλαγή. Η εμφάνισή της, οι κινήσεις της, ακόμα και ο τρόπος που μιλάει και ο αέρας που αποπνέει. Για  όλα αυτά βέβαια αξίζει να δώσουμε εύσημα σε τεράστιο βαθμό και στην ερμηνεία της ανερχόμενης Saoirse Ronan, η οποία φαίνεται πως έχει αρχίσει να διαγράφει την δική της πορεία στον χώρο της έβδομης τέχνης.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια που επιστράτευσαν οι δημιουργοί της ταινίας έχουν μια μυρωδιά από 50’s και οι χαρακτήρες περιδιαβαίνουν μέσα σ’ αυτά σαν να μην γεννήθηκαν στην πραγματικότητα σχεδόν μισό αιώνα αργότερα. Αυτό προσδίδει μια μοναδική αληθοφάνεια σε αυτήν την υπέροχη ταινία εποχής.

Είναι μοναδική η ωριμότητα και η σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζει το ρόλο της, καταφέρνοντας να ισορροπήσει περίφημα τα αντικρουόμενα συναισθήματα μέσα της. Ενδεχόμενη υποψηφιότητα της για Όσκαρ, θα κρινόταν ως απόλυτα επιβεβλημένη. Προκύπτει ένα πλάσμα ωχρό αλλά ατσάλινο, ντροπαλό αλλά θαρραλέο, σοβαρό αλλά απολαυστικά απρόβλεπτο. Ο σκηνοθέτης κοιτά την πρωταγωνίστριά του με προστατευτικότητα, αλλά ποτέ χειραγωγικά – αντιθέτως, με θαυμασμό. Όλοι οι δευτερογενείς χαρακτήρες (ειδικά ο αυτός της μεγάλης αδελφής) δημιουργούν ένα πλέγμα κατανόησης, αναγνώρισης, ενσυναίσθησης. Σπουδαία η χημεία της και με τον συμπρωταγωνιστή της, Emory Cohen (The Place Beyond the Pines). Όσον αφορά τη μικρή παρουσία του Domnhall Gleeson, έχουμε πολλάκις αναφερθεί στον Ιρλανδό, πως πρόκειται για ίσως τον πιο ενδιαφέροντα ηθοποιό της γενιάς του. Στους υπόλοιπους ρόλους, θα ξεχωρίσουμε δύο «βετεράνους» δυσθεώρητης ποιότητας, στα πρόσωπα των Jim Broadbent και Julie Walters. Μαζί με την εκπληκτική μουσική του Michael Brook (The Perks of Being a Wallflower), το “Brooklyn” δίνει νέα πνοή στο μεταναστευτικό δράμα εποχής. Ο Κρόουλι κοιτά την πρωταγωνίστριά του με προστατευτικότητα, αλλά ποτέ χειραγωγικά – αντιθέτως, με θαυμασμό. Ολοι οι δευτεροχαρακτήρες (ειδικά ο αυτός της μεγάλης αδελφής) δημιουργούν ένα πλέγμα κατανόησης, αναγνώρισης, ενσυναίσθησης, ενώ ο συμπρωταγωνιστής Εμορι Κοέν (στο ρόλο του Τόνι) είναι μία πραγματική, γοητευτική αποκάλυψη.

Τελικά, η απάντηση του “Brooklyn” είναι: “Home is where you decide to build your life”. Και όσα μέσα χρησιμοποιεί στην πορεία για να ενισχύσει αυτό το μήνυμα (σενάριο, σκηνοθεσία, σκηνογραφία-κοστούμια, ερμηνείες, φωτογραφία) είναι τελικά τα συστατικά για ένα νοσταλγικό, όμορφο και καλοστημένο κινηματογραφικό πιάτο που μοσχοβολάει με το άρωμα των 50’s.

Κάπως έτσι αποφεύγονται οι παγίδες μίας υπογραμμισμένης φορσέ συγκίνησης, ενός βαρύγδουπου μελοδράματος για την ξενιτιά και την απώλεια. Γιατί ο Crowley, ακόμα κι όταν δεν αποφεύγει τον καλλιγραφικό ακαδημαϊσμό του είδους, ποτέ δεν υποκύπτει στη νοσταλγία – κοιτά σύγχρονα και δυναμικά. Η Eilis θα μπορούσε να ζει σήμερα στην Ελλάδα, η μητέρα της να την εκβίαζε με την εύθραυστη υγεία της, το μέλλον στο μίνι μάρκετ της γειτονιάς και το βαρύ σύννεφο της κρίσης να έμοιαζε μονόδρομος. Να μια ταινία όμως που ανοίγει το παράθυρο στη μοναδική ζωή που έχουμε, φυσά φρέσκο αέρα κουπαστής και μας καλεί να κοιτάξουμε κατάματα τα επιβλητικά υπερωκεάνια προς το άγνωστο, ή τις συμβιβασμένες, μη-τρομαχτικές, θυματοποιημένες μοίρες μας.

Πηγή:

https://flix.gr/cinema/brooklyn-review.html

Ραμανούτζαν: η ιστορία ενός σπουδαίου μαθηματικού στην μεγάλη οθόνη

Χειμώνας 1913.

Η Ευρώπη βράζει. Οι στρατοί παρατάσσονται. Στην Αγγλία οι εργάτες κάνουν απεργίες, όμως στο Κέμπριτζ τίποτε δεν έχει αλλάξει. Φυσικοί και μαθηματικοί αισθάνονται Θεοί της επιστήμης που σπάνια καταδέχονται να ρίξουν μια ματιά πέρα από τη μύτη τους. Ο διασημότερος των μαθηματικών, ο 36χρονος Χάρντι, είναι ο πιο μεθοδικός «Απόστολος της Απόδειξης».

Στο πρόσωπό του συνυπάρχουν η πιο αμείλικτη, απαιτητική μαθηματική πλευρά, με την πιο επιεική, αμφιλεγόμενη ελευθεριότητα του πνεύματος. Εργάζεται άοκνα, διαβάζει καθημερινά τους Τάιμς, κάνει ενθουσιώδεις μαθηματικές διαλέξεις, παίζει τένις, παρακολουθεί μανιωδώς αγώνες κρίκετ, και δηλώνει φανατικός αρνησίθεος. Η καριέρα του είναι εδραιωμένη, η ζωή του άνετη, το μέλλον του εξασφαλισμένο.

Ώσπου ένα πρωί, φτάνει στα χέρια του μια επιστολή από την Ινδία.

Ένας ασήμαντος 26χρονος Ινδός, ένας υπάλληλος, ένας αυτοδίδακτος μαθηματικός, ο Σρινιβάσα Ραμανουτζάν, τολμά να παραθέσει στον καθηγητή Χάρντι τις λύσεις σε δεκάδες ανεπίλυτα, σημαντικότατα θεωρήματα και ένα σωρό παράξενες διατυπώσεις γνωστών μαθηματικών εννοιών. Ο Χάρντι συγκλονίστηκε – ήταν κάτι σαν προσβολή. Παράτησε το χειρόγραφο και βυθίστηκε ξανά στις σελίδες των Τάιμς. Όμως, τα έξαλλα θεωρήματα και οι αποδείξεις του Ραμανουτζάν γέμισαν τις ώρες του με ανησυχία. Σιγά σιγά, σαν σε παράξενη μετάλλαξη, κοιτώντας τη χειρόγραφη επιστολή, άρχισε να αισθάνεται ευγνωμοσύνη για την ύπαρξη αυτού του άγνωστου. Παραδεχόταν, πλέον, πως κρατούσε το δημιούργημα ενός μαθηματικού μέγιστης ποιότητας, με εξαιρετική πρωτοτυπία και δύναμη φαντασίας – μια σπάνια μαθηματική ιδιοφυία. Ο Χάρντι κίνησε γη και ουρανό να του φέρουν τον Ραμανουτζάν στην Αγγλία.Ο Ραμανουτζάν επιζητούσε επαφή με τους ευρωπαίους τιτάνες της μαθηματικής διανόησης, όμως δεν ήθελε να αφήσει την αγαπημένη του Ινδία.

Τελικά, από τα χαμόσπιτα του Μαντράς βρέθηκε στα επιβλητικά κτήρια του Κέμπριτζ, στο ανοίκειο πολιτιστικό, κοινωνικό και επιστημονικό περιβάλλον της Αγγλίας – «από τα αλώνια, στα σαλόνια» της διανόησης.Επί 5 χρόνια, αποκλεισμένος από την πατρίδα του εξαιτίας του πολέμου, άφησε την οικογένειά του, τον παραδοσιακό τρόπο ζωής του και παρέμεινε στην αφιλόξενη Μεγάλη Βρετανία, φιλοτεχνώντας μέσα από 21 σπουδαίες δημοσιεύσεις μια αθάνατη μαθηματική κληρονομιά.Ανέκαθεν ήταν δεκτικός σε μεταφυσικές εικοτολογίες και πίστευε πως η μαθηματική πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από τους ανθρώπους – απλώς περιμένει την ανακάλυψή της. Διαβάζοντας ένα παμπάλαιο εγχειρίδιο μαθηματικών ανακάλυψε όλα όσα οι συνομίληκοί του διδάσκονταν στα πιο φημισμένα πανεπιστήμια της Ευρώπης.

Οι αριθμοί και οι μαθηματικές τους σχέσεις , στο μυαλό του Ραμανουτζάν, συνέδεαν μεταξύ τους τα διάφορα μέρη του Σύμπαντος. Κάθε νέο του θεώρημα συνιστούσε ένα ακόμη κομμάτι του απροσμέτρητου Άπειρου. Δήλωνε απερίφραστα πως καμιά εξίσωση δεν είχε νόημα γι’ αυτόν αν δεν εκφράζει μια σκέψη του Θεού. Ήταν απλός, εύθικτος ακόμη και σε ασήμαντες παρατηρήσεις. Οι ανάγκες του ήταν στοιχειώδεις. Δεν ήταν επηρμένος, ήταν επίμονος, εργαζόταν σκληρά, εξέπεμπε μια ιδιότυπη γοητεία και επιδείκνυε υψηλή νοημοσύνη σε όλα – όχι μόνο στα μαθηματικά.Όμως, δεν άντεχε το κλίμα, τις διατροφικές συνήθειες και το κοινωνικό περιβάλλον της Δύσης. Σχεδόν μόνιμα άρρωστος, είχε περιόδους πλούσιας επιστημονικής παραγωγής που του εξασφάλισαν την ύψιστη τιμή για επιστήμονα, υπήκοο του βρετανικού Στέμματος: τον τίτλο του Εταίρου της Βασιλικής Εταιρίας.Οι εργασίες του δεν έχουν ακόμη αποκαλύψει τα μυστικά τους.Τα θεωρήματά του εφαρμόζονται σε περιοχές της επιστήμης –όπως στη χημεία των πολυμερών, στους υπολογιστές, ακόμη και στην, εντελώς άγνωστη, τότε, μελέτη του καρκίνου– που ο ίδιος δεν είχε καν φανταστεί.

Η ταινία

Πάνω στο βιβλίο «Ο Άνθρωπος που Γνώριζε το Άπειρο» του Ρόμπερτ Κάνιγκελ που τυχαία έπεσε στα χέρια του σκηνοθέτη Ματ Μπράουν και που τον μάγεψε η ιστορία, βασίζεται η εν λόγω ταινία. Έχοντας κερδίσει τον συγγραφέα αλλά και τους παραγωγούς Έντουαρντ Ρ. Πρέσμαν και Τζιμ Γιανγκ, ο Μπράουν ξεκίνησε την αναζήτηση του βασικού πρωταγωνιστή. Ο κλήρος έπεσε στον Ντεβ Πατέλ («Slumdog Millionaire», «The Secong Best Exotic Marigold Hotel») που δέχθηκε αμέσως. Όσο για τις απαιτήσεις του ρόλου και την συνεργασία του με τον μεγάλο Τζέρεμι Άιρονς, εξομολογείται: « Μερικές φορές το να μην χρειάζεται να μιμηθείς συμπεριφορές ή κινήσεις που βλέπεις σε ένα βίντεο, σημαίνει μεγαλύτερη ελευθερία για έναν ηθοποιό. Και είχα την φοβερή βοήθεια του Τζέρεμι Άιρονς – η συνεργασία μαζί του είναι όνειρο για κάθε ηθοποιό και ήταν ό,τι περίμενα. Έχει καταπληκτική αίσθηση του χιούμορ και είναι φοβερά γενναιόδωρος, κάτι που έκανε εύκολο να χτίσουμε την σχέση μαθητή-δασκάλου. Είναι επίσης πολύ αφοσιωμένος στην δουλειά και το γύρισμα, δίνει ιδιαίτερη προσοχή στις λεπτομέρειες που κάνουν την διαφορά – είναι πραγματικά καταπληκτικός».

Από την άλλη ο οσκαρικός Άιρονς, αναφέρει ότι: «Αυτό που βρήκα συναρπαστικό στο πρότζεκτ, είναι ότι δεν ήξερα τίποτα για την ιστορία ή τον Ραμανουτζάν, και βρήκα την εξερεύνηση του κόσμου των μαθηματικών φοβερά ενδιαφέρουσα. Συνειδητοποίησα ότι ένας κόσμος που σε μένα φαίνεται εντελώς στεγνός και αδιάφορος, μπορεί να μοιάζει γεμάτος πάθος και μυστήριο και δέος για κάποιους άλλους. Με προσέλκυσε επίσης η σχέση των δύο ηρώων: ο Χάρντι, ένας στερεοτυπικά εσωστρεφής και συγκρατημένος Άγγλος, παίρνει τον Ραμανουτζάν από μια ζωή γεμάτη χρώμα, ζέστη και συναίσθημα και τον φέρνει σε μια κρύα χώρα στο χείλος του πολέμου. Είναι δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι στον τρόπο με τον οποίο προσέγγιζαν την ζωή, αλλά είχαν κοινό το πάθος τους για τα μαθηματικά. Τελικά, αυτό ήταν αρκετό για να δημιουργηθεί μια δυνατή φιλία». Για τον ρόλο του ο Άιρονς, χρησιμοποίησε ως βάση μια ατάκα/περιγραφή του Χάρντι αναφορικά με τα χρόνια που πέρασε με τον Ραμανουτζάν ως «το μοναδικό ρομαντικό περιστατικό της ζωής του». Ο ηθοποιός εξομολογείται ότι: «Είναι, βέβαια, μια δύσκολη σχέση να ορίσεις και να καταλάβεις σήμερα. Η δήλωση του Χάρντι έχει παρερμηνευθεί κατά τη γνώμη μου. Εμείς σήμερα θεωρούμε ότι η λέξη ρομαντικός συνδέεται με την ερωτική αγάπη αποκλειστικά, αλλά δεν είναι έτσι στην πραγματικότητα. Η λέξη ρομαντικός μπορεί να αναφέρεται σε εκείνη την περίοδο στη ζωή σου όπου όλα μοιάζουν πιο ζωηρά και πιο χρωματιστά, και αυτό νομίζω ότι εννοούσε ο Χάρντι. Σίγουρα, πάντως, τα χρόνια κατά τα οποία συνεργάστηκε με τον Ραμανουτζάν ήταν η περίοδος στην οποία ήταν περισσότερο περήφανος για την δουλειά του και περισσότερο ευτυχισμένος». Όλα αυτά ακούγονται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και όπως και να το κάνουμε, οι πραγματικές ιστορίες πάντα έχουν ένα κλικ συμπάθειας παραπάνω στο ταινιόφιλο κοινό. Είδαμε και αγαπήσαμε τέτοιες τα τελευταία χρόνια που αναγνωρίστηκαν και πρωταγωνίστησαν στα μεγαλύτερα κινηματογραφικά βραβεία ανά την υφήλιο.

Μια από τις θέσεις που σωστά διατυπώνει ατακαριστά αυτή η ταινία είναι πως «Η μεγάλη γνώση συχνά πηγάζει απ’ τις ταπεινότερες καταβολές». Η μεγάλη τέχνη επίσης. Σε αυτήν επουδενί ανήκει τούτη η βρετανική παραγωγή (από έναν σκηνοθέτη και σεναριογράφο που, τουλάχιστον ακόμα, στη δεύτερη μεγάλου μήκους του, δεν… μετράει), η οποία προστίθεται στο υποσύνολο – μακρυνάρι που απαρτίζεται απ’ τα μπούστα υπαρκτών «ο (σπουδαίος αλλά) άγνωστος Χ» προσωπικοτήτων τα οποία καταστρέφει η πιασάρικη, bigger than life απεικόνισή τους στο πανί. Το χειρότερο: προτείνοντας σε επίπεδο γραφής μια αντιδιαφορική εξίσωση, με το εξαγόμενο να υπολείπεται αισθητά του προτύπου – που, φυσικά, είναι «Ο Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ», εδώ στο περιόδου και με exotica εκθέτη κλάσμα του.

Διατηρώντας ως άξονα την 5χρονη σχέση αλληλοτροφοδότησης τού χαρισματικού Σρινιβάσα Ραμάνουτζαν με τον Γκόντφρεϊ Χάρντι (μαρτυρίες από τα απομνημονεύματα τού δεύτερου είναι ανεπίσημα η βάση της ιστορίας, με επίσημη τη μοναδική βιογραφία τού πρώτου που υφίσταται, δια χειρός Ρόμπερτ Κάνιγκελ), ο Μπράουν αθροίζει στο standard δυναμικής κρατούμενο του διπόλου «Άγγλος, ακαδημαϊκός, άθεος, δημοκράτης, παντρεμένος με την επιστήμη του και είλωτάς της» απ’ τη μια και «Ινδός, άνευ πτυχίου, ταπεινής κάστας και συχνά χωρίς πόρους, πιστός Βραχμάνος, με γυναίκα και μάνα αλάργα, ιδιοφυία» απ’ την άλλη τούς παράγοντες «ρατσισμός» και «πανεπιστημιακό κατεστημένο» αρχικά, «Πρώτος Παγκόσμιος» και «ψυχοσωματικές δοκιμασίες» στη συνέχεια. Το γινόμενο; Την κλασική καταστασιακή ακολουθία «λεκτική διαφωνία ανάμεσα στους δύο ήρωές μας και πάλη στο χαρτί ή στον μαυροπίνακα με τα νούμερα που πρέπει να βγουν και πειραγματάκια απ’ τον φιλικό ή προσκόμματα απ’ τον εχθρικό περίγυρο και πέρασμα στην Ινδία (ενίοτε δια της αναπόλησης) όπου οι δύο γυναίκες της ζωής τού ξενιτεμένου είναι στα μαχαίρια = απειροστική πλοκή» διακόπτουν μόνο υποδιαστολές αλλά σπανίως με αξία – και δεν εννοώ αριθμητική αλλά αφηγηματική.

Και πώς να είναι η λύση ο φιλικά προσκείμενος προς το δίδυμό μας Μπέρτραντ Ράσελ (ο Νόρθαμ πιο κόντρα από ποτέ) ως κομπάρσος στην απόξω ενώ πολεμάει εντός κολεγίου με χιουμοράκι για το φιλοσοφικό πολιτικό του όραμα ή ένα ζέπελιν που βομβαρδίζει το Λονδίνο με τον επισκεπτόμενο Ταμίλ μας σε κίνδυνο (add CGI), όταν η τριγωνομετρία τού εν προόδω και ανθρώπινου πλησιάσματος ανάμεσα στον ξερακιανό Βρετανό οπαδό τής τεκμηρίωσης των θεωρημάτων και τον Γκάνγκα Ντιν τής θεϊκής διαίσθησης του χορού των ψηφίων περνάει απ’ την καλοπροαίρετη θεωρία στην κάπως νιανιά πράξη, με τον ένα να προπαγανδίζει στεντόρεια την αλλαγή στις μουχλιασμένες τάξεις των συναδέλφων του και τον άλλο να ψαύει το άγαλμα του παλιού fellow Νεύτονα αδημονώντας για την αναγνώριση, τα πρακτικά ανταλλάγματα της οποίας θα του επιτρέψουν να επανενωθεί με την παιδική αγαπημένη του;

Ο ρατσισμός, διαχρονική τετραγωνική ρίζα τού εχθρικού προς την αλλοδαπή διάνοια κατεστημένου, υποσημειώνει σωστά τα τεκταινόμενα εδώ. Αλλά ως ίντριγκα που διαιρεί ακόμα και σε επίπεδο αλληλογραφίας τα νταλκαδιασμένα ερωτευμενάκια μουγκανίζει μια ιερή αγελάδα τού είδους τού ρομαντικού melo (βλ. «κακιά πεθερά»), ενώ οι σχετικές, διάσπαρτες στο δεύτερο ήμισυ νοερές αναδρομές τού «μαυριδερού» Αϊνστάιν μας στη συζυγική Αρκαδία του επιχειρούν ακόμη πιο άγαρμπα να μαζέψουν το μπερδεμένο σάρι τής καρδιάς και του μυαλού του. Αυτά προτού μια σεκάνς παραίσθησης κάνει το σφάλμα να λογαριαστεί μιγαδικά εφετζίδικα με το έτερο κινηματογραφικό αλγεβρικό πρότυπο τού Μπράουν, το «Ένας Υπέροχος Άνθρωπος», καθώς τα… δέκατα των κακουχιών έχουν πολλαπλασιάσει την παθολογία τού χαρακτήρα και μαζί τη δραματικότητα τής μυθοπλαστικής μοίρας τού Ραμάνουτζαν.

Καθώς δεν παίζεις τις χάντρες τού άβακα από πλήξη, η συνάρτηση δεν θα λογιζόταν ως ελλειπτική σε τέτοιο βαθμό, εάν η διδασκαλία τού επιρρεπούς στον σεντιμενταλισμό τής μάσκας τού προσώπου Πατέλ είχε αφαιρέσει από τις εκφράσεις του – και η posh γκαρνταρόμπα του δεν τον εξέθετε χαρακτηριστικά, ειδικά εκείνο το ανθρακί κασμιρένιο παλτό (άπαξ, για δευτερόλεπτα). Αντίθετα, μαζί με τις μουσικές υπογραμμίσεις, το φλέγμα σε ατάκες και κάποια γκαγκ που θα λατρέψουν οι καταρτισμένοι στο γνωστικό πεδίο (κάντε υπομονή για το όψιμο δις ξεπέταγμα του φετίχ των οπαδών τού Ραμάνουτζαν, του 1729), ο Άιρονς ανήκει στα συν, παρά το ότι η φιγούρα του αρτιώνεται αξιωματικά πλάι σ’ εκείνη τού προστατευομένου του και την ψιλοκαπελώνει. Πριν απ’ τους τίτλους τέλους ξέρετε τι διαμέριση σας επιφυλάσσουν για φόρτιση, κλασικά: δύο πραγματικές φωτογραφίες τού τιμώμενου (σχεδόν οι μόνες διασωθείσες, ευτυχώς αντίθετα με το ρηξικέλευθο έργο του) και μετάτιτλοι για το τι απέγινε, ως μνημόσυνο της προσφοράς του σε όλους εμάς. «Το Παιχνίδι της Μίμησης», που λέγαμε. Ολοκληρώματα είναι αυτά;

Η ιστορία

«Κύριε, κατάλαβα από το γράμμα σας ότι ανυπομονείτε να με έχετε στο Κέιμπριτζ. Από το πανεπιστήμιο μου ξεκαθάρισαν ότι δεν χρειάζεται να ανησυχώ για τα έξοδα και το επίπεδο των αγγλικών μου και ότι θα μπορώ να παραμείνω χορτοφάγος εκεί. Άρα μαζί με τον κύριο Λίτλγουντ μπορείτε να αναλάβετε να με φέρετε στην χώρα σε λίγους μήνες». Με αυτά τα λόγια ο Σρινιβάσα Ραμανουτζάν, ένας φτωχός Ινδός επαρχιώτης, ενημέρωσε τον σπουδαίο άγγλο μαθηματικό Γκόντφρεϊ Χάρντι ότι αποδεχόταν την πρόταση να μαθητεύσει στο πλευρό του….

Ο Σρινιβάσα Ραμανουτζάν γεννήθηκε με ένα χάρισμα: Έβλεπε τον κόσμο μέσα από τους αριθμούς. Κι ο μικρός Ινδός, από πολύ νωρίς, ήθελε να παίξει μαζί τους. Ωστόσο, η ινδική επαρχία της δεκαετίας του 1880 δεν ήταν το πλέον ευνοϊκό μέρος για βαθύτερες αναζητήσεις και προχωρημένες μαθηματικές αναλύσεις. Ο πατέρας του Ραμανουτζάν εργαζόταν σε ένα μαγαζί με υφάσματα και η μητέρα του έψελνε στον τοπικό ναό. Τίποτα από το παραδοσιακό οικογενειακό του υπόβαθρο δε δικαιολογούσε την εμμονή και για την αγάπη του για τις αριθμητικές πράξεις. Πριν ακόμα πάει σχολείο έλυνε με ευκολία ασκήσεις που δυσκόλευαν παιδιά δημοτικού. Μέχρι την ηλικία των 11 είχε εξαντλήσει τη σχολική ύλη των μαθηματικών και άρχισε να επεκτείνεται σε πιο προχωρημένες έννοιες. Αναζητούσε ακαδημαϊκά βιβλία, δημιουργούσε δικά του θεωρήματα και κατακτούσε διακρίσεις σε τοπικούς διαγωνισμούς. Στο γυμνάσιο, λόγω έλλειψης εκπαιδευτικού προσωπικού, ο Ραμανουτζάν ανέλαβε και χρέη καθηγητή. Στην πραγματικότητα όμως είχε τεράστια κενά στα μαθηματικά κορυφαίου επιπέδου. Μία αυτοδίδακτη διάνοια Ωστόσο τα υπόλοιπα μαθήματα τον άφηναν αδιάφορο. Έτσι, όταν αποφοίτησε από το σχολείο, δεν κατάφερε να συνεχίσει τις σπουδές του σε υψηλότερο επίπεδο. Φυσικά, η αγάπη του για τα μαθηματικά δεν υποχώρησε. Στον ελεύθερό του χρόνο εξακολουθούσε να μελετάει και να επινοεί δικά του θεωρήματα….

Η πρώτη του επαφή με τον ακαδημαϊκό κόσμο των μαθηματικών ήρθε μετά το 1910, όταν ο Ραμανούτζαν γνώρισε τον ιδρυτή της Ινδικής Μαθηματικής Εταιρίας, Ραμασουάμι Άιερ. Ο Άιερ διάβασε τα τετράδια με τις σημειώσεις του νεαρού Ινδού και αμέσως εντυπωσιάστηκε. Αποφάσισε να τον συστήσει σε συναδέλφους του στην πόλη Μαντράς, όπου βρισκόταν το ομώνυμο πανεπιστήμιο….

Ωστόσο, αυτό που είχε ανάγκη ο Ραμανουτζάν ήταν δουλειά. Οι σπουδές έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα. Άλλωστε, ήταν πλέον οικογενειάρχης, καθώς πρόσφατα είχε παντρευτεί μία δεκάχρονη συμπατριώτισσά του. Αλλά εκτός από το νέο σπίτι που είχε να συντηρήσει, έπρεπε να αντιμετωπίσει και ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που απαιτούσε χειρουργική επέμβαση. Και τα χρήματα ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Έτσι, χάρη στη διαρκή επικοινωνία του με τους καθηγητές του Μαντράς και της Μαθηματικής Εταιρείας, αλλά και χάρη σε καινοτόμες μαθηματικές δημοσιεύσεις που είχε κάνει σε μεγάλο επιστημονικό περιοδικό, εξασφάλισε μία θέση γραμματέα τρίτης κλάσης στο λογιστήριο του λιμανιού του Μαντράς. Ήταν μία τυποποιημένη κι εύκολη δουλειά που του άφηνε αρκετό ελεύθερο χρόνο προκειμένου να ασχολείται με τη μεγάλη του αγάπη, τα μαθηματικά. Βέβαια, ο Άιερ και οι καθηγητές του Μαντράς που γνώριζαν τις δυνατότητες και το σπάνιο ταλέντο του, δεν ήθελαν να τον αφήσουν να το χαραμίσει. Έτσι, τον παρότρυναν να έρθει σε επικοινωνία με βρετανούς μαθηματικούς. Προώθησαν τη δουλειά του σε ομολόγους τους σε μεγάλα πανεπιστήμια της Βρετανίας και τον βοήθησαν να έρθει σε επικοινωνία μαζί τους. Οι αρχικές απαντήσεις ήταν διστακτικές. Οι βρετανοί μαθηματικοί αναγνώριζαν το ταλέντο του νεαρού Ινδού αλλά επισήμαιναν το γεγονός ότι του έλειπε το γνωστικό υπόβαθρο για να γίνει δεκτός στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Αναγνώριζαν όμως ότι αυτός ο σχεδόν αμόρφωτος νέος ήταν μαθηματική ευφυΐα. Ο Ραμανουτζάν βέβαια δεν το έβαλε κάτω και ξεκίνησε να επικοινωνεί αυτοπροσώπως με ανθρώπους από το Κέιμπριτζ. Τότε ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τους καθηγητές Γκόντφρεϊ Χάρντι και Τζον Λίτλγουντ. Οι δύο μεγάλοι μαθηματικοί ενθουσιάστηκαν τόσο από το έργο του Ινδού που τον προσκάλεσαν να ταξιδέψει στην Αγγλία. Εκείνος, αν και αρχικά αρνήθηκε, μετά από πολλές πιέσεις και διαβεβαιώσεις ότι οι συνθήκες εκεί θα ήταν ιδανικές, συμφώνησε να δεχθεί την πρότασή τους….

Στις 14 Απριλίου του 1914 ο Ραμανουτζάν έφτασε για πρώτη φορά στο Κέιμπριτζ. Όμως ήταν γεμάτος τύψεις που είχε αφήσει την οικογένεια του πίσω στο Μαντράς και φόβο διότι βρισκόταν ολομόναχος σε μία ξένη χώρα, του πήρε αρκετό καιρό μέχρι να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Ομολογουμένως, ο Χάρντι και ο Λιτλγουντ τον βοήθησαν αρκετά να συμπληρώσει τα κενά του και να βάλει σε μια τάξη τα ευρήματά του. Στο πλευρό τους ο Ινδός διέπρεψε. Μέσα σε διάστημα πέντε χρόνων, διατύπωσε μια πληθώρα από μαθηματικούς τύπους, οι οποίοι ήταν τόσο προχωρημένοι που μετέπειτα εξετάστηκαν σε βάθος και άνοιξαν νέους ερευνητικούς ορίζοντες. Τα συμπεράσματα που διατύπωσε ήταν τόσο πρωτότυπα, όσο και αντισυμβατικά. Ανάμεσα στα πιο αξιοσημείωτα συγκαταλέγονται οι Πρώτοι Αριθμοί Ραμανουτζάν και η Συναρτήση Θήτα Ραμανουτζάν. Το 1916 τού απονεμήθηκε πτυχίο Θετικών επιστημών και δύο χρόνια αργότερα, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων επιστημόνων, εκλέχθηκε μέλος της Μαθηματικής Εταιρίας του Λονδίνου και ύστερα, της Βασιλικής Εταιρίας. Ήταν ο δεύτερος Ινδός στην ιστορία που εξασφάλιζε μία τέτοια περίοπτη θέση, αλλά και ένα από τα νεότερα μέλη του οργανισμού….

Παρά το νεαρό της ηλικίας του η μαθηματική κληρονομιά που άφησε ήταν τεράστια. Τόσο οι μαθηματικοί της περιόδου εκείνης, όσο και μεταγενέστεροι επιστήμονες δεν δίστασαν να συγκρίνουν τον Ινδό με προσωπικότητες όπως ο Τζακόμπι, ο Όιλερ, ο Αρχιμήδης κι ο Νεύτωνας. Κι αυτό διότι πέρα από το έργο του, ο Ραμανουτζάν μοιραζόταν με αυτές τις ιστορικές διάνοιες ένα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα. Το πηγαίο μαθηματικό τους ταλέντο δεν ήταν κάτι επίκτητο, αλλά έρεε από μέσα τους. Όπως επισήμαινε ο Χάρντι στα γραπτά του, ο Ραμανουτζάν, πέρα από το εντυπωσιακό γεγονός ότι ήταν πλήρως αυτοδίδακτος, λειτουργούσε διαισθητικά. Ο Χάρντι, ο Λίτλγουντ και οι υπόλοιποι μεγάλοι μαθηματικοί της περιόδου ήταν στυγνοί ορθολογιστές. Ένθερμοι υποστηρικτές της μαθηματικής απόδειξης και της αυστηρότητας, αποζητούσαν λύσεις σε περίπλοκα προβλήματα μέσω μιας συγκεκριμένης λογικής και μεθοδευμένης πορείας σκέψης. Από την άλλη, ο Ραμανουτζάν λειτουργούσε ως επί το πλείστον διαισθητικά. Ήταν ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος που είχε μάθει να εμπιστεύεται το ένστικτό του. Όπως υποστήριζε, οι αριθμοί μιλούσαν στην ψυχή του κι δίχως να ξέρει ακριβώς το λόγο, οι λύσεις και οι καινοτόμες ιδέες του έρχονταν αβίαστα. Σήμερα, η συνεισφορά και το ταλέντο του μεγάλου μαθηματικού έχουν αναγνωριστεί διεθνώς. Θεωρείται ως ένα από τα κορυφαία μαθηματικά μυαλά του 20ου αιώνα και τα θεωρήματά του μελετούνται ακόμη. Τον Δεκέμβριο του 2011 η κυβέρνηση της Ινδίας διακήρυξε την ημέρα των γενεθλίων του Ραμανούτζαν (22 Δεκεμβρίου) ως ετήσια «Εθνική Ημέρα των Μαθηματικών» καθώς και το έτος 2012 ως «Εθνικό Χρόνο των Μαθηματικών» προς τιμήν του.…

Μέσα από τη συγκλονιστική ιστορία του Ραμανουτζάν μαθαίνουμε πώς πρέπει συμπεριφερθούμε σε μια ιδιοφυία μόλις διαπιστώσουμε την ύπαρξή της. Ο Χάρντι, ο αριστοκράτης άγγλος μαθηματικός με τις ασυναγώνιστες ακαδημαϊκές περγαμηνές, «μεταχειρίστηκε» τον εύθραυστο Ραμανουτζάν σαν ένα σπάνιο

άνθος που δεν θα ανεχόταν να «μπουκώσει» με τη μεθοδικότητα που απαιτούσε η μαθηματική γνώση. Όμως, η κοινωνία της εποχής, δεν έκανε το ίδιο.

Πόσοι ακόμη Ραμανουτζάν διαβιούν σήμερα στην Ινδία, άγνωστοι, δίχως αναγνώριση; Πόσοι βρίσκονται στην Αμερική και τη Μεγάλη Βρετανία, αποκλεισμένοι σε φυλετικά ή οικονομικά γκέτο, με την αμυδρή γνώση ότι υπάρχουν κι άλλοι κόσμοι πέρα από τον δικό τους;

Πηγή : http://www.mixanitouxronou.gr/srinivasa-ramanoytzan-o-aytodidaktos-indos-mathimatikos-poy-sygkrinetai-me-ton-archimidi-kai-ton-neytona/

www.lifo.gr

www.ert.gr

www.freecinema.gr

“Μια κρυφή ζωή”, το αριστούργημα του Τέρενς Μάλικ

Ο Τέρενς Μάλικ επιστρέφει ξανά στα χαρακώματα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, δυο δεκαετίες μετά την αριστουργηματική «Λεπτή Κόκκινη Γραμμή», για να αφηγηθεί την πραγματική ιστορία του Αυστριακού Φραντς Γιεγκερστέτερ, ενός αντιρρησία συνείδησης που αρνήθηκε να καταταχθεί στον στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου και θανατώθηκε στα 36 του γι’ αυτή την απόφαση.

Με χαρακτηριστική αφηγηματική δεινότητα, που ανακαλύπτει την ομορφιά ακόμα και στις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας, το «Μία Κρυφή Ζωή» του Τέρενς Μάλικ έκανε πρεμιέρα στο Επίσημο Διαγωνιστικό τμήμα του 72ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές.

Σύνοψη

Ο Φραντς Γιεγκερστέτερ (Όγκαστ Ντιλ), ένας Αυστριακός αντιρρησίας συνείδησης, αρνείται να αγωνιστεί για τους Ναζί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εκτελείται από αυτούς το 1943. Μπαίνοντας στο σπίτι του Γιεγκερστέτερ στην ύπαιθρο της Αυστρίας, η ταινία ακολουθεί τον αγωνιστικό βίο του Φραντς και της συζύγου του, Φάνι (Βάλερι Πάχνερ). Με αφετηρία τα πραγματικά γράμματα που αντάλλασσαν κατά τον πόλεμο, η ταινία απεικονίζει πώς το ζευγάρι ήρθε σε σύγκρουση με τα μέλη της κλειστής κοινωνίας τους, την εκκλησία, την κυβέρνηση, ακόμη και τους φίλους τους — και πώς όλα αυτά τους οδήγησαν σε μια τραγική επιλογή. Η επιστροφή του πολυβραβευμένου σκηνοθέτη Τέρενς Μάλικ σε μία απίστευτης ομορφιάς δραματική ταινία και με τον Μπρούνο Γκαντς σε μία από τις τελευταίες του εμφανίσεις στην μεγάλη οθόνη.

Η αληθινή ιστορία

Η ταινία «Μία Κρυφή Ζωή» είναι η 10η μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Τέρενς Μάλικ («Λεπτή Κόκκινη Γραμμή», «Άγνωστος Κόσμος», «Το Δέντρο της Ζωής», «Μέχρι το Θαύμα»). Η ταινία βασίζεται στη ζωή του Φραντς Γιεγκερστέτερ, ενός Αυστριακού αγρότη που αρνήθηκε να ορκιστεί πίστη και αφοσίωση στον Χίτλερ. Τον Αύγουστο του 1943, εκτελέστηκε για αυτή του την αντίσταση σε ένα γκαράζ στις φυλακές του Βρανδεμβούργου στο Βερολίνο. Η ταινία εστιάζει στην ανταλλαγή γραμμάτων με τη γυναίκα του Φραντσίσκα (ή Φάνι). Η ιστορία δεν ήταν πολύ γνωστή εκτός της περιοχής της Αγ. Ραδεγούνδης, και ίσως δεν θα μαθαίνονταν ποτέ, αν δεν έκανε έρευνα ο Αμερικανός Γκόρντον Ζαν στη δεκαετία του ’70 ανακαλύπτοντας το χωριό.

Η οικογένεια των Γιεγκερστέτερ ζούσε στην Αγ. Ραδεγούνδη, ένα μικρό χωριό των 500 κατοίκων στη βόρεια Αυστρία, κοντά στο Σάλτσμπουργκ και τα γερμανικά σύνορα – στην ίδια επαρχία που γεννήθηκε ο Χίτλερ και πέρασε τα πρώτα χρόνια της νιότης του.  Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στη βορειότερη επαρχία της Ιταλίας, το Μπολζάνο. Ακολούθησε η Αυστρία και γύρισμα στην Αγ. Ραδεγούνδη. Οι σκηνές της φυλακής πραγματοποιήθηκαν στη Γερμανία τις τελευταίες μέρες της παραγωγής.

Ο υπεύθυνος καλλιτεχνικής διεύθυνσης Στιβ Σάμερσγκιλ («Άδωξοι Μπάσταρδη», «Ξενοδοχείο Grand Budapest») ισχυρίζεται ότι οι τοποθεσίες επιλέχθηκαν με απόλυτη προσοχή και λεπτομέρεια για το περιεχόμενο, την αυθεντικότητα και την αισθητική τους. «Το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι ότι μάθαμε πως τα επίπεδα του φυσικού φωτός ήταν καθοριστικά στο αν μια τοποθεσία μπορεί ή όχι να λειτουργήσει σωστά για την ταινία», λέει ο ίδιος. Σκηνές της ταινίας γυρίστηκαν σε εκκλησίες και καθεδρικούς ναούς, σε φάρμες, σε περιβόλια γεμάτα από φρούτα, σε βουνά και σε αγροτικά μονοπάτια. «Το φυσικό περιβάλλον αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του έργου και αυτές οι τοποθεσίες όντως στάθηκαν ως θεμέλια για εμάς», προσθέτει ο Σάμερσγκιλ. 

Ο υπεύθυνος σχεδιασμού παραγωγής Σεμπάστιαν Κράβινκελ («Ο Νο1 Καταζητούμενος», «V For Vendetta») πραγματοποίησε έρευνα γύρω από τον Φραντς Γιεγκερστέτερ και τα σημαντικά μέρη στη ζωή του ανατρέχοντας σε προσωπικά γράμματα και αρχειακό υλικό. «Πήγαμε να ψάξουμε και να δούμε μερικές τοποθεσίες μαζί με τον Τέρενς για ένα χρόνο νωρίτερα ώστε να ξέρουμε πως δείχνουν σε κάθε εποχή. Για σχεδόν ένα χρόνο είχα συζητήσεις μαζί του για να μου πει ποια sets χρειάζεται και ποιες τοποθεσίες προτιμά», λέει ο Κράβινκελ. 

Η ομάδα της παραγωγής ήταν έτοιμη από την άνοιξη και το καλοκαίρι ξεκίνησαν τα γυρίσματα. Τη διεύθυνση φωτογραφίας ανέλαβε ο στενός συνεργάτης του Μάλικ, ο Γιοργκ Βίντμερ («Η Ένατη Πύλη», «Η Δασκάλα του Πιάνου»). 

Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στο ιστορικό πλαίσιο των γεγονότων της ταινίας. Η παραγωγή απέφυγε να κινηματογραφήσει μοντέρνα κτήρια και διάφορα σημάδια σύγχρονου πολιτισμού ώστε να μείνει πιστή στην απεικόνιση της εποχής. «Ήμασταν πολύ τυχεροί που μπορέσαμε να έχουμε πλάνα από το εσωτερικό ενός μύλου, από το μαγαζί ενός σιδηρουργού, από μερικές πραγματικές φυλακές και από ένα ιστορικό δικαστήριο», λέει ο Κράβινκελ. Για εσωτερικά και εξωτερικά πλάνα, η παραγωγή επισκέφτηκε τις φυλακές Hoheneck και Tegel. Ακόμα, μερικές σκηνές έγιναν σε μια φάρμα ενός φίλου και γείτονα του Γιεγκερστέτερ.   Στο σαλόνι στο σπίτι των Γιεγκερστέτερ το ρολόι τοίχου είναι αυτό που άκουγε η Φάνι τη στιγμή της εκτέλεσης του Φραντς, το απόγευμα της 9ης Αυγούστου 1943. 

Σήμερα, τα χωράφια στη γύρω περιοχή της Αγ. Ραδεγούνδης είναι γεμάτα από καλαμπόκι και πια υπάρχουν αρκετά σύγχρονα σπίτια. Αποτέλεσμα αυτού, η παραγωγή χρειάστηκε να ανέβει ψηλότερα στο βουνό.

Οι πρωταγωνιστές

Ο πρωταγωνιστής Όγκαστ Ντιλ («Όταν ο Μαρξ συνάντησε τον Έγκελς», «Salt») λέει για την εμπειρία του από την ταινία: «Θυμάμαι την πρώτη φορά που διάβασα το σενάριο πως είχα συζητήσει πολύ με τον Τέρενς. Είχε περιέργεια να μάθει για μένα. Μετά, πιάσαμε κουβέντα για τη ζωή και πώς βλέπουμε τα πράγματα. Μεγάλωσα σε μια φάρμα στη Γαλλία όπου δεν είχαμε ηλεκτρικό ρεύμα. Ο Τέρενς ήθελε να μάθει την εμπειρία μου από αυτό». Ο Ντιλ προσθέτει, επίσης, πως αντιμετώπισε τα γράμματα μεταξύ του Φραντς και της Φάνι σαν ένα ακόμα σενάριο πέρα από αυτό της ταινίας. 

Η πρωταγωνίστρια Βάλερι Πάχνερ («Στέφαν Τσβάιχ: Αποχαιρετισμός στην Ευρώπη», «All my Loving») μίλησε για πρώτη φορά με τον σκηνοθέτη στο τηλέφωνο. «Όταν με κάλεσε την πρώτη φορά, δεν ήταν καθόλου μια μικρή συζήτηση. Άρχισε να μου μιλάει για τον κόσμο και τη ζωή και τότε αμέσως συνειδητοποίησα ότι θέλω να δουλέψω μαζί του». Η Πάχνερ έχει μεγαλώσει στην Αυστρία και, έτσι, νιώθει μια οικειότητα με την ιστορία. Επιπλέον, ο Μάλικ της έδωσε ένα βιβλίο για τις γυναίκες στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο που δούλευαν στις φάρμες τη στιγμή που οι άντρες τους πολεμούσαν στο μέτωπο.

Ο Ντιλ χαρακτηρίζει ως «ιδιαίτερη» τη συνεργασία του με την Πάχνερ. «Ήμασταν πολύ αφοσιωμένοι στου ρόλους μας διότι η ιστορία αυτή έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την εμπιστοσύνη», λέει ο Ντιλ. «Πρέπει να εμπιστεύεσαι κάποιον πολύ για να καταφέρνεις να κάνεις αυτή την ταινία, απαιτεί να πάρεις ρίσκα. Πιστεύω πως και από την αρχή η Βάλερι ήταν πρόθυμη να πάρει ρίσκα και να κάνει ό,τι εγώ». Η Πάχνερ από τη μεριά της βλέπει αυτή τη συνεργασία ως μια «πολύ δυνατή εμπειρία». Η ίδια λέει: «Τις πρώτες πέντε ή έξι εβδομάδες ήμασταν διαρκώς μαζί και δουλεύαμε ασταμάτητα». 

Όσκαρ 2020: Όλα όσα πρέπει να ξέρετε

Μια μεγάλη έκπληξη είχαν να επιδείξουν τα Όσκαρ 2020, καθώς η νοτιοκορεάτικη ταινία «Παράσιτα» («Parasite»), ένα υβρίδιο θρίλερ και διαβρωτικής μαύρης κωμωδίας για τις κοινωνικές ανισότητες στη σύγχρονη Σεούλ, κατάφερε να πετύχει τελικά κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί ποτέ στο Hollywood,  ως η πρώτη μη αγγλόφωνη παραγωγή που κατάφερε να αποσπάσει το χρυσό αγαλματίδιο για την καλύτερη ταινία στα 92 χρόνια του θεσμού. Είναι η πρώτη ταινία στην ιστορία που παίρνει βραβείο καλύτερης ξενόγλωσσης παραγωγής και καλύτερης ταινίας την ίδια χρονιά. Μαζί κέρδισαν και το Οσκαρ καλύτερης σκηνοθεσίας και καλύτερου πρωτότυπου σεναρίου.

«Πολλοί Αμερικανοί θεατές είπαν ότι τα “Παράσιτα” είναι πολύ απρόβλεπτη ταινία, νομίζω ότι αυτό απόλαυσε το κοινό», πρόσθεσε. Εξερευνά την «ευγένεια προς τα ανθρώπινα όντα», την «ανθρώπινη αξιοπρέπεια».

Ο 50χρονος Μπονγκ Τζουν Χο κέρδισε βετεράνους, όπως ο Μάρτιν Σκορτσέζε και ο Κουέντιν Ταραντίνο. Παραλαμβάνοντας το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας, αναφέρθηκε τιμητικά και στους δυο τους. « Όταν ήμουν νέος και σπούδαζα κινηματογράφο, υπήρχε μία φράση που είχε χαραχτεί βαθιά μέσα στην καρδιά μου, η οποία είναι« το πιο προσωπικό πράγμα, είναι το πιο δημιουργικό». Αυτό το απόσπασμα είναι από τον σπουδαίο Martin Scorsese. Όταν ήμουν στο σχολείο μελετούσα τα φιλμ του Μάρτιν Σκορτσέζε. Και μόνο που ήμουν υποψήφιος ήταν τεράστια τιμή. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα κέρδιζα», είπε και ολόκληρη η αίθουσα χειροκρότησε τον μεγάλο σκηνοθέτη οποίος αναγκάστηκε να σηκωθεί όρθιος για να δεχθεί την εκτίμηση τους.

«Όταν ακόμα οι περισσότεροι στις ΗΠΑ δεν γνώριζαν καν τις ταινίες μου, ο Κουέντιν πάντα τις έβαζε στους καταλόγους του» με τα αγαπημένα του φιλμ, συνέχισε ο Μπονγκ. «Εδώ είναι. Κουέντιν, σ’ αγαπάω!».

https://www.youtube.com/watch?v=0if7FD_a4Og

«Αν ξεπεράσετε το φράγμα των δύο εκατοστών των υποτίτλων, ανακαλύπτετε καταπληκτικές ταινίες», είχε σχολιάσει με χιούμορ ο Μπονγκ παραλαμβάνοντας τη Χρυσή Σφαίρα τον περασμένο μήνα.

Καθόλη την διάρκεια της τελετής ήταν φανερό ότι ο Κορεάτης σκηνοθέτης δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που συμβαίνει ούτε συγκρατήσει την χαρά του. «Θα πίνω μέχρι το πρωί», δήλωσε όταν παραλάμβανε το βραβείο καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

Η φετινή τελετή, που για ακόμη μια φορά δεν είχε παρουσιαστή, πραγματοποιήθηκε στο Λος Άντζελες στις 10 Φεβρουαρίου με το Joker να ηγείται με 11 υποψηφιότητες και τα The Irishman, 1917 και Once Upon a Time in Hollywood να ακολουθούν με 10 υποψηφιότητες το καθένα. Η Αμερικανική Ακαδημία των Τεχνών και των Επιστημών του κινηματογράφου απένειμε συνολικά 24 χρυσά αγαλματίδια σε αυτή την τελετή, στην οποία το «1917» και τα «Παράσιτα» δικαίωσαν τους τίτλους των μεγάλων φαβορί. Συνολικά, στα Οσκαρ 2020, η ταινία Τα Παράσιτα πήρε 4 Οσκαρ, 4 το 1917, 2 το Κάποτε στο Χόλιγουντ και 2 ο Joker.

«Ο Ιρλανδός» από την άλλη πλευρά, που κόστισε στο Netflix 175 εκατομμύρια δολάρια, ήταν υποψήφιος για δέκα Όσκαρ, ωστόσο δεν πήρε ούτε ένα αγαλματίδιο.Ο ίδιος ο Μάρτιν Σκορσέζε πάντως δεν φάνηκε να πτοείται και πολύ, όπως απέδειξε με μια φωτογραφία που δημοσίευσε στον προσωπικό του λογαριασμό στο Instagram με τον σκύλο του στο ένα χέρι και το Sonny Bono Visionary Award που είχε κερδίσει στο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών του Παμλς Σπρινγκς στο άλλο.

 Tο Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου κέρδισε όπως ήταν αναμενόμενο ο Χοακίν Φίνιξ για την πιο συγκλονιστική ερμηνεία της καριέρας του στον ρόλο του «Joker». Αποδέχθηκε το αγαλματίδιο εμφανώς συγκινημένος με το ίδιο κοστούμι Stella McCartney που φόρεσε σε όλες τις φετινές εκδηλώσεις, θέλοντας να μειώσει το αποτύπωμά του στον πλανήτη. Η ομιλία του ήταν επίσης συναισθηματικά φορτισμένη. Ήταν μια εξομολόγηση, ένα ευχαριστήριο σημείωμα, μία έκκληση για ενότητα και καταπολέμηση του ρατσισμού, μία κατακραυγή έναντι της καταπάτησης των δικαιωμάτων των ζώων και της μόλυνσης του περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικά είπε: «Είμαστε ένοχοι για μια εγωκεντρική θεώρηση του κόσμου, αλλά δεν είμαστε το κέντρο του σύμπαντος».

Για το τέλος, ο Χοακίν Φίνιξ επιφύλαξε την πιο συγκινητική στιγμή όταν ανέφερε στίχο του αδικοχαμένου αδερφού του Ρίβερ που είχε γράψει σε ηλικία 17 ετών και κέρδισε δικαιολογημένα το πιο ειλικρινές χειροκρότημα. 

«Τρέξε στη σωτηρία με αγάπη και η ειρήνη θα ακολουθήσει».

https://www.youtube.com/watch?time_continue=12&v=4Fl2h-nwGww

Εντύπωση έκανε και η φωτογραφία του Greg Williams, στην οποία ο Χοακίν Φίνιξ τρώει βίγκαν μπέργκερ μετά τα Όσκαρ με την αγαπημένη του Ρούνεϊ Μάρα και το Οσκαρ ανάμεσά τους. Το ζευγάρι κάθεται στα σκαλιά ενός σπιτιού, γελώντας χαρούμενο και χαλαρό, με τη Μάρα μάλιστα να έχει αλλάξει παπούτσια και να φορά μαύρα sneakers. Η φωτογραφία έγινε αμέσως viral και έκανε τον γύρο του διαδικτύου, ενώ οι φανς του ηθοποιού ενθουσιάστηκαν, τονίζοντας ότι οι δυο τους δείχνουν σαν ένα ζευγάρι της διπλανής πόρτας.

Στην κατηγορία Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου το βραβείο πήρε ο Μπραντ Πιτ για τον ρόλο του κασκαντέρ Κλιφ Μπουθ στην ταινία του Κουεντιν Ταραντίνο “Once Upon a Time in Hollywood”.Όταν ξεκίνησε την ομιλία του, παραλαμβάνοντας το χρυσό αγαλματίδιο, ο Πιτ εμφανίστηκε καυστικός και έδωσε ένα πολιτικό στίγμα: «Μου είπαν ότι έχω μόνο 45 δευτερόλεπτα φέτος, που είναι 45 δευτερόλεπτα περισσότερο από όσα έδωσε η Γερουσία στον Τζον Μπόλτον την εβδομάδα που πέρασε» είπε ο ηθοποιός, αναφερόμενος στην έλλειψη μαρτύρων κατά την πρόσφατη εκδίκαση της παραπομπής του αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. «Σκέφτομαι ότι ίσως ο Κουέντιν (Ταραντίνο) πρέπει να κάνει μια ταινία γι ‘αυτό. Τελικά, οι ενήλικες κάνουν το σωστό» πρόσθεσε.

H Ρενέ Ζελβέγκερ με το σπαραχτικό πορτρέτο της «Judy» κερδίζει το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου, το 2o Οσκαρ της καριέρας της. Η Λόρα Ντερν κέρδισε το πρώτο της Όσκαρ — Β’ Γυναικείου Ρόλου — για την ενσάρκωση μιας αδίστακτης δικηγόρου που αναλαμβάνει να χειριστεί μια υπόθεση διαζυγίου στην ταινία «Ιστορία γάμου» (Marriage Story). Το Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου απέσπασε ο Taika Watiti για το Jojo Rabbit.

Η Σαρλίζ Θερόν, που ήταν υποψήφια για τον ρόλο της στην ταινία «Bombshell», έβγαλε selfie αλά Ελεν ντε Τζενέρις στην οποία εικονίζεται με την μητέρα της Γκέρτνα και πολλούς από τους διάσημους φίλους της, μεταξύ των οποίων, ο Τομ Χανκς με την σύζυγό του Ρίτα Γουίλσον, η Σάλμα Χάγεκ, η Ρεγκίνα Κινγκ και ο Ράμι Μάλεκ.

Πολλή συζήτηση έγινε και φέτος για τις υποψηφιότητες των βραβείων Όσκαρ με αρκετούς να υπογραμμίζουν την «προτίμηση» της Ακαδημίας Κινηματογράφου στους άνδρες υποψηφίους – όπως για παράδειγμα στην κατηγορία της σκηνοθεσίας. Τη δική της διαμαρτυρία εξέφρασε στην τελετή η ηθοποιός Νάταλι Πόρτμαν, φορώντας μια κάπα Dior στην οποία υπήρχαν κεντημένα τα ονόματα των γυναικών σκηνοθετών που δεν ήταν υποψήφιες για τη συγκεκριμένη κατηγορία. Όταν ρωτήθηκε για τον λόγο αυτής της ιδιαίτερης χειρονομίας, η Πόρτμαν απάντησε ότι ήθελε να αναγνωρίσει τον σπουδαίο ρόλο τους με τον δικό της διακριτικό τρόπο. Αυτή είναι η δεύτερη «διαμαρτυρία» της Νάταλι, η οποία παρουσιάζοντας την κατηγορία σκηνοθεσίας στα Golden Globes το 2018 είχε πει αναπάντεχα στο μικρόφωνο «αυτοί είναι όλοι οι άνδρες υποψήφιοι».

Άλλες ενδιαφέρουσες στυλιστικές επιλογές που ξεχώρισαν ανάμεσα στις λαμπρές εμφανίσεις:

Με έναν άκρως εντυπωσιακό τρόπο ξεκίνησε στο Dolby Theater η 92η τελετή απονομής των Όσκαρ. Η τραγουδοποιός Τζανέλ Μονέ κατάφερε να κάνει τους παρευρισκόμενους να τραγουδούν μαζί της, δίνοντάς τους ακόμα και το μικρόφωνο.

Η Μονέ εμφανίστηκε σε ένα σκετς σαν άλλος Fred Rogers από την ταινία «It’s a beautiful day in the neighbourhood», πρωταγωνιστής της οποίας είναι ο Τομ Χανκς. «Γεια σας γείτονες! Απόψε γιορτάζουμε το σινεμά – την τέχνη τού να αφηγείσαι ιστορίες. Ήρθε η ώρα να ζωντανέψουν τα Όσκαρ» είπε η Μονέ, που συνέχισε με ένα μουσικοχορευτικό νούμερο, παρέα με τους χαρακτήρες των οκτώ ταινιών που ήταν υποψήφιες για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας.Η Μονέ δεν παρέλειψε να περάσει και τα μηνύματά της. «Τιμούμε όλες τις γυναίκες που σκηνοθέτησαν εκπληκτικές ταινίες» είπε και ευχήθηκε έναν χαρούμενο Φεβρουάριο, ο οποίος είναι ο «Μήνας της Μαύρης Ιστορίας» (Black History Month), αφήνοντας υπονοούμενα στην Ακαδημία για την έλλειψη πολυ-πολιτισμικότητας στις υποψηφιότητες των τελευταίων χρόνων.

 H Billie Eilish τραγούδησε ένα ιδιαίτερα συγκινητικό cover του «Yesterday» των Beatles. Με τον αδερφό της Finneas, που πάντα βρίσκεται στο πλευρό της, να την συνοδεύει στο πιάνο, το κομμάτι του 1965 έντυσε υπέροχα το βίντεο του “In Memoriam”, που έδειχνε τους ανθρώπους που έχουν αφήσει το στίγμα τους και που απεβίωσαν το διάστημα 2019 μέχρι σήμερα, οπως ο Kobe Bryant και o Kirk Douglas. 

https://youtu.be/FKmqtaxIS3Y

Η παράλειψη αναφοράς στον Λουκ Πέρι στο «In Memoriam» προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Το λάθος ήταν ιδιαίτερα ολέθριο, δεδομένου ότι ο Perry έκανε την τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση σε μια υποψήφια ταινία του έτους, το «Once Upon a Time in … Hollywood». Επίσης, δεν συμπεριλήφθηκαν προσωπικότητες όπως οι Cameron Boyce, Tim Conway, Michael J. Pollard, Peggy Lipton. Από τη μεριά της η διοργάνωση απάντησε πως δεν ήταν στοχευμένη η παράλειψη και πως κάθε χρόνο δέχονται εκατοντάδες αιτήσεις και προσπαθούν να ανταπεξέλθουν όσο καλύτερα γίνεται. “Όλες οι υποβληθείσες αιτήσεις μπορούν να βρεθούν στην ιστοσελίδα Oscar.com και παραμένουν στην ιστοσελίδα για έναν χρόνο. Εκεί μπορεί κανείς να συναντήσει τον Luke Perry αλλά και τον Cameron Boyce”.

Μία από τις καλύτερες και ανατρεπτικές στιγμές των Όσκαρ ήταν η εμφάνιση του Έμινεμ στην σκηνή του Kodak Theater. Ο 47χρονος Αμερικανός ράπερ ήταν η έκπληξη των διοργανωτών, ερμηνεύοντας το τραγούδι «Lose Yourself» -ένα τραγούδι που είχε βραβευτεί το μακρινό 2013, αν και τότε δεν είχε εμφανιστεί για να παραλάβει το χρυσό αγαλματίδιο. Η παρουσία του Έμινεμ στη μεγάλη γιορτή κρατήθηκε ως επτασφράγιστο μυστικό και όπως αναφέρουν τα διεθνή ΜΜΕ κατά τη διάρκεια των προβών που έκανε, το Kodak Theater ήταν «αποκλεισμένο» για όλους τους υπόλοιπους. Φέρεται, μάλιστα, να είχε συμφωνήσει με τους διοργανωτές πως αν διέρρεε το παραμικρό στον Τύπο θα ακύρωνε την εμφάνισή του.Ο Έμινεμ κατέπληξε τους παρευρισκόμενους που τον χειροκρότησαν όρθιοι.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως ο Τομ Χανκς μαζί με τη γυναίκα του Ρίτα Γουίλσον έστειλαν το δικό τους μήνυμα στη γλώσσα μας. “Γεια σας στην Ελλάδα”, είπαν μιλώντας στο E!

Αναλυτικά η λίστα όλων των βραβείων  

Καλύτερη Ταινία: Parasite Σκηνοθεσία: Μπονγκ Τζουν Χο – Parasite A’ Ανδρικός Ρόλος: Χοακίν Φίνιξ – Joker Α’ Γυναικείος Ρόλος: Ρενέ Ζελβέγκερ – Judy Β’ Ανδρικός Ρόλος: Μπραντ Πιτ – Once Upon a Time in Hollywood Β’ Γυναικείος Ρόλος: Λόρα Ντερν, Marriage Story Πρωτότυπο Σενάριο: Parasite Διασκευασμένο Σενάριο: Jojo Rabbit Ξενόγλωσση Ταινία: Parasite (Νότια Κορέα) Φωτογραφία: 1917 Μουσική: Joker Κοστούμια: Little Women Μοντάζ: Ford V Ferrari Ήχος: 1917 Μιξάζ: 1917 Ειδικά Εφέ: 1917  Μεϊκάπ & Κομμώσεις: Bombshell Τραγούδι: I’m Gonna Love me Again – Rocketman Μεγάλου Μήκους Animation: Toy Story 4 Μικρού Μήκους Animation: Hair Love Μεγάλου Μήκους Ντοκιμαντέρ: American Factory Μικρού Μήκους Ντοκιμαντέρ: Learning to Skateboard in a Warzone (If You’re a Girl) Μικρού Μήκους Ταινία: The Neighbor’s Window


Πηγές:

Ο Μάρτιν Σκορσέζε αυτοσαρκάζεται για την αποτυχία του στα Όσκαρ 2020

https://www.naftemporiki.gr/story/1559477/oskar-2020-i-akros-entuposiaki-enarksi-kai-ta-minumata-tis-tzanel-mone

https://www.naftemporiki.gr/story/1559836/oskar-2020-i-emfanisi-ekpliksi-tou-eminem-kai-i-apotheosi

 www.lifo.gr

https://www.ethnos.gr/politismos/sinema/87601_hoakin-finix-i-omilia-sta-oscar-2020-itan-mia-exomologisi-moy-dosate

https://www.ethnos.gr/lifestyle/87607_oscar-2020-giati-forema-tis-natali-portman-eihe-grammena-gynaikeia-onomata

https://www.news247.gr/psixagogia/cinema/oskar-2020-o-mprant-pit-pire-to-vraveio-v-andrikoy-roloy.7580589.html

https://www.news247.gr/psixagogia/cinema/oskar-2020-parasita-mpongk-tzoyn-cho-pino-mechri-to-proi.7580687.html

https://www.news247.gr/psixagogia/cinema/oskar-2020-fiasko-me-luke-perry-kai-apantisi-tis-diorganosis.7581481.html

iefimerida.gr – https://www.iefimerida.gr/oscars/o-hoakin-finix-troei-mpergker-sta-oskar

iefimerida.gr – https://www.iefimerida.gr/oscars/oskar-2020-sarliz-theron-selfie-me-tom-hanks

iefimerida.gr – https://www.iefimerida.gr/oscars/oskar-2020-oi-nikites-oli-i-lista

https://flix.gr/news/oscars-2020-red-carpet-looks.html

https://flix.gr/news/oscars-2020-in-memoriam-luke-perry.html

Ο Φάρος: Μία αλληγορία για την σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης

Τέσσερα χρόνια μετά το υποβλητικό «The Witch» ο Ρόμπερτ Έγκερς επιβεβαιώνει το πολυσχιδές ταλέντο του παραδίδοντας ένα κλειστοφοβικό θρίλερ και ταυτόχρονα μια παράξενα μελαγχολική ιστορία-θρύλο για την ανυπόφορη γοητεία της μοναξιάς και για το εσωτερικό σκοτάδι

Η πλοκή που στήνει ο Έγκερς μοιάζει απλή, αλλά αποδίδεται με την ορμή καταιγίδας, η οποία δυναμώνει μαζί με την υστερία που σταδιακά κατακλύζει τους χαρακτήρες. Η ιστορία είναι η εξής: Ένας φαροφύλακας (Νταφόε) και ο καινούργιος του βοηθός (Πάτινσον) φτάνουν σε έναν απομονωμένο, θαλασσοδαρμένο βράχο για να φροντίσουν το φάρο για 4 εβδομάδες. Εκεί θα έρθουν κοντά, θα συγκρουστούν και τελικά θα βυθιστούν στα ανείπωτα μυστήρια αυτού του παράξενου μέρους.

Η απόκοσμη γοητεία του επιβλητικού τοπίου είναι έντονη από το πρώτο κιόλας πλάνο που αφορά στον ερχομό του νεαρού φαροφύλακα. Ο Έγκερς χτίζει το θέμα του πάνω στα στέρεα υλικά ενός σκοτεινού, ασπρόμαυρου παραμυθιού. Τα ανείπωτα μυστήρια αυτού του παράξενου μέρους ορίζονται από τις ναυτικές ιστορίες, το πάντρεμα αρχαίων θεών και θαλασσινών συμβόλων, τη συνύπαρξη του ανοίκειου με τη βλασφημία. Θυμίζει κατί το αρχέγονο, που ξεκινάει από τον προμηθεϊκό μύθο και καταλήγει στη θύελλα του μυαλού, μία παραλλαγή του Έντγκαρ Άλαν Πόε που ταυτόχρονα σκιαγραφεί μελανά τον Χέρμαν Μέλβιλ και τον Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον, προσηλωμένο σταθερά σε έναν σισύφειο διάλογο μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών.

Την ίδια στιγμή όμως το φιλμ του Αμερικανού σκηνοθέτη μοιάζει ολότελα καινούργιο, δημιούργημα μιας αποτρόπαιης παραίσθησης ή ενός επίμονου άγχους ριζωμένου στο ασυνείδητο. Είναι εκείνο εξάλλου που απογυμνώνεται στον «Φάρο» μέσα από την κόντρα των Νταφόε – Πάτινσον για επιβολή. Οι δύο ηθοποιοί μοιάζουν με ζωντανά φαντάσματα καθώς βαλτώνει μέσα τους η απόγνωση, απόρροια της ακινησίας στην οποία είναι εγκλωβισμένοι. Η μονοτονία της μοναξιάς τους οξύνεται από το αλκοόλ και τη σεξουαλική στέρηση, που με τη σειρά τους δίνουν χώρο στη διαστροφή. Σαν ήρωες αρχαίας τραγωδίας, οι δύο άντρες έχουν διαπράξει ύβρη, παραδομένοι στις ανεξέλεγκτες ορμές τους, και βρίσκονται στο έλεος της νέμεσης.

«Τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει όταν δύο άντρες βρίσκονται παγιδευμένοι μέσα σε ένα γιγάντιο φαλλό» – Ρόμπερτ Έγκερς

Σαν ένα εφιαλτικό ναυτικό τραγούδι, Ο Φάρος δεν βασίζεται τόσο πολύ στην ωμή βία για να οδηγήσει δύο άντρες στα άκρα, όσο στους περίτεχνους διαλόγους του και στην εσωτερική αρχιτεκτονική του, που αναδεικνύεται μέσα από ασφυκτικά, τετράγωνα καδραρίσματα και μια συνεχή αίσθηση απειλής. Από μόνο του το ύφος της ταινίας, χάρη στη μαεστρική δουλειά του οσκαρικά υποψήφιου διευθυντή φωτογραφίας Γιάριν Μπλάσκε, είναι τόσο επιβλητικό, που παρασύρει ανά στιγμές την προσοχή μακριά από την ουσία. Ο Μπλάσκε διηγείται πώς ο Έγκερς του μίλησε για «μία ασπρόμαυρη κλειστοφοβική ταινία σε έναν φάρο» αλλά με την κλασική έννοια του ασπρόμαυρου και όχι μιας έγχρωμης παραγωγής με απουσία χρώματος στην επεξεργασία. Οι συγκλονιστικές ερμηνείες του Ρόμπερτ Πάτινσον και Γουίλεμ Νταφόε που πραγματικά φτάνουν στα όρια της υποκριτικής τους δεινότητας απογειώνουν την ταινία.

Ο Έγκερς παρουσιάζει περίτεχνα την αλήθεια για το ακατέργαστο ένστικτο και το συναίσθημα που μπορούν να γεννήσουν τέρατα, τους φροϋδικούς συμβολισμούς που γεννά η κάθε απόπειρα επεξήγησης ανθρώπινης συμπεριφοράς, το ταξίδι στα άδυτα της επιθυμίας που σε οδηγεί πιο βαθιά στο σκοτάδι και από το οποίο δεν υπάρχει ύτε λύτρωση αλλά ούτε και επιστροφή. Όλα συντείνουν προς μια αλληγορική ιστορία για τον εγκλεισμό, που οδηγεί σταδιακά στην παράνοια. Ή μήπως όλη αυτή η δοκιμασία δεν είναι τίποτε άλλο από μια ανατριχιαστική διαδρομή στα αβαθή του νου και το έρεβος της ανθρώπινης φύσης; 

Ο Φάρος βρίσκεται στις ελληνικές αίθουσες από τις 30 Ιανουαρίου.

Πηγές:

https://www.athinorama.gr/cinema/article/o_faros-2539748.html

https://www.athensvoice.gr/culture/cinema/617332_kritiki-tainias-o-faros

Ο Φάρος: Ένα οδυνηρό και συγκλονιστικό ψυχογράφημα πάνω στον ανδρισμό

«Ο Φάρος» ή αλλιώς «Άντρες: Η Ταινία»

 www.lifo.gr

https://www.moveitmag.gr/nea/lighthouse-analysi-ta-mystika-tis-ekpliktikis-fotografias-toy/62093

Jojo Rabbit: Η αντιπολεμική σάτιρα του Τάικα Γουαϊτίτι είναι η έκπληξη των Όσκαρ

Το Jojo Rabbit ήταν μία από τις εκπλήξεις στα φετινά βραβεία Όσκαρ. Είναι υποψήφιο για 6 συνολικά αγαλματίδια, μεταξύ των οποίων για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερου Σεναρίου για το 2020. H ιδέα της ταινίας Jojo Rabbit ξεκίνησε όταν ο Taika Waititi έλαβε ως δώρο από τη μητέρα του το βιβλίο Caging Skies της συγγραφέως Christine Leunen και αποφάσισε να γράψει το σενάριο το 2012, το οποίο όμως τότε μπήκε στην μαύρη λίστα των ταινιών που δεν θα έπαιρναν σάρκα και οστά.

Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γιοχάνες Μπέτζλερ, ένα αδύνατο και μοναχικό αγοράκι, μεγαλώνει στη ναζιστική Γερμανία με την καλόκαρδη και τρυφερή μητέρα του, όσο ο πατέρας του λείπει εδώ και χρόνια «στον πόλεμο». Ο «Τζότζο» έχει ένα όνειρο: να φορέσει τη στολή με τις σβάστιγκες και να υπηρετήσει τον Φύρερ. Τον ενοχλεί που τον θεωρούν αδύναμο και δειλό και θέλει να αποδείξει στους συμμαθητές του ότι είναι σκληρός, ικανός και πιο πιστός στο όραμα από όλους. Η ιστορία του όμως αλλάζει επειδή δεν τόλμησε να σκοτώσει ένα κουνελάκι μπροστά στους αιμοδιψείς και ευπειθείς συνομηλίκους του στη μιλιταριστική κατασκήνωση, που του έδωσαν το κοροϊδευτικό παρατσούκλι «Τζότζο Ράμπιτ». Η ζωή του αλλάζει δραστικά όταν τραυματίζεται από θραύσματα μιας χειροβομβίδας και το πρόσωπό του παραμορφώνεται για πάντα.

Τώρα όλοι τον κοροϊδεύουν ακόμα περισσότερο από πριν: είναι άσχημος, είναι τέρας, είναι δειλός όπως ο πατέρας του που το έσκασε. Όσο αναρρώνει, η μητέρα του τον σταματά από το σχολείο και, μένοντας σπίτι, η ζωή του αλλάζει απότομα. Ανακαλύπτει πως η μητέρα του κρύβει στο σπίτι μια έφηβη Εβραία, την Έλσα Κορ. Η συνάντησή του μαζί της τον σοκάρει: η πίστη του στο δόγμα του Χίτλερ είναι τόσο ακλόνητη ώστε ο καλύτερός του φίλος είναι ο επινοημένος Αδόλφος αυτοπροσώπως, που εμφανίζεται σε καίριες στιγμές, σε ελαφρώς φαιδρή εκδοχή, τον συμβουλεύει, τον επαινεί και τον μαλώνει. Με μοναδική βοήθεια λοιπόν τον φανταστικό του φίλο, Αδόλφο Χίτλερ, ο Τζότζο θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον τυφλό φανατισμό του για να προστατέψει την μητέρα του και τον εαυτό του.

«Δεν είσαι ναζί Τζότζο. Είσαι απλά ένα 10χρονο αγόρι που του αρέσουν οι στολές και θέλει να νιώθει ότι ανήκει κάπου»

Η Fox Searchlight πάντως έψαχνε και καιρό μια γνωστή ηθοποιό ως πρωταγωνίστρια για το ρόλο της μητέρας και τη βρήκε στο πρόσωπο της Σκάρλετ Γιοχάνσον, η οποία είναι υποψήφια και για το Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου για την συγκινητική ερμηνεία της. Πλάι της βρίσκονται οι Ρέμπελ Γουίλσον, Στίβεν Μέρτσαντ, Τόμασιν ΜακΚένζι, και ο ίδιος ο Γουαϊτίτι που ανέλαβε το ρόλο του Χίτλερ. Ο μικρός Ρόμαν Γκρίφιν Ντέιβις ως JoJo που τιμήθηκε από τα βραβεία SAG ως ο καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος της χρονιάς και μαζί με τη δεσποινίδα Τζούλια Μπάτερς από το Κάποτε στο Χόλιγουντ μας έκαναν να πιστέψουμε στο παιδικό ταλέντο που ξεχειλίζει αυτή την στιγμή στην κινηματογραφική βιομηχανία.

Ο Νεοζηλανδός σκηνοθέτης Τάικα Γουαϊτίτι έχει στα χέρια του μία κινηματογραφική χειροβομβίδα: μπορεί κανείς να κατασκευάσει μία φαρσική κωμωδία για τα ναζιστικά εγκλήματα, και μάλιστα με πρωταγωνιστή ένα μικρό παιδί, χωρίς να καταντήσει γελοία και εκτός των ορίων; Από την πρώτη κιόλας σκηνή, που ένας ατσούμπαλος, γελοίος, κακοφορμισμένος «φανταστικός Αδόλφος» μαθαίνει στον μικρό Τζο το σωστό «Χάιλ Χίτλερ» και το πιτσιρίκι τρέχει ενθουσιασμένο και πορρωμένο στους δρόμους, τεντώνοντας σε ναζιστικό χαιρετισμό το χέρι σε όλους τους περαστικούς, υπό τους ήχους του «I Wanna Hold Your Hand» των Beatles, καταλαβαίνεις ότι θα ακολουθήσει μία ανίερη κωμωδία του παραλόγου, που ίσως κάποιες φορές ξεπερνάει τα όρια αλλά καταφέρνει να σε κάνει να γελάσεις με το σατιρικό χιούμορ του αλλά και να συγκινηθείς με τον συναισθηματισμό και και την παιδική τρυφερότητα που αποτυπώνεται στα πρόσωπα των νεαρών πρωταγωνιστών.

Η αποδόμηση των στερεοτύπων μέσα από τον διάλογο του Τζότζο με την οικόσιτη αντίπαλο αλλά και τη σπλαχνική και συχνά τεταμένη μητέρα του διαρκεί τόσο ώστε να δημιουργηθεί στενή σχέση, μια σταδιακά εγκάρδια τριβή με διαστάσεις και συνέπειες που θα αλλάξουν τη ζωή του πιτσιρικά ριζικά, και όχι πάντα αναμενόμενα. Θα καταλάβει με σκληρό τρόπο ότι όσα έχει διδαχθει έιναι ψέματα και ότι η αλήθεια δεν είναι κρυμμένη ούτε στο πρόσωπο του Φύρερ ούτε στην κόκκινη σημαία με τις σβάστιγκες.

 Οι επικριτές της ταινίας βέβαια αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι εάν το συγκρίνουμε με ταινίες με αντιπολεμικό μήνυμα που διαδραματίζονται στον Β’ Π’Π’ όπως το «Η Ζωή Είναι Ωραία» ή το «Η Λίστα του Σίντλερ» καταλαβαίνουμε πως πρόκειται για μία ταινία που θα ξεχαστεί γρήγορα. Πολλοί κριτικοί έχουν σταθεί στο γεγονός ότι το Γ’ Ράιχ δεν ήταν ούτε αστείο, ούτε ευχάριστο, ούτε χαριτωμένο. Ο Γουατίτι αποφεύγει επιτηδευμένα οποιαδήποτε βαριά πολιτική αναφορά, με τις ιστορικές απλουστεύσεις να παραμένουν χτυπητές. 

Το “Jojo Rabbit” είναι μία πολύ καλή ταινία με έξυπνο σενάριο και όλη την διάθεση να μας ψυχαγωγήσει. Εν τέλει, καταφέρνει να περάσει και το σημαντικό μήνυμα της. Να μην ξεχνάμε πώς τρύπησε ο ναζισμός τον ανθρώπινο κοινωνικό ιστό, πώς έπεισε μια χώρα να τερατουργήσει, πώς οι κάτοικοί της πρασύρθηκαν στο μίσος, από έναν λαοπλάνο που έπαιξε με τους φόβους τους. Δείχνει ότι ο φανατισμός μπορεί μόνο να καταστρέψει τις ανθρώπινες αξίες. Η ταινία όμως μας θυμίζει ότι στην πραγματικότητα δεν διαφέρουμε πολύ από αυτούς που θεωρούμε εχθρούς μας. Είναι μία απλουστευτική παιδική ματιά, υπό την οποία ο φασισμός και οι φρικτές επιλογές που παρουσιάζονται λύνονται με λίγη αγάπη. Είναι μια ταινία που ακροβατεί ανάμεσα στο να είναι γλυκιά και πικρή, στο να είναι αστεία και κρύα, στο να είναι πολιτική και περιέργως όχι και τόσο. Είναι μια «σάτιρα κατά του μίσους» που μας θυμίζει ότι αυτό που μετράει περισσότερο απ’όλα είναι η ανθρωπιά μας.

Πηγή:

 www.lifo.gr

ttps://www.digitallife.gr/jojo-rabbit-kinimatografiko-aristourgima-i-aplos-mia-analafri-satira-22304

http://www.cinemagazine.gr/nea/arthro/scarlet_johansson_taika_waititi_jojo_rabbit-130977131/

https://www.athinorama.gr/cinema/article/tzotzo-2539620.html

https://flix.gr/cinema/jojo-rabbit-review.html

https://www.oneman.gr/entertainment/me-to-jojo-rabbit-o-taika-waititi-leei-pws-h-zwh-einai-wraia/