Δώδεκα ένορκοι αποσύρονται για να συνεδριάσουν και να βγάλουν την ετυμηγορία τους. Ένας 18χρονος κατηγορείται ότι σκότωσε τον βίαιο πατέρα του μαχαιρώνοντάς τον. Στην υπόθεση υπάρχουν δύο μάρτυρες:ο ηλικιωμένος του κάτω διαμερίσματος που θεωρεί ότι άκουσε την απειλή και τον γδούπο του πτώματος και μια γειτόνισσα από το απέναντι σπίτι, που πιστεύει ότι είδε το φόνο ανάμεσα από τα βαγόνια του διερχόμενου τρένου. Η δουλειά των ενόρκων μοιάζει εύκολη: ο νεαρός προέρχεται από το γκέτο των πιο βίαιων συνοικιών της Νέας Υόρκης. Είναι πιθανώς μετανάστης. Είναι ένοχος. Του αξίζει η ηλεκτρική καρέκλα. Όλοι ψηφίζουν λοιπόν υπέρ της ενοχής του, εκτός από τον 8ο ένορκο, ο οποίος δεν είναι πεπεισμένος ότι ο νεαρός είχε μία δίκαιη δίκη. Όλα έγιναν πολύ εύκολα, γρήγορα, απλοποιημένα μέσα από τα στερεότυπα του συστήματος – εισαγγελέων, μαρτύρων, ακόμα και δικηγόρων υπεράσπισης. Κανείς δεν προσπάθησε να καταρρίψει το «πέραν πάσης αμφιβολίας» δικαίωμα του κατηγορουμένου. Κι αποφασίζει να το κάνει ο ίδιος, παραθέτοντας τα στοιχεία ξανά στους ενόρκους που, αρχικά, δεν έχουν ούτε το χρόνο, ούτε τη διάθεση να ακούσουν. Και τότε, σταδιακά, όλα ανατρέπονται…
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο αυθεντικός τίτλος είναι «12 οργισμένοι άνθρωποι», καθώς αυτή η οργή είναι η πραγματική πρωταγωνίστρια. Το τυχαίο δείγμα των ανθρώπων που καλούνται να κρίνουν τη ζωή ή το θάνατο ενός νεαρού παιδιού, περιλαμβάνει μεσήλικες άντρες που θεωρούν ότι εκείνοι τα ξέρουν όλα, ενώ στην πραγματικότητα κρύβουν μεγάλο θυμό για τις προσωπικές τους ήττες. Ο βίαιος πατέρας που μισεί τον κατηγορούμενο,γιατί στο πρόσωπο του βλέπει τον γιο του με τον οποίο τα τελευατία 2 χρόνια έχουν χάσει κάθε επαφή, ο ξενοφοβικός γκαραζιέρης που κατηγορεί συνεχώς τους μετανάστες για οτιδήποτε συμβαίνει, ο τζογαδόρος τυχοδιώκτης που ενδιαφέρεται μόνο να μη χάσει το παιχνίδι μπέιζμπολ, ο νεόπλουτος νεαρός «Ντον Ντρέιπερ» – διαφημιστής της Μάντισον Άβενιου που δεν κοιτάει πέρα από τα στενά όρια του εαυτού του και την ματαιόδοξη επιφάνεια των πραγμάτων. Ο Ρόουζ αφιερώνει μικρές και μεγαλύτερες σκηνές σε όλους, αποδεικνύοντας ότι το σύνολο των ανθρώπινων κοινωνιών απαρτίζεται από τους πληγωμένους εγωισμούς, τη φιλοδοξία, τις ανασφάλειες και την εκδίκηση που θέλουμε να πάρουμε από τη ζωή που δεν πραγματοποίησε τα όνειρά μας. Κι αυτό, με την πρώτη ευκαιρία εξουσίας, θα μεταφραστεί σε ανεγκέφαλο ξέσπασμα, οργή, τυφλό ρατσισμό.
Αυτή η κατάσταση κορυφώνεται σε μία σκηνή της ταινίας, όπου μετά από ώρες αντιπαραθέσεων, επιχειρημάτων και στοιχείων, ο γκαραζιέρης συνεχίζει να μιλά με ρατσιστικό μένος, ανίκανος να επεξεργαστεί με ανοιχτό μυαλό τη συζήτηση του συνόλου. Τοξικός για όλους τους υπόλοιπους, ο Λιούμετ σκηνοθετεί τους ηθοποιούς του να σηκώνονται ένας ένας από το τραπέζι και να του γυρίζουν την πλάτη, κοιτώντας από τα ανοιχτά παράθυρα. Συμβολικά και κυριολεκτικά αγνοώντας τον. Αποκόπτοντάς τον από το διάλογο. Ο ρατσιστής σοκάρεται, γκρεμίζεται, παίρνει μόνος του την καρέκλα του και κάθεται απομονωμένος.
Η ταινία
Ο Ρέτζιναλντ Ρόουζ έγραψε το σενάριο για τους «12 Ενόρκους» το 1954, αφού είχε ο ίδιος παρευρεθεί σε δίκη ως ένορκος. Η εμπειρία του έμεινε αξέχαστη:
«Ήταν τόσο εντυπωσιακό και επίσημο το σκηνικό στο δωμάτιο του δικαστηρίου με τους ξύλινους τοίχους και τον ασπρομάλλη δικαστή. Με συγκλόνισε. Με συνεπήρε. Ήμουν ένας από τους ενόρκους για μια υπόθεση ανθρωποκτονίας και συζητούσαμε και διαφωνούσαμε για οχτώ ώρες. Έγραφα μονόωρα δράματα τότε και σκέφτηκα, πόσο ωραίο σκηνικό είναι για δράμα».
Μεταφέρθηκε αρχικά στην τηλεόραση τον Σεπτέμβριο του 1954 και ο Ρόουζ βραβεύτηκε με βραβείο Emmy για το σενάριο. Τρία χρόνια αργότερα, οι «12 Ένορκοι» προβλήθηκαν και στον κινηματογράφο, με πρωταγωνιστή και παραγωγό τον Χένρι Φόντα. Σκηνοθέτης ήταν ο «πρωτάρης» Σίντνεϊ Λουμέτ, που αργότερα έγινε γνωστός για αριστουργηματικές ταινίες όπως το «Σέρπικο» και το «Σκυλίσια Μέρα».
Η δικαστής του Supreme Court Justice των ΗΠΑ, Sonia Sotomayor, είχε δηλώσει πως επέλεξε να ασχοληθεί με τη Νομική όταν είδε την ταινία για πρώτη φορά. Παρά τον θαυμασμό της για το έργο όμως, ξεκαθάρισε πως σε ένα πραγματικό δικαστήριο, δεν θα επιτρεπόταν ποτέ στους ενόρκους να αναιρέσουν τις μαρτυρίες και τις αποδείξεις του δικαστηρίου με απλές υποθέσεις, όπως έγινε στην ταινία.
Στο σενάριο, ο Ρόουζ είχε αποφύγει να αναφέρει λεπτομέρειες για την ταυτότητα του νεαρού κατηγορούμενου, πέρα από το γεγονός ότι ζούσε σε μια κακόφημη φτωχογειτονιά, ενώ άφηνε να εννοηθεί ότι ανήκε σε κάποια μειονότητα. Ήθελε να δείξει πόσο αρνητικά προκατειλημμένοι ήταν όλοι οι ένορκοι, βασιζόμενοι μόνο σε αυτά τα δύο στοιχεία. Άλλωστε στην Αμερική της δεκαετίας του ’50, οι ένορκοι ήταν μόνο λευκοί άντρες. Αυτή την ομοιογένεια επιδίωκαν πάντα οι δικηγόροι είτε μέσω κυβερνητικής απόφασης είτε με τη λίστα αποκλεισμού που είχαν στην κατοχή τους. Σε μία από τις πιο έντονες σκηνές της ταινίας, ο Ένορκος 10 αρχίζει να μιλάει κατά των κατοίκων των φτωχογειτονιών, παρουσιάζοντάς τους ως κατώτερους ανθρώπους, χωρίς συναισθήματα και ήθος. Σταδιακά, οι ένορκοι σηκώνονται απ’ το τραπέζι και του γυρίζουν την πλάτη, εξοργισμένοι με τους ισχυρισμούς. Ο Ένορκος χάνει το σθένος του όταν τους βλέπει να απομακρύνονται και τους ζητάει να τον ακούσουν. Στο τέλος, μένει καθιστός μόνο ο Ένορκος 4, ο οποίος του λέει: «Σε άκουσε. Τώρα κάτσε κάτω και μην ξανανοίξεις το στόμα σου!»
Ο Λουμέτ εφάρμοσε δύο τεχνικές για να δημιουργήσει μία αίσθηση κλειστοφοβίας στο έργο και στο κοινό. Αρχικά, έκλεισε τους ηθοποιούς στο δωμάτιο του δικαστηρίου για ώρες, χωρίς να τους κινηματογραφεί, μόνο και μόνο για να νιώσουν πώς είναι να μένουν ώρες κλεισμένοι στον ίδιο χώρο με άλλους ανθρώπους. Το δεύτερο τέχνασμά του ήταν ότι τοποθέτησε τις κάμερες ψηλά στο ταβάνι και σταδιακά τις κατέβαζε, έτσι ώστε να φαίνεται ότι κάθε ώρα που περνούσε, ο χώρος στένευε και γινόταν πιο αποπνικτικός.
Ο Φόντα δεν απόσβεσε ούτε καν τα έξοδά του, αλλά ήταν τόσο ενθουσιασμένος με το έργο, που το συγκατάλεγε ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες της καριέρας του. Ήταν υποψήφια για τρία Όσκαρ, Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθέτη και Σεναρίου, αλλά και στις τρεις κατηγορίες, κέρδισε η ταινία «Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι». Η αξία του έργου αναγνωρίστηκε τις επόμενες δεκαετίες και πλέον συγκαταλέγεται ανάμεσα στις καλύτερες ταινίας στην ιστορία του κινηματογράφου. Το 1997 προβλήθηκε το remake της ταινίας στην τηλεόραση….
Everything changing all the time. Even the air you breathing change.
Ο σκηνοθέτης Τζορτζ Σι Γουλφ βασισμένος στο θεατρικό έργο “Ma Rainey’s Black Bottom” του Όγκαστ Γουίλσον – όπως αυτό διασκευάστηκε για το σινεμά από τον Ruben Santiago-Hudson – αφηγείται μία μέρα ηχογράφησης της θρυλικής τραγουδίστριας των μπλουζ, Μα Ρέινι, στην νέα ομώνυμη ταινία του Netflix που βγήκε στις 18 Δεκεμβρίου του 2020 και ήδη φλερτάρει με τα Όσκαρ.
Η ταινία εστιάζει σε μία κρίσιμη απογευματινή ηχογράφηση της δεκαετίας του ’20 στο Σικάγο, κατά την οποία η περίφημη «Μαμά» του Μπλουζ βρέθηκε να αγωνίζεται απέναντι στον λευκό μάνατζερ και παραγωγός της για τα δικαιώματα πάνω στη μουσική της. Καθώς το συγκρότημα περιμένει στην κλειστοφοβική αίθουσα της πρόβας του στούντιο, ο φιλόδοξος τρομπετίστας Λέβι που θέλει να αφήσει το δικό του αποτύπωμα στη μουσική βιομηχανία παρακινεί τους συναδέλφους του μουσικούς σε μια εξομολόγηση ιστοριών, αληθινών και ψεύτικων που θα αλλάξουν για πάντα την πορεία της ζωής τους.
Η Μα Ρέινι, γνωστή και ως «η μητέρα των μπλουζ», ήταν μια σπουδαία τραγουδίστρια και εκρηκτική περφόρμερ, η οποία μεσουράνησε κατά τη δεκαετία του 1920. Η σκηνική παρουσία της ήταν σαρωτική, η ίδια εξωστρεφής και τολμηρή για τα δεδομένα της εποχής, καθώς δεν έκρυβε την αμφιφυλοφιλία της. Ο Γουίλσον βάφτισε το θεατρικό του από ένα τραγούδι της για τον δημοφιλή εκείνη την περίοδο χορό Black Bottom, ο οποίος είναι πιο ευρέα γνωστός από την στιγμή που τον χορεύει η Τζούντι Γκάρλαντ στο «Ένα Αστέρι Γεννιέται». Το θεατρικό του, το οποίο πρωτανέβηκε στη σκηνή το 1982, ανήκει μαζί με άλλα εννιά έργα στη σειρά «American Century Cycle», κάθε έργο – κεφάλαιο της οποίας αφορά και μια αφροαμερικανική ιστορία σε διαφορετική δεκαετία του 20ου αιώνα (το πιο διάσημο από αυτά, το «Fences», με την ομώνυμη οσκαρική κινηματογραφική μεταφορά, εξελίσσεται στη δεκαετία του ’50).
That’s who I am. I’m the devil. I ain’t nothing but the devil.
Ο σκηνοθέτης Τζορτζ Σι Γουλφ εκμεταλλεύεται εδώ τη θεατρική δραματουργία του αρχικού έργου για να ζωντανέψει μια χούφτα χαρακτήρες, μέσω των οποίων θα διαπραγματευτεί, χωρίς να αποφεύγει τις διδακτικές κραυγές, φυλετικές προκαταλήψεις, ταξικές αντιθέσεις και το κόστος του λαμπερού αμερικανικού ονείρου (όπως ακριβώς κάνει και το θεατρικό). Η «Θρυλική Μα Ρέινι» (ελλληνικός τίτλος) του Netflix παραμένει κινηματογραφημένο θέατρο, όσο κι αν η αφηγηματική ταχύτητα με τις δυναμικές ερμηνείες προσπαθούν να αποτινάξουν τα ξύλινα κλισέ του. Μα αυτός είναι και ο σκοπός του αφροαμερικανού σκηνοθέτη. Καθώς οι ήχοι των μπλουζ και οι δυναμικοί χαρακτήρες αναμειγνύονται με το θέμα της φυλετικής βίας, αποκαλύπτονται οι πληγές του τραυματικού αμερικανικού παρελθόντος. Είναι φανερό ότι κάτω από τη σκληρότητα της Μα και την τρέλα του Λέβι, κρύβεται η ιστορία της Αμερικής κι αυτό ο Γουλφ φροντίζει να μας το υπενθυμίζει, καταγγελτικά μεν, αλλά με πάθος και συναίσθημα δε. Μένοντας κυρίως μέσα στο στούντιο, ακολουθεί τη θεατρικότητα του έργου, δημιουργώντας ένα στιβαρό δράμα δωματίου κι όχι μια μαγνητοσκοπημένη θεατρική παράσταση. Έτσι εκμεταλλεύεται σωστά τα μεγάλα μονολογικά μέρη -πράγμα δύσκολο στον κινηματογράφο- και δίνει τη δυνατότητα στους ηθοποιούς για εξαιρετικές ερμηνείες.
Η Βαιόλα Ντέιβις, που έχει ερμηνεύσει με επιτυχία έργα του Γουίλσον στο θέατρο, ενώ για το κινηματογραφικό «Fences» είχε κερδίσει και το Όσκαρ Β’ Γυναικείου ρόλου, ενσαρκώνει την “μητέρα των μπλουζ” στην μεγάλη οθόνη με την Maxayn Lewis να αναλαμβάνει τα φωνητικά της. Μεταμορφωμένη και με έντονο μακιγιάζ, η εκπληκτική Ντέιβις επιβάλλεται σε κάθε πλάνο και κουβαλά υπαινικτικά το παρελθόν της Μα που κρύβεται επιμελώς κάτω από το αγέρωχο προσωπείο της. Αντίστοιχα, ο Τσάντγουικ Μπόουζμαν, στον τελευταίο ρόλο της σύντομης μα σπουδαίας καριέρας του, που προφανώς θα τον στείλει στα Όσκαρ (που δυστυχώς αν κερδίσει δεν θα μπορέσει να το παραλάβει), αδυνατισμένος εξαιτίας της αρρώστιας, αλλά με ψυχική δύναμη και σθένος, υποδύεται αριστουργηματικά τον Λέβι. Ο φιλόδοξος τρομπετίστας της Μα είναι ένας έντονος και εκρηκτικός χαρακτήρας που έρχεται αντιμέτωπος με το λευκό κατεστημένο, διεκδικώντας μία θέση στο εκτυφλωτικό φως του προβολέα, για να πιαστεί όμως στο συρματόπλεγμα του συστημικού ρατσισμού της μουσικής βιομηχανίας και εν τέλει να συντριβεί.
Ο Γουλφ μάλιστα στα τελευταία πλάνα του κάνει σαφές το σχόλιο για το whitewashing – μια συνήθης πρακτική των δισκογραφικών εταιρειών που αγόραζαν για ψίχουλα τραγούδια μαύρων καλλιτεχνών και τα έδιναν σε λευκούς, οι οποίοι τα υπέγραφαν ως δικά τους- τιμώντας όλους αυτούς του αφανείς ήρωες που χάθηκαν μέσα στον κυκλώνα της Ιστορίας σαν τον Λέβι.
Η ταινία, που θα μπορούσε να είναι λίγο μεταλύτερη και πιο ουσιαστική ανά στιγμές, μπορεί να μην είναι για όλους, και σίγουρα δεν είναι κάτι “συνηθισμένο” για τον μη μυημένο θεατή, μιας και αναφέρεται σε ένα όχι και τόσο δημοφιλές είδος μουσικής στην χώρα μας. Παρ’όλα αυτά είναι πραγματικά καθηλωτική και υπερβολικά αληθινής καθώς ο Τζορτζ Σι Γουλφ εστιάζει στον άνθρωπο και στις αδυναμίες του, σε μια ταινία χωρίς μεμψιμοιρίες και σκεπτικισμό, και δίνει μία εξαιρετική απεικόνιση της εποχής με μία άλλη οπτική σε θέματα που είναι πολύ σημαντικά και δυστυχώς ακόμα επίκαιρα.
Κι ενώ η χρονιά ξεκίνησε πολλά υποσχόμενη για την 7η τέχνη, λόγω της καραντίνας πολλά σινεμά κατέβασαν ρολά, πολλές παραγωγές “πάγωσαν”, ενώ άλλες προβολές αναβλήθηκαν ή ακόμη βρήκαν εναλλακτικούς τρόμους να προβληθούν (π.χ Netflix, live streaming). Στο παρόν αφιέρωμα θα παρουσιάσουμε 20 (από τις καλύτερες ταινίες του 2020) , ταινίες που με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, μας κράτησαν συντροφιά τη χρονιά αυτή.
1. Tenet του Κριστοφερ νολαν
Ένας πράκτορας της CIA αναλαμβάνει μια άκρως μυστική αποστολή για να σώσει τον κόσμο από τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχοντας μόνο ως στοιχείο τη λέξη Tenet, ο ήρωάς μας ξεκινά μια αναζήτηση στα τυφλά ανά την υφήλιο σε συνεργασία με έναν ακόμα πράκτορα, η οποία θα τον οδηγήσει σε έναν Ρώσο ολιγάρχη, διεθνή έμπορο όπλων. Ο Κρίστοφερ Νόλαν, ο Βρετανός δημιουργός των «Memento», «Inception», «Δουνκέρκη» και αναγεννητής του μύθου του «Μπάτμαν» είναιαπό τους ευφυέστερους σύγχρονους σεναριογράφους «μεγάλης κλίμακας». Το «Tenet» ακολουθώντας το γνωστό μοτίβο των επιτυχιών, περιπλέκει τον θεατή σε λαβύρινθους της νόησης καλλιεργώντας του επιπλέον έντονη την αίσθηση του déjà vu.
Οσκαρική υποψηφιότητα ξενόγλωσσης ταινίας για την κινηματογραφικά ηλεκτρισμένη διαδρομή ενός «έκπτωτου αγγέλου» μέσα από την επίγεια κόλαση προς την προσωπική λύτρωση. Και τη θέση της σε αυτή την λίστα, την αποδίδουμε στην ασυγκράτητη η σκηνοθετική δύναμη (Γιαν Κομάσα) και την αξέχαστη η πρωταγωνιστική ερμηνεία (Μπάρτος Μπιελένια).
3. Γιοσεπ του ορελ
Σκληρότητα και ευαισθησία συνυπάρχουν εδώ στην ίδια μονοκοντυλιά, με τον Ορέλ να υιοθετεί μια τολμηρή διηγηματική ελευθερία, να εκμεταλλεύεται όλες τις δυνατότητες του κινούμενου σκίτσου (ρεαλιστική, ονειρική, χιουμοριστική, αποστασιοποιητική, συγκινητική, αλληγορική) και μέσα από ένα ευφάνταστο ταξίδι μπροστά και πίσω στο χρόνο να κοιτά κατάματα την Ιστορία, ρίχνοντας φως στις σκοτεινότερες, λιγότερο ένδοξες γωνιές της. Η σύνδεσή τους με το παρόν είναι άμεση και αφυπνιστική, σε μια αγκαθωτή στην όψη μα τρυφερή στην καρδιά κινηματογραφική έκπληξη.
4. Κατηγορω του ρομαν Πολανσκι
Σε ένα μακρινό επίπεδο, το ζήτημα της περίφημης υπόθεσης Ντρέιφους που εδώ ο Πολάνσκι αναπλάθει με τον δικό του αξεπέραστο τρόπο, τον έχει ελκύσει σε προσωπική βάση, κρίνοντας από την ταλαιπωρία που ο ίδιος έχει υποστεί από τότε που κατηγορήθηκε για αποπλάνηση ανηλίκου στην δεκαετία του 1970 στην Αμερική. Όλοι τον έχουν «καταδικάσει» αλλά το φάσμα ολόκληρης της αλήθειας, κακά τα ψέματα, παραμένει κρυμμένο. Η αλήθεια είναι μια πολύ πιο σύνθετη και πολύ πιο επικίνδυνη έννοια απ’ όσο νομίζουμε μας λέει ο σκηνοθέτης.
5. ΈΝΑΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΕΛ ΧΕΛΕΡ
H ταινία της Μάριελ Χέλερ βασίζεται σε ένα προφίλ του Φρεντ Ρότζερς, του εμβληματικού παρουσιαστή-Αγίου της αμερικάνικης τηλεόρασης το οποίο έγραψε ο Τομ Τζούνο το 1998 για το περιοδικό Esquire. (Στο ρόλο του Ρότζερς ο Τομ Χανκς, υποψήφιος για Όσκαρ.) Αλλά σε αντίθεση με ό,τι θα έπραττε μια τυπική βιογραφία, δεν σχηματίζει εκ νέου το προφίλ του Ρότζερς ξαναγράφοντας το κείμενο από δεύτερο χέρι -για το σινεμά- παρά ακολουθεί την διαδικασία με την οποία ο δημοσιογράφος έκανε πράξη τη συμβουλή: «γράψε κάτι για σένα, κάτι δικό σου». Αυτό κάνει και η ίδια η Χέλερ έχει τον δικό της τρόπο, να γράψει, κάτι δικό της.
6. Μικρεσ κυριεσ τησ γκρετα γκεργουικ
Νέα κινηματογραφική διασκευή του διάσημου βιβλίου της Λουίζα Μέι Άλκοτ που σημάδεψε γενιές αναγνωστών και αναγνωστριών, για τις 4 αδελφές μιας οικογένειας στον απόηχο του εμφυλίου, που προσπαθούν η κάθε μία να αφήσει το στίγμα της και να χαράξει τη δική της διαδρομή σε μια κοινωνία φτιαγμένη για να κάνει κάθε τους βήμα δύσκολο. Ο απόλυτος φορμαλιστικός έλεγχος που η Γκρέτα Γκέργουιγκ είχε επιδείξει και στο θαυμάσιο σόλο ντεμπούτο της, «Lady Bird», παρουσιάζεται ξανά εδώ, σε συνδυασμό με μια συναισθηματικά μεστή αφήγηση πάνω στο υλικό.Για την Γκέργουιγκ, όλες οι ιστορίες είναι ψηφιδωτά γεμάτα λεπτομέρεια και ζωή, που ζουν μέσα μας ως μια διαρκής κατάσταση ανάμνησης και επιθυμίας.
7. 1917 του σαμ μεντεσ
Η αποστολή που αναλαμβάνουν δύο Βρετανοί στρατιώτες (Ντιν Τσαρλς Τσάπμαν, Τζορτζ Μακέι) στην Γαλλία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κάτι που διαφοροποιεί την ταινία είναι πως ο Μέντες αποφάσισε να γυρίσει το «1917» μονοπλάνο, που δεν είναι ακριβώς ένα μονοπλάνο αλλά μερικά – αν και ο διαχωρισμός γίνεται τόσο γλυκά που περνά απαρατήρητος.
Στην Ιρλανδία του 17ου αιώνα ένα νεαρό κορίτσι από την Αγγλία καταφθάνει σε μια μικρή πόλη μαζί με τον κυνηγό πατέρα της, ο οποίος έχει την αποστολή να ξεφορτωθεί την τελευταία αγέλη λύκων που βρίσκεται στα τριγύρω δάση. Όταν όμως θα σώσει μια ντόπια κοπέλα, και καθώς η φιλία τους γίνεται πιο ισχυρή, θα διαπιστώσει πως η φίλη της γίνεται λύκος όταν το σώμα της κοιμάται, και μαζί της θα ανακαλύψει τον ίδιο αυτό μαγικό κόσμο που ο πατέρας της έχει καθήκον να καταστρέψει. Η υπέροχη ιστορία ζωντανεύει μέσα από ένα αισθητικά θριαμβευτικό ζωγραφιστό animation πανέμορφων χρωματικών αποχρώσεων, μακριά από τον πλαστικό “ρεαλισμό” της μοντέρνας CGI, σε έναν συναισθηματικό και αισθητικό θρίαμβο με μια πολύ ουσιαστική κοινωνική έγνοια πάνω στο πώς κάτι το αρχέγονο μπορεί να ανήκει στο σήμερα (ακόμα κι αν το σήμερα βρίσκεται στο βαθύ παρελθόν).
9. μια κρυφη ζωη του τερενσ μαλικ
Ο κορυφαίος Αμερικανός σκηνοθέτης κινηματογράφησε τον Γολγοθά του Αυστριακού αγρότη Φραντς Γιάγκερστάτερ (ο Γερμανός ηθοποιός Αουγκούστ Ντιλ) ενός ανθρώπου αποφασισμένου να μην υποκύψει στις πιέσεις που θα τον ανάγκαζαν να απαρνηθεί τα πιστεύω και την ιδεολογία του. Σύζυγος και πατέρας, ο Γιάγκερστάτερ – πρόσωπο που όντως υπήρξε – αρνήθηκε να πολεμήσει για την Γερμανία όταν το ναζιστικό καθεστώς τον κάλεσε. Η ταινία είναι περισσότερο το ταξίδι μέσα στα βάθη της ψυχής αυτού του μυστηριώδους ανθρώπου που δεν εξήγησε ποτέ τους λόγους για τους οποίους πήρε την γενναία απόφασή του.
Τέσσερις αφροαμερικάνοι βετεράνοι επιστρέφουν μετά από δεκαετίες στη ζούγκλα του Βιετνάμ για να ανασύρουν τα απομεινάρια ενός νεκρού συμπολεμιστή τους, και μαζί να βρουν κι έναν θαμμένο θησαυρό. Η ταινία συνδυάζει αφήγηση στο παρόν μαζί με αναδρομές από τον πόλεμο. Ο Σπάικ Λι καταγράφει μια πορεία δεκαετιών πάνω στη σχέση της Αμερικής με το γύρω της κόσμο και την ηθική αυτής της ανισομερούς σχέσης, χρησιμοποιώντας αφηγηματικά φλάσμπακς, εικόνες και ντοκουμέντα, ακόμα και το ίδιο το Αμερικάνικο σινεμά, προσφέροντας τη δική του εικαστική επέμβαση. Σπουδαίος Ντελρόι Λίντο κι ένας ανατριχιαστικός Τσάντγουικ Μπόουζμαν σε μια από τις τελευταίες του ερμηνείες.
Έχοντας συγκροτήσει μια στέρεη δραματουργικά ιστορία, ο Ζ. Μαυροειδής με άξονα την σχέση ανάμεσα στον εγγονό ενός αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού (στην κατοχή και τον εμφύλιο), με έναν κομμουνιστή γείτονά του στην περιοχή του Παπάγου (Μιχάλης Σαράντης- Θανάσης Παπαγεωργίου) καλλιεργεί συγχρόνως τρυφερότητα, χιούμορ, κατανόηση και αναγνωρίσιμους, χυμώδεις χαρακτήρες. Επίσης ,μια ταινία η οποία τολμά να αντιμετωπίσει με φρέσκο βλέμμα, ακομπλεξάριστα και χωρίς ενοχές μια μελανή περίοδο της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.
12.Emma, της Ώτομν ντε Γουαιλντ
Στην Αγγλία του 19ου αιώνα, μια “όμορφη, έξυπνη και πλούσια” νεαρή κοπέλα μηχανορραφεί προσπαθώντας να επηρεάσει τα ερωτικά ζευγαρώματα των γύρω της. Οι άνθρωποι του περιβάλλοντός της θαυμάζουν το πόσο νοιάζεται φαινομενικά για όλους, όμως ένας άντρας βλέπει τι συμβαίνει βαθύτερα, ξεκινώντας μια διαδικασία αυτογνωσίας για την κοπέλα. Πιστή διασκευή Τζέιν Ώστιν με έμφαση στο στιλ, εκμεταλλεύεται στο έπακρο το κάδρο μέσα από χρωματικά απαλές αποχρώσεις, δίνοντας στο λευκό μια αίσθηση βάθους που ανοίγει το μάτι και γεννά διάθεση. Ακόμα και στις συνθέσεις τίποτα δε μοιάζει ριζοσπαστικό, όμως με αυτοπεποίθηση πλασάρεται ως καθοριστικό: Μια κλασική ιστορία στημένη και παιγμένη ως απόλυτη αναπαράσταση, δίχως διάθεση ειρωνείας ή μεταμοντερνισμού, μα με εξίσου αίσθηση απόστασης όσο και αγάπης από το υλικό. Το αποτέλεσμα είναι δροσερό, πανέμορφο, αστείο και συναισθηματικό.
13. μανκ του ντειβιντ φιντσερ
Το σκηνικό είναι το Χόλιγουντ σε διάφορες στιγμές της διάρκειας των ‘30s καθώς οδηγούμαστε προς την δημιουργία του «Πολίτη Κέιν» το 1941, με κεντρική φιγούρα τον Χέρμαν Μάνκιεβιτς, σεναριογράφο της ταινίας και εν γένει πρόσωπο όλο και πιο δύσκολο να δουλέψει κανείς μαζί του. Ο Φίντσερ έχει κατασκευάσει την ταινία τοποθετώντας την σε έναν άβολο, αφύσικο χώρο ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια, ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, δίχως να ανήκει πουθενά ακριβώς. Η ιστορία των πανίσχυρων μεγιστάνων που πίσω από τα κινηματογραφικά σκηνικά ασκούν πολιτική επιρροή μοιάζει έτσι κι αλλιώς αχρονική. Μάλιστα η ίδια η κατασκευή του φιλμ φέρνει στο νου τεχνικές του παρελθόντος αλλά μέσα από μια μοντέρνα, διαρκώς παρούσα ψηφιακή λειάδα που όχι απλά δεν κρύβεται, αλλά μοστράρεται κιόλας, σε όλο το απόκοσμο μεγαλείο της. Αυτό είναι το παρελθόν, αλλά δεν είναι κιόλας. Είναι το παρόν, που ήρθε στον ύπνο σου σαν παρελθοντικός εφιάλτης. Είναι ένα πικρό παραμύθι για τέλος της Χολιγουντιανής μαγείας.
Κεντρικός ήρωας εδώ είναι ένας Βρετανός γιάπι (Τζουντ Λο) που άφησε την χώρα του για το κυνήγι του «αμερικανικού ονείρου» της «ριγκανικής» περιόδου και που φιλοδοξεί να επιστρέψει στο «θατσερικό» Ηνωμένο Βασίλειο και να ξαναδουλέψει. Το αποτέλεσμα είναι ένα κάπως «λοξό» οικογενειακό δράμα που σε κάνει να νιώθεις άβολα καθ’ όλη τη διάρκειά του, ίσως επειδή κατά βάθος γνωρίζεις ότι τα πράγματα πολύ δύσκολα, θα έχουν καλή εξέλιξη στην ζωή του παραπάνω ήρωα τον οποίο ο Λο, χειρίζεται ισορροπώντας με ευχαίρεια ανάμεσα στο διαβολικό και το αθώο.
15. φαροσ του ρομπερτ εγκερσ
Σαν θυμωμένο ναυτικό τραγούδι που έρχεται στη ζωή και αποκτά τρομακτικές διαστάσεις, ο Φάρος του Ρόμπερτ Έγκερς είναι σκοτεινός, ποιητικός, ανατριχιαστικός και κλειστοφοβικός σε ίσες δόσεις, γυρισμένος σε στυλιστικά αυστηρό ασπρόμαυρο. Σαν σπουδή πάνω στην ανδρική ψυχολογία, είναι ό,τι πιο εύστοχο έχει ειπωθεί για το θέμα από τότε που ο Ντον Ντρέιπερ άναψε το πρώτο του τσιγάρο.
Από τη λίστα αυτή δε θα μπορούσε να απουσιάζει μια παραγωγή της disney και της pixar. Ο Soul, ακολουθεί τον Joe, έναν δάσκαλο μουσικής σε σχολείο, ο οποίος είχε όνειρο να γίνει μέλος μιας μπάντας και να παίζει μουσική στο jazz club, Half Note. Μετά από ένα αναπάντεχο ατύχημα, η ψυχή του οδηγείται σε ένα μέρος που ονομάζεται “You Seminar” και προετοιμάζει όλες τις ψυχές πριν το ταξίδι τους στη Γη. Εκεί με τη βοήθεια μιας νέας ψυχής με το κωδικό όνομα 22, θα επανεκτιμήσει κάποια πράγματα για τη ζωή του πριν επανέλθει για τη στιγμή που πάντα περίμενε.
17. Ένα Ψηλό Κορίτσι, του Καντεμίρ Μπαλάγκοφ
Στο Λένινγκραντ του 1945, αμέσως μετά το Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μια νοσοκόμα με μετατραυματικό στρες επιβιώνει σε μια Ευρώπη-νεκροταφείο. Ο Καντεμίρ Μπαλάγκοφ χαρτογραφεί την διαδρομή λαών και ανθρώπων σε μια γκρεμισμένη ήπειρο, μέσα από το εξειδικευμένα αξιοπερίεργο στόρι μιας γυναίκας της οποίας η ασυνήθιστη κορμοστασιά την κάνει πάντα να ξεχωρίζει. Γεμίζει το κάδρο του με φωτεινά χρώματα αποτυπωμένα όμως μέσα από μια νεκρική ακινησία, σαν ζωή που έφυγε από το σώμα της ταινίας. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στο στόρι, αυτή η βουβαμάρα μοιάζει μονίμως κυρίαρχη, σε κάθε αποσυναισθηματικοποιημένο κάδρο βαρβαρότητας (όπως σε ένα σοκαριστικό γεγονός που έρχεται νωρίς στο φιλμ και μοιάζει να αφήνει ασυγκίνητη την κάμερα), μετατρέποντας έτσι το σοκ σε εικόνα.
18. Time της Γκάρετ Μπράντλεϊ
Δοκιμαντέρ που υπερβαίνει τις συμβάσεις, φιλμαρισμένο στη διάρκεια 2 δεκαετιών αλλά σμιλευμένο σε κάτι απολύτως μοναδικό από την ανερχόμενη δημιουργό και καλλιτέχνη Γκάρετ Μπράντλεϊ. Η Φοξ Ριτς, με τον σύζυγό της στη φυλακή χάρη σε μια εξαντλητική ποινή δεκαετιών, πασχίζει να κρατήσει την οικογένειά της ενωμένη καθώς εξελίσσεται σε πύρινου λόγου υπέρμαχο κοινωνικών δικαιωμάτων και μαχητή υπέρ της κατάργησης των ποινών φυλάκισης. Μεταλλάσσεται μπροστά στα μάτια μας, στο πέρασμα από τα ερασιτεχνικά, ασπρόμαυρα home videos με κόκκο, όπου μοιάζει νέα, αθώα, χαμένη, στη ραφιναρισμένη εικόνα του σήμερα, στη σιγουριά στο βήμα, στο λόγο, στο περφόρμανς της. Η εικόνα είναι πιο καθαρή, πιο στέρεη (πάντα ασπρόμαυρη), ο κόκκος έχει χαθεί, ο χρόνος το ίδιο. Η τεχνική είναι αρτιότερη, η μοναξιά μεγαλύτερη.
Η ιστορία μεταπηδά διαρκώς στο χρόνο και τον τόπο αναζητώντας τις κεντρικές στιγμές αυτού του τόσο εγκάρδιου, τόσο μικρού βεληνεκούς love story. Είναι πρωτίστως μια ταινία για τον χαμένο χρόνο και την απόσταση παρά για οτιδήποτε άλλο, προσφέροντας έτσι μια αληθινά φρέσκια, αποστομωτικής συναισθηματικής ομορφιάς ματιά σε μια γνώριμη θεματική. Θα μπορούσε να είναι μια ιστορία ανθρώπων αποχωρισμένων σε οποιοδήποτε αιώνα και σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη. Σε περικυκλώνει.
19. Η Αόρατη Ζωή της Ευρυδίκης Γκουσμάο του Καρίμ Αϊνούζ
Με τον τρόπο που ο Πέδρο Αλμοδόβαρ εκμοντέρνισε το κλασικό χολιγουντιανό μελό, ο Αϊνούζ σκηνοθετεί με πάθος, κοινωνική ευαισθησία, οπτική μεγαλοπρέπεια (φωτογραφία της Ελέν Λουβάρ των «Πίνα Μπάους», «Xenia», «Ευτυχισμένος Λάζαρος») και ψυχολογική ακρίβεια μια ιστορία αδερφικής αγάπης που συγκινεί βαθιά. Ταυτόχρονα σχολιάζει τη θέση της γυναίκας στον σύγχρονο κόσμο, περιγράφει ωμά τον τρόπο με τον οποίο τα προσωπικά όνειρα καταλήγουν σε συλλογικές αυταπάτες και κερδίζει δίκαια το βραβείο καλύτερης ταινίας στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ Κανών.
20. Ο Αόρατος Άνθρωπος, του Λι Γουάνελ
Μοντέρνα μεταφορά του κλασικού τέρατος της Universal και του βιβλίου του Χ. Τζ. Γουέλς επανακεντραρισμένη ως ιστορία επιβίωσης μιας γυναίκας που δραπετεύει από έναν συναισθηματικά χειριστικό και περιοριστικό γάμο, αλλά αργότερα είναι πεπεισμένη πως ο σύζυγός της (που στο μεταξύ έχει αναφερθεί πως αυτοκτόνησε) την ακολουθεί ακόμα. Αόρατος. Ο Γουάνελ χρησιμοποιεί καθηλωτικά τα κενά του κάδρου, μετατρέποντας κάθε χώρο σε απειλή, τοποθετώντας μας απολύτως μες στο πλαίσιο σκέψης της ηρωίδας του, παιγμένης με πυγμή και με αυξανόμενης αίσθηση απόγνωσης από την σταθερά σπουδαία Ελίζαμπεθ Μος. Εξαιρετικό σινεμά τρόμου με στυλ, μυαλό, θεματική συνέπεια, που ποτέ δεν ξεχνά πως ή κύρια αποστολή του είναι να παραδίδει τις ιδέες του μέσω σασπένς.
Βρισκόμαστε στα τέλη 19ου αιώνα. Σε τρία διαφορετικά δημοτικά σχολεία του κόσμου, τρία παιδιά ξένα μεταξύ τους μας επαναλαμβάνουν την εθνικιστική προπαγάνδα με την οποία γαλουχούνται. Πρόκειται για τρία παιδιά που ζουν μακριά το ένα από το άλλο, στη Γαλλία, τη Σκωτία και τη Γερμανία. Δεκέμβρης του 1914 και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται στην Ευρώπη. Μεταφερόμαστε στον ανελέητο πόλεμο των χαρακωμάτων, όπου οι Γερμανοί πολεμούν απέναντι σε ένα Γαλλικό και ένα Σκωτσέζικο τμήμα. Παρ’ όλο που βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα, οι νεαροί στρατιώτες βουτηγμένοι στις ίδιες λάσπες, εξίσου ταλαιπωρημένοι, νοσταλγούν το σπίτι τους και τις οικογένειές τους, ειδικά τώρα που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα. Θα είναι αρκετά άραγε αυτά ώστε να καταφέρουν να συμφωνήσουν – έστω και μόνο για την Ημέρα των Χριστουγέννων – σε μια ανακωχή ώστε να περάσουν λίγες ανθρώπινες στιγμές;
Με πολύ ευαισθησία και ανθρωπιά, το «Joyeux Noel» μας αφηγείται την πραγματική ιστορία της συνάντησης των γερμανικών, γαλλικών και βρετανικών στρατευμάτων στα γαλλο-ελβετικά σύνορα. Οι τρεις στρατοί, καθηλωμένοι στα χαρακώματά τους και έχοντας χάσει κάθε ελπίδα να περάσουν τα Χριστούγεννα με την οικογένεια τους, απρόσμενα δέχονται την επίσκεψη της σοπράνο Anna Sοrensen, στην προσπάθεια της να βρεθεί έστω για λίγες ώρες με τον τενόρο σύζυγό της που πολεμά στο μέτωπο, επιστρατεύει όλη τη γυναικεία πονηριά αλλά και τις υψηλές γνωριμίες της για να πετύχει το σκοπό της. Η δύναμη της αγάπης της όμως ξεκινά μια αλυσιδωτή αντίδραση λαχτάρας για ζωή που θα καταλύσει τις ψυχές των εξουθενωμένων αντρών και θα ξυπνήσει τα πιο ευγενικά συναισθήματά τους.
Η μουσική υποκινούμενη από το αγαπημένο κλασικό ντουέτο θα κατευνάσει τα πάθη και θα ενώσει τις διαφορετικές κουλτούρες. Ακόμη και η θρησκεία, που χειραγωγημένη από την εθνικοφροσύνη και την επίσημη προπαγάνδα λειτουργούσε ως εργαλείο φανατισμού, θα βρει στο πρόσωπο του στρατιωτικού ιερέα Palmer την ανθρώπινή της υπόσταση και θα ενώσει και αυτή τον κόσμο που διψάει για ειρήνη σε ένα αρμονικό ποίμνιο. Ο φανατισμός, το μίσος και οι διαφορές θα μείνουν εκτός πεδίου μάχης και θα βαραίνουν μόνο αυτόν που βιώνει την προσωπική απώλεια.
Μια ταινία ανθρώπινη, του Christian Carion αποτελεί – όχι άδικα – την επίσημη γαλλική υποβολή για τη διεκδίκηση του Oscar καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας του 2005. Μια ζωντανή απόδειξη πως η δύναμη της αγάπης, η ανάγκη για ειρήνη και η μαγεία των Χριστουγέννων, μπορεί να φέρει κοντά ανθρώπους που τους χωρίζουν πολλά, αλλά τους ενώνουν ακόμη περισσότερα…
Η πραγματική ιστορία
Αυτό που καθιστά την ταινία ξεχωριστή είναι πως βασίζεται σε ένα πραγματικό, ιστορικό γεγονός και συγκεκριμένα στην ανακωχή τον χειμώνα του 1914, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία έγινε παρά τις εντολές των στρατηγών και των πολιτικών.
Ήδη, στους λίγους μήνες που κρατούσε η πολεμική εμπλοκή, οι νεκροί ήταν πολλές χιλιάδες. Μέχρι το τέλος, εννέα εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Πριν την ανακωχή, ο Πάπας Βενέδικτος ο 15ος είχε κάνει έκκληση σε διάφορες κυβερνήσεις «να σωπάσουν τα όπλα, την ημέρα που τραγούδησαν οι άγγελοι», δηλαδή τα Χριστούγεννα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατατέθηκε πρόταση στη γερουσία, σε μία γενική προσπάθεια ανακωχής για 20 μέρες πριν τα Χριστούγεννα, με την ελπίδα ότι θα συνεχιζόταν και μετά το πέρας της προθεσμίας.
Επιπλέον, σύνδεσμοι φεμινιστριών της Αγγλίας έστειλαν μία επιστολή στις γυναίκες της Αυστρίας και της Γερμανίας. Οι Γερμανίδες φεμινίστριες απάντησαν με δικό τους μήνυμα, στο οποίο πραγματεύονταν την αξία της ειρήνης και κατήγγειλαν τις αισχρότητες του μοντέρνου πολέμου. Οι γυναίκες είχαν συγκλονιστεί, καθώς μόνο στη μάχη του Σομ, στη βόρεια Γαλλία, μόνο την πρώτη μέρα, οι Βρετανοί είχαν εξήντα χιλιάδες νεκρούς.
Με τις πρωτοβουλίες για εκεχειρία σε όλα τα μέτωπα του πολέμου, σημειώθηκαν συγκινητικά περιστατικά αλληλεγγύης και κατανόησης. Οι στρατιώτες κατάφεραν επιτέλους και έθαψαν νεκρούς, περιποιήθηκαν τους αρρώστους και ενίσχυσαν τα χαρακώματά τους.
Στα χαρακώματα του Βελγίου, όπου ξεκίνησε η ανταρσία της ανακωχής, οι Γερμανοί πρώτοι στόλισαν δέντρα, όπως ήταν το έθιμό τους και ξεκίνησαν να τραγουδούν. Οι Γάλλοι και οι Άγγλοι τραγούδησαν και αυτοί. Ένας αξιωματικός των Γερμανών βγήκε και πρότεινε να μην πέσουν άλλοι πυροβολισμοί. Ευχήθηκε στα Αγγλικά καλά Χριστούγεννα. Του αντευχήθηκαν και ξαφνικά άρχισαν όλοι να εύχονται, ακόμη και αν δεν καταλάβαιναν τη γλώσσα. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Την επόμενη μέρα, η ανακωχή ήταν απόλυτη. Το γλέντι στα χαρακώματα άρχισε, χωρίς άνωθεν εντολές. Άλλωστε, οι στρατηγοί που διεύθυναν τον πόλεμο πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, μέσα από την θαλπωρή των γραφείων τους, διαφωνούσαν με οποιαδήποτε κατάπαυση του πυρός.
Οι στρατιώτες όμως, εκτός από τις πατροπαράδοτες ανταλλαγές δώρων στο μέτωπο, λέγεται ότι έκαναν και κοινές προσευχές. Σίγουρα έπαιξαν ποδόσφαιρο με πάνινη μπάλα, ή τενεκεδάκια. Το ματς έληξε με όλους τους φαντάρους ζωντανούς, αν και έπαιζαν με τον εχθρό. Η εκεχειρία επεκτάθηκε σε όλο το μέτωπο. Ήταν σχεδόν καθολική και οι στρατιώτες άρχισαν να έχουν μία τελείως διαφορετική προσέγγιση για την ζωή, τόσο τη δική τους, όσο και των εχθρών. Σε ορισμένες μάλιστα περιοχές, οι παρατάξεις αντάλλαζαν μεταξύ τους αγαθά όπως τσιγάρα και εφημερίδες. Περίπου ένα εκατομμύριο στρατιώτες κατέβασαν τα όπλα και οι στρατηγοί έγιναν έξαλλοι. Τι αξιωματικοί ήταν αυτοί, που έδιναν εντολές και δεν τους υπάκουαν; Τα μέτρα λοιπόν ήταν άμεσα, με τιμωρίες και μεταθέσεις αξιωματικών που ανέχθηκαν τη στάση του στρατού. Η ανακωχή δεν επαναλήφθηκε το 1915, αφού και η μάχη είχε γίνει αρκετά πιο έντονη και οι αξιωματικοί είχαν γίνει αρκετά πιο σκληροί σε τέτοια ζητήματα.
Μία φρέσκια ανάσα κινηματογραφικού θριάμβου ήρθε στον Netflix στις 4 Δεκεμβρίου για να μας κάνει να ξεχάσουμε τους δύσκολους καιρούς που περνάμε και να ταξιδέψουμε σε μία άλλη “χρυσή” εποχή. Ο Ντέιβιντ Φίντσερ στην νέα του ταινία “Mank” μας αποκαλύπτει το αθέατο και βρώμικο Χόλιγουντ, την επιρροή των τιτάνων της κινηματογραφικής βιομηχανίας, τα υποχθόνια πολιτικά παιχνίδια προπαγάνδας από την οπτική ενός αφανούς και αδικημένου ήρωα, ο οποίος βρίσκεται πίσω από την συγγραφή του σεναρίου της κορυφαίας ταινίας όλων των εποχών (για την μεγάλη πλειοψηφία κοινού και κριτικών).
Ο σεναριογράφος Χέρμαν Τζ. Μάνκιεβιτς βρίσκεται σε ένα ράντσο στην Καλιφόρνια το 1940, όπου προσπαθεί να αναρρώσει από ένα τροχαίο ατύχημα, να απεξαρτηθεί (τουλάχιστον προς το παρόν) από το αλκοόλ και να ολοκληρώσει το σενάριο για την πρώτη ταινία του «παιδιού-θαύματος» 24χρονου Όρσον Ουέλς. Έχει 60 ημέρες για να τα καταφέρει. Θα πρέπει όμως πρώτα να παλέψει με τους προσωπικούς του δαίμονες: τον αλκοολισμό, τον τζόγο, την τάση του για αυτοκαταστροφή, την ορμή του να εισβάλει παντού σαν ταύρος σε υαλοπωλείο, να λέει την γνώμη του χωρίς να τον ενδιαφέρουν οι συνέπειες. Όμως το αυθεντικό του ταλέντο, οι ανεξάντλητες ιδέες του, ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο συντάσσει την ροή του κειμένου του, θα οδηγήσουν «στο καλύτερο σενάριο της ζωής του», αυτό που θα τον οδηγήσει στο Όσκαρ, αλλά και που τελικά θα καταστρέψει και την επαγγελματική του καριέρα.
Το σενάριο του Πολίτη Κέιν είναι σε όλους λίγο πολύ γνωστό. Είναι ουσιαστικά η βιογραφία ενός αυτοδημιούργητου μεγιστάνα του Τύπου με πολιτικές φιλοδοξίες και ερωμένη μια νεαρή τραγουδίστρια, σαφώς εμπνευσμένη από τον Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ, επιχειρηματία, πανίσχυρο εκδότη και δυο φορές εκλεγμένο βουλευτή, αποτυχημένο υποψήφιο ως πρόεδρο της χώρας και δήμαρχο της Νέας Υόρκης. Ο Μάνκιεβιτς γνώριζε προσωπικά τον Χερστ, όπως φαίνεται και στην ταινία, που επιστρέφει μέσω συνεχόμενων flashbacks στο 1934, την εποχή που οι δυο τους συναντιόνταν στα πλατό και τις κοσμικές συγκεντρώσεις και τη χρονιά της μεγάλης εκλογικής μάχης για τη θέση του κυβερνήτη.
Η υπόθεση της ταινίας από την άλλη βασίζεται σε ένα αμφιλεγόμενο άρθρο που είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων την δεκαετία του 70. Συγκεκριμένα, το 1971 η διάσημη Αμερικανίδα κριτικός Πολίν Καέλ έγραψε ένα άρθρο 50.000 λέξεων στο New Yorker το οποίο σόκαρε την κινηματογραφική κοινότητα. Στο άρθρο, με τον πνευματώδη τίτλο «Raising Kane», περιέγραφε λεπτομερώς την περιπετειώδη δημιουργία του αριστουργηματικού «Πολίτη Κέιν», ο οποίος τόσο τότε όσο ακόμα και τώρα θεωρείται ίσως η σπουδαιότερη ταινία όλων των εποχών. Αναλύοντας εξονυχιστικά τα όσα προηγήθηκαν της πρεμιέρας του θρυλικού φιλμ την Πρωτομαγιά του 1941 στην Νέα Υόρκη, η Καέλ παίρνει σαφή θέση στην εκκρεμή διαμάχη για τη σεναριακή πατρότητα του «Κέιν», υποστηρίζοντας πως η ιδέα, η περίτεχνη δόμησή της, η πρωτοποριακή αφηγηματικά ανάπτυξή της και εντέλει το μοναδικό Όσκαρ της, αυτό του πρωτότυπου σεναρίου, ανήκουν όχι όπως οι περισσότεροι πιστεύουν κατά κύριο λόγο στον Όρσον Γουέλς, αλλά σχεδόν αποκλειστικά στο συνσεναριογράφο του Χέρμαν Μάνκιεβιτς. Άποψη που ξεκίνησε μια σειρά αντιπαραθέσεων γύρω από το ποιος είναι ο πραγματικός συγγραφέας, θέμα το οποίο δεν έχει απαντηθεί ξεκάθαρα μέχρι και σήμερα. Πάντως, με το πέρασμα του χρόνου αποδείχτηκε ότι το άρθρο περιείχε πολλές ανακρίβειες και απότελουσε κυρίως την άποψη της Κάελ πάνω στο θέμα.
Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος (αρχισυντάκτης στο Life) Τζακ Φίντσερ, πατέρας του διάσημου σκηνοθέτη Ντέιβιντ Φίντσερ, μελέτησε επισταμένα την ιστορία τού «Πολίτη Κέιν» και έγραψε τη δεκαετία του ’90 ένα σενάριο το οποίο εξιστορεί την ανάμιξη του Μάνκιεβιτς στην όλη ιστορία, υιοθετώντας απόλυτα τη θέση της Καέλ. Μετά το θάνατό του το 2003 ο Ντέιβιντ αποφάσισε να το μεταφέρει ο ίδιος στην οθόνη.
Ο ίδιος ο Mank βέβαια, αντίθετα από τον Όρσον Γούελς, ίσως να είναι άγνωστος στο ευρύ κοινό. Αποτελεί ωστόσο ένα από τα σημαντικά ονόματα της Χρυσής Εποχής του Χόλυγουντ (δεκαετία του ’30). Παραγωγός και σεναριογράφος έχει επηρεάσει με την δημιουργική του παρουσία περισσότερες από 80 κλασικές και αγαπημένες ταινίες εκείνης της εποχής, στις περισσότερες βέβαια ως αφανής συνεργάτης. Ανάμεσα τους η Σούπα Πάπιας των αδερφών Μαρξ και ο Μάγος του Όζ. Παρά το ταλέντο του υπήρξε επίσης και αυτοκαταστροφικός. Ο αυθορμητισμός, η οξυδέρκεια, η ικανότητα του ως συγγραφέας, το πάθος του για το αλκόολ και τον τζόγο, η διάθεση αυτολύπησης και η διάχυτη μελαγχολία ήταν στοιχεία του χαρακτήρα του, που απεικονίζονται στην ταινία του Φίντσερ.
Ο Ντέιβιντ Φίντσερ ακολουθεί τη διαδρομή μία λιγότερο επίσημης, λαμπερής εκδοχής όσον αφορά τη γέννηση ενός καλλιτεχνικού αριστουργήματος, για να ανακαλύψει τις ψυχολογικές αλήθειες και τα θεσμικά ψέματα που κινούν τον κόσμο. Γράφοντας την Ιστορία του πάντα από τη μεριά των νικητών, εκείνων δηλαδή που αξιοποίησαν ευκαιρίες, ισορροπίες, συγκυρίες και την ανθρωποφάγα δυνατότητα του αμερικανικού ονείρου.
Υπάρχουν μερικές πολύ ενδιαφέρουσες πινελιές στους χαρακτήρες και κυρίως βέβαια στον πρωταγωνιστή, πολυποίκιλες αναφορές σε θέματα ευρύτερης προσέγγισης και γενικότερα μια αντισυμβατική σκηνοθεσία που σε κάνει να ταυτίζεσαι με όσα γίνονται με την μουσική των Trent Reznor και Atticus Ross πετυχαίνει όλες τις σωστές νότες.
Λίγες ταινίες πλέον μπορούν να καθηλώσουν όπως κάνει η συγκεκριμένη στο οπτικό και ερμηνευτικό κομμάτι με μια σαρωτική ερμηνεία από τον Gary Oldman, σε μια υπέροχη προσπάθεια του Netflix που θυμίζει σινεμά παλαιότερων δεκαετιών και η αισθητική είναι αριστουργηματική. Η ταινία είναι γυρισμένη με απλό και ταυτόχρονα ανατρεπτικό τρόπο, με τον σκηνοθέτη να εστιάζει στο παρασκήνιο και την ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής, με εντυπωσιακή φωτογραφία, close-ups, φανταστικός ήχος προσαρμοσμένος στην εποχή και τεχνικές που κάνουν όντως τον θεατή να έχει την εντύπωση πως γυρίστηκε τις δεκαετίες του ’30 και του ’40.
Έτσι, μέσα από τα μάτια του Αμερικανού σεναριογράφου Mank, θα δούμε το Hollywood των 1930’s. Μία εποχή σπουδαία, γεμάτη σταρ και πάμφτωχους ηθοποιούς, μία εποχή που καθόρισε το μέλλον του κινηματογράφου. Ο σκηνοθέτης, λοιπόν, κάνει μία βουτιά στο παρελθόν, όμως τα νερά δεν είναι τόσο καθαρά. Συνήθως οι ταινίες εποχής βγάζουν μία όμορφη, νοσταλγική αίσθηση για τα χρόνια τα περασμένα, τα χρυσά, που όλα ήταν καλύτερα. Το σχεδόν παραμυθένιο και πάντα ηλιόλουστο Hollywood του Tarantinο για παράδειγμα, φαινόταν να βγάζει ακριβώς μία τέτοια αίσθηση, ακόμα κι αν η ίδια η ταινία καταλάβαινε πως ήταν ένα ψέμα. Το ‘Mank’ δεν είναι τέτοια ταινία όμως. Τα σκηνικά είναι όμορφα, τα κοστούμια εντυπωσιακά, τα ασπρόμαυρα πλάνα ένας φόρος τιμής στην παρθενογέννηση του σύγχρονου σινεμά.
Όμως, η βρώμα και η δολοπλοκία βρίσκονται ακριβώς πίσω από το φως του προβολέα. Τα μεγάλα κεφάλια που ξέρουν πως το σινεμά μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, και γνωρίζουν ταυτόχρονα και πώς να το χρησιμοποιούν προς δικό τους όφελος, εδώ ξεσκεπάζονται. Ο Φίντσερ απογυμνώνει τον κινηματογράφο από το φανταχτερό του πέπλο και δείχνει τα δόντια του βιομηχανικού τέρατος όπως ήταν στις αρχές του, αιμοβόρο, αμείλικτο, αδηφάγο, και όπως είναι και σήμερα. H αποκαθήλωση του Χόλιγουντ και η αποθέωση του κινηματογραφού σε μία ταινία αριστούργημα.
Τεχεράνη 1978. Τελευταίες μέρες του Σάχη. Η εννιάχρονη Μαρζάν Σατραπί, από μικρή ηλικία πνεύμα ανήσυχο και επαναστατικό, σύντομα θα βιώσει την ανατροπή του Σάχη από τον Αγιατολάχ Χομεϊνί, ενώ στην πατρίδα της μέλλει να επιβληθεί θρησκευτικός νόμος, ο οποίος θα περιορίσει τις ελευθερίες των γυναικών, θα τις υποχρεώσει να φορέσουν τη μπούργκα και θα οδηγήσει χιλιάδες αντικαθεστωτικούς στη φυλακή ή ακόμη και στην εκτέλεση. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η μικρή ακόμη Σατραπί ονειρεύεται, ένα κορίτσι χειραφετημένο, πανκ και μέταλ, που προσπαθεί να βρει τον εαυτό της και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της ηλικίας της στην πιο ταραγμένη περίοδο της ιστορίας του Ιράν, με τον πόλεμο μεταξύ Ιράν και Ιράκ να λαμβάνει σταδιακά ανεξέλεγκτες διαστάσεις….
Η ταινία «Περσέπολις» ξεκινά με την προβολή της διαπαιδαγώγησης της Μαρζάν, από τη νηπιακή της ηλικία. Οι γονείς της, μαρξιστές-λενινιστές, καλλιεργημένοι και λάτρεις του «ευ ζην» και του δυτικού πολιτισμού, δεν μπορούσαν παρά να γαλουχήσουν την κόρη τους με τις αρετές του σεβασμού και της ισότητας. Της δίδαξαν να επενδύει στο μυαλό της, με αποτέλεσμα να γίνει αυτοδημιούργητη. Από μαθήτρια μετείχε σε διαδηλώσεις εναντίον του Σάχη, έχοντας βαθιά επιθυμία για ισλαμική επανάσταση, αγνοώντας τη διαρκή αιματοχυσία και οικονομική αιμορραγία που συνεπαγόταν. Η σκληρή θεοκρατική δικτατορία που ακολούθησε μετά την ανατροπή του Σάχη, έθεσε μια νέα πραγματικότητα, με περισσότερες απαγορεύσεις, φόβο και έλεγχο σε κάθε λέξη και κίνηση.
Το γεγονός που στιγμάτισε τη μικρή Μαρζάν, υπήρξε ο θάνατος του αντιφρονούντος θείου της, Ανούς. Τη μεγάλη αγάπη που έτρεφε για τον πολιτικό, ακτιβιστή θείο της, διαδέχτηκε το μίσος για την άδικη σύλληψη και εκτέλεσή του στη φυλακή, λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Ήταν εκείνος που της ζήτησε να συνεχίσει να αγωνίζεται για την εξάλειψη της αδικίας και της καταπίεσης.
Βιώνοντας τις οδυνηρές συνέπειες του πολέμου, τους βομβαρδισμούς, την απώλεια αγαπημένων φίλων, οι γονείς τις συνειδητοποιούν πως η πόλη τους δεν προσφέρει στην κόρη τους τις κατάλληλες ευκαιρίες, ώστε να διευρύνει τους πνευματικούς της ορίζοντες. Γι’ αυτό και στην εφηβεία της φεύγει για την καρδιά της Ευρώπης, τη Βιέννη. Το δελεαστικό, γοητευτικό καθεστώς της δυτικής ελευθερίας σύντομα δε θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της, καθότι θα έρθει αντιμέτωπη με την ξενοφοβία και το ρατσισμό, τη σεξιστική νοοτροπία και τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης. Το παρελθόν της στην Ευρώπη θα καταστεί ζοφερό και καταστροφικό και αυτό σε συνδυασμό με τον “νόστο” που θα αισθανθεί για την πατρίδα της, θα την οδηγήσουν πίσω στην Τεχεράνη, παρ’ όλο που η ίδια αισθάνεται πλέον άπατρις.
Η ιδεολόγος, πρωτοπόρος, ανεξάρτητη Μαρζάν Σατραπί αποτύπωσε τη συντριβή της ταυτότητάς της στη φράση: «Ήμουν Ιρανή στη Δύση, δυτική στο Ιράν». Ικανή υπέρμαχος της ελευθερίας, χάραξε τη δική της πορεία, ζυγίζοντας τις αποτυχίες της, μαθαίνοντας από αυτές, έχοντας άκαμπτη επιμονή και δύναμη να αναλάβει ρίσκο ζωής ως αντίτιμο των επιλογών της. Αγανακτεί με τα σύγχρονα γυναικεία πρότυπα, που προβάλλουν κατά μείζονα λόγο την εμμονή με την εμφάνιση και υποτιμούν το πνεύμα, δημιουργώντας τοιουτοτρόπως προσωπικότητες αδύναμες και ανεκτικές στη σεξιστική προβολή και κριτική.
Η ίδια η Μαρζάν Σατραπί είπε για την ταινία:
Όταν πρωτοεκδόθηκαν τα βιβλία είχα πάρα πολλές προτάσεις ιδίως από την Αμερική. Μου είχαν προτείνει μέχρι και να κάνω μια τηλεοπτική σειρά όπως το Μπέβερλι Χιλς 90210 αλλά και ταινίες όπου η Τζένιφερ Λόπεζ θα έπαιζε τη μητέρα μου και ο Μπραντ Πιτ τον πατέρα μου!! Σκέτη τρέλα. Η αλήθεια ήταν ότι για μένα, είχε κάνει τον κύκλο του το Περσέπολις, αλλά όταν μίλησα με τον Βανσάν (Παρονό) είδα ότι αυτό θα μπορούσε να είναι μια φρέσκια, καινούρια εμπειρία. Από την αρχή είχαμε συμφωνήσει ότι θα ήταν μια ταινία animation. Αν είχαμε κάνει μια ταινία με ηθοποιούς δεν θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Στην καλύτερη περίπτωση θα ήταν μια εξωτική ιστορία, αλλά στη χειρότερη μια ιστορία για τον “Τρίτο Κόσμο”. Διεθνώς τα βιβλία γνώρισαν τέτοια επιτυχία επειδή τα σχέδια ήταν αφηρημένα και ασπρόμαυρα. Νομίζω ότι αυτό βοήθησε τους αναγνώστες από όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, από την Κίνα μέχρι τη Χιλή, να ταυτιστούν.
Όταν έγραφα τα βιβλία έπρεπε να θυμηθώ δεκαέξι ολόκληρα χρόνια της ζωής μου καθώς και περιόδους που ήθελα να ξεχάσω. Ήταν πολύ επίπονη διαδικασία. Το ανέβαλα συνέχεια. Δεν θα μπορούσα να το είχα κάνει μόνη μου. Είχα τρομερή δυσκολία να αρχίσω να γράφω αλλά και να αποστασιοποιηθώ από αυτά τα οποία έγραφα.
Η ταινία δεν παίρνει θέση απέναντι στην κατάσταση του Ιράν, απλώς δείχνει ότι υπάρχουν πάρα πολλές παράμετροι. Πάνω από όλα είναι μια ταινία για την οικογένειά μου, που αγαπώ πάρα πολύ. Αν φυσικά οι θεατές πειστούν ότι οι Ιρανοί είναι άνθρωποι σαν όλους μας, και όχι “Ισλαμιστές φονταμενταλιστές”, “τρομοκράτες” κτλ, θα είμαι περήφανη γιατί έβαλα κι εγώ το λιθαράκι μου σε αυτό τον αγώνα. Άλλωστε, τα πρώτα θύματα του καθεστώτος είναι οι ίδιοι οι Ιρανοί. Μου λείπει πάρα πολύ η πατρίδα μου. Αν ήμουν άντρας θα έλεγα ότι το Ιράν είναι η μητέρα μου και το Παρίσι, η γυναίκα μου.
Το έργο αντιπολεμικό, πολιτικά στοχαστικό, μελαγχολικό μα και σατυρικό ταυτόχρονα, προσπαθεί να ισοροπήσει ανέμεσα στον “απελευθερωμένο” δυτικό πολιτισμό και στις συνθήκες του θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης. Μια εκκεντρική ταινία κινουμένων σχεδίων για ενήλικες που δικαίως έλαβε διθυραμβικές κριτικές, σάρωσε τα βραβεία στο Φεστιβάλ των Καννών και έλαβε υποψηφιότητα για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων.
Η ταινία βαθιά, αληθινή, λιτή και περιεκτική, συνιστά το απόσταγμα του πανανθρώπινου, πάντα επίκαιρου, αγώνα για αλλαγή, για μια πραγματικότητα καλύτερη, στηριζόμενη στον ανθρωπισμό και την ειρήνη. Ενάντια στο φόβο και τη μισαλλοδοξία που καλλιέργησαν οι εξουσίες των κρατών στις καρδιές των πολιτών αυτού του κόσμου. Ενα αριστούργημα ενάντια σε κάθε είδους αυταρχισμό.
Κάποιες συναντήσεις αλλάζουν ζωές. Κάποιες άλλες σώζουν ζωές.
Το “Η Ζωή Μπροστά σου” βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 1975 από τον Γάλλο λογοτέχνη Ρομέν Γκαρί (με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Εμίλ Αζάρ, που αποκαλύφθηκε μετά την αυτοκτονία του το 1981) και είναι η νέα πολυσυζητημένη άφιξη στο Netflix. Στο “Η Ζωή Μπροστά σου” (που είχε μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη και το 1977 από το Μοσέ Μισραχί) επιστρέφει μετά από δεκαετή αποχή από τον κινηματογράφο η θρυλική Ιταλίδα ηθοποιός Σοφία Λόρεν, με σκηνοθέτη και συν-σεναριογράφο τον γιό της, Εντοάρντο Πόντι.
Η ιστορία ακολουθεί την επιζήσασα του Ολοκαυτώματος Μαντάμ Ρόζα, η οποία φροντίζει τα παιδιά των ιερόδουλων. Η Ρόζα θα συναντήσει στο Μπάρι της ιταλικής επαρχίας Πούλια, τον Μόμο (Ιμπραχίμα Γκεγέ), ένα 12χρονο ορφανό από τη Σενεγάλη και θα αναπτύξουν μια συγκινητική και ιδιαίτερη φιλία. Ο Πόντι μετέφερε την ιστορία από το Παρίσι (όπου διαδραματιζόταν στο μυθιστόρημα του Γκαρί) στην Πούλια, για να τιμήσει τις ναπολιτάνικες ρίζες της μητέρας του.
Η Λόρεν χαρακτήρισε το μυθιστόρημα, «μια θλιβερή ιστορία αγάπης και φιλίας ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που τους χωρίζουν η θρησκεία, η φυλή, η ηλικία και η κουλτούρα». Όπως αναφέρει, «οι χαρακτήρες του Γκάρι αποτελούν δυο διαφορετικές πλευρές του ίδιου νομίσματος, καθώς επέζησαν και οι δύο». Η ηθοποιός πιστεύει ότι το κοινό θα βρει σημεία που σχετίζονται με την καθημερινότητά του, μέσα από αυτή την απίθανη ένωση των δύο ανθρώπων. «Ζούμε σε τόσο πολωμένο κόσμο. Αυτή η ιστορία μιλάει για τη σημασία του να είμαστε ορατοί και να ακουγόμαστε, ώστε αν μόνο μάθουμε να δεχόμαστε τις διαφορές μας, οι συνδέσεις που μπορούμε να δημιουργήσουμε, δεν έχουν όρια».
Χαμένη στις σκέψεις τρόμου από το Άουσβιτς, που ξυπνούν απροειδοποίητα, η Ρόζα της Σοφία Λόρεν είναι μια γυναίκα με θέρμη και πόζα, ιδανικός ρόλος για μια ηθοποιό που δεν έχει χάσει τη μοναδική επαφή που ανέκαθεν είχε με την κάμερα, ειδικά στα δακρύβρεχτα κοντινά, όταν ενθαρρύνει τον μικρό ή ζητά τη βοήθειά του για να μην ξεψυχήσει μόνη της σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Στα μάτια της Λόρεν καθρεφτίζεται η παιδική της ηλικία, το φιλόδοξο ξεκίνημά και η ταπεινή ρίζα που δεν ξέχασε ποτέ.
Ο ρόλος της Μαντάμ Ρόζα αποτελεί μια ιδιαίτερη εμπειρία για τη Λόρεν, έναν κύκλο που έκλεισε. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Γκεγέ στο ρόλο του Μόμο έχει περίπου την ίδια ηλικία με τη Λόρεν όταν εκείνη ξεκίνησε την υποκριτική. Ο Πόντι είπε ότι η μητέρα του αναγνώρισε οικεία χαρακτηριστικά στον Γκεγέ. «Στα 15 της χρόνια, η μητέρα μου ήταν ήδη πολύ προετοιμασμένη και πρόθυμη να κάνει τη δουλειά σωστά, πολύ προσεκτική και πολύ υπεύθυνη. Και ο Ιμπραχίμα είχε την ίδια αίσθηση του καθήκοντος να προετοιμαστεί, να σιγουρευτεί ότι όλα ήταν σωστά, να ακολουθήσει τη συμβουλή του σκηνοθέτη, να σιγουρευτεί ότι βρίσκεται στο σωστό σημείο. Πήρε το ρόλο πολύ σοβαρά και νομίζω ότι αυτό ήταν που η μητέρα μου θαύμασε σ’εκείνον».
Ο χαρακτήρας της ηλικιωμένης επιζήσασας των στρατοπέδων συγκέντρωσης και πρώην πόρνης Μαντάμ Ρόζα παραμένει ίδιος, αλλά το νεαρό αγόρι που παίρνει υπό την προστασία της είναι τώρα όχι από την Αλγερία όπως στο βιβλίο και το φιλμ του 77, αλλά από την Σομαλία, έχοντας φτάσει στην Ιταλία διασχίζοντας την Μεσόγειο. Μερικά πράγματα όμως δεν αλλάζουν όσα χρόνια κι αν περάσουν κι ανάμεσα σε αυτά μετράμε τις τύχες των κατατρεγμένων αλλά και την θεραπευτική δύναμη της αποδοχής, της κατανόησης και της αγάπης. Το φιλμ του Πόντι μιλάει ακριβώς για αυτά μέσα από μια απολύτως στρωτή και γραμμική αφήγηση, αλλά ακολουθώντας με προσοχή και σεβασμό τους μηχανισμούς ενός γλυκόπικρου δράματος δίχως ποτέ να βυθίζεται στον υπερβολικό μελοδραματισμό. Ακόμη, μια σειρά από καλογραμμένους -και καλοκάγαθους- χαρακτήρες συμπληρώνουν το παζλ μιας ταινίας, στην οποία οι συναισθηματικές εντάσεις και οι αφηγηματικές αγωνίες ανεβοκατεβαίνουν με τρόπο αναμενόμενο, αλλά όχι ενοχλητικό.
Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν στην Ιταλία, με τον σκηνοθέτη να ξεκαθαρίζει πως η δική του μεταφορά έχει πολλές διαφορές με το φιλμ του 1978, ενώ δήλωνε χαρούμενος για την τρίτη φορά που του δίνεται η ευκαιρία να σκηνοθετήσει τη μητέρα του: «Θέλει να βάλει όλες της τις δυνάμεις για μια ταινία γεμάτη με σωματικές και συναισθηματικές προκλήσεις. Η ενέργεια και το πάθος που βάζει σε κάθε σκηνή είναι πραγματικά ένα υπέροχο θέαμα». Αντίστοιχα, η Λόρεν ανέφερε: «Ο γιος μου με ξέρει πολύ καλά. Ξέρει κάθε εκατοστό του προσώπου, της καρδιάς μου και της ψυχής μου. Θα προχωρήσει στο επόμενο πλάνο μόνο όταν ξέρει ότι έδωσα τον καλύτερό μου εαυτό.»
Η Σοφία Λόρεν σε παλαιότερη εμφάνισή της με τον γιο της, Εντοάρντο Πόντι
Η ταινία “Η Ζωή μπροστά σου” του Πόντι είναι καλοφτιαγμένη και είναι και κινηματογραφική, έχει τον αέρα ενός κλασικού δράματος με θετικό κοινωνικό πρόσημο και μοιάζει φτιαγμένη για να αρέσει σε όσο το δυνατόν περισσότερους θεατές. Μια ταινία που μπορεί να μην φέρνει κάτι καινούργιο στο σινεμά του τώρα μα που είναι καλοδεχούμενη και γιατί όχι χρήσιμη σε έναν κόσμο, όπου η αποδοχή και η αγάπη για τον άλλο δοκιμάζεται συχνά.
Tο “Σινεμά ο Παράδεισος” του Τζουζέπε Τορνατόρε παραμένει ως σήμερα ένα διαχρονικό αριστούργημα αλλά παράλληλα οδηγεί τον θεατή σε μια εσωτερική πάλη ανάμεσα στη νοσταλγία και την αναγκαιότητα του να κοιτάς μπροστά.
Συγχρόνως αποτελεί ίσως την αντιπροσωπευτικότερη ταινία που έγινε ποτέ με θέμα την επιρροή του ίδιου του κινηματογράφου στις μικρές, επαρχιακές κοινωνίες όλου του κόσμου στον 20ό αιώνα. Η έβδομη τέχνη ωθεί τους ανθρώπους να ζουν, να ονειρεύονται, να ταξιδεύουν, να κάνουν έρωτα και να αγαπούν… Αυτό ακριβώς συνέβη και στον πρωταγωιστή της ταινίας, τον Σαλβατόρε ή αλλιώς Τότο.
Πλοκή
Βρίσκόμαστε στη Ρώμη, την δεκαετία του 80. Ο διάσημος σκηνοθέτης Σαλβατόρε Ντι Βίτα γυρίζει σπίτι του, όπου η ερωμένη του του λέει ότι τηλεφώνησε η μητέρα του για να τον ενημερώσει πως πέθανε ο Αλφρέντο. Μετά από 30 χρόνια απουσίας, με αφορμή αυτό το γεγονός, ο Σαλβατόρε αποφασίζει να επισκεφθεί το χωριό του, το Τζιανκάλντο της Σικελίας.
Και τότε αρχίζει μια γλυκόπικρη ιστορική αναδρομή, που ξεκινά από τα παιδικά χρόνια του Σαλβατόρε. Παρ’ ότι η μητέρα του προσπάθησε να τον αποτρέψει, ο μικρός Σαλβατόρε -που τον αποκαλούσαν Τότο- γίνεται θαμώνας του σινεμά της γειτονιάς του, τουCinema Paradiso και σύντομα φίλος με τον άντρα που προβάλλει τις ταινίες, τον Αλφρέντο. Στο πρόσωπο του Αλφρέντο, ο μικρός Τότο, δε βλέπει μόνο τον φίλο και συνεργάτη, αλλά και τον πατέρα, καθώς ο ίδιος είχε χάσει τον δικό του στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Το σινεμά το επισκέπτεται πλήθος κόσμου και γι’ αυτό το λόγο, ο ιερέας, ως αυστηρός εκπρόσωπος της μικρής κοινότητας του χωριού, ζητά από τον Αλφρέντο να κόβει τις κινηματογραφικές σκηνές με τα φιλιά, καθώς τις θεωρεί ανήθικες.
Μία μέρα, δημιουργείται επιπλοκή και η αίθουσα που βρίσκεται ο Αλφρέντο παίρνει φωτιά. Τότε ο μικρός Τότο τρέχει και σέρνει τον Αλφρέντο έξω, σώζοντας τη ζωή του. Ωστόσο, ο Αλφρέντο χάνει μία για πάντα το φως του.
Μετά από μια δεκαετία, ο Σαλβατόρε είναι μαθητής λυκείου και ταυτόχρονα εργάζεται στο Cinema Paradiso, το οποίο ξαναχτίστηκε, προβάλλοντας ταινίες. Ο Σαλβατόρε είναι ερωτευμένος με την Έλενα, την κόρη ενός τραπεζίτη. Μετά από πολλή προσπάθεια κάνουν σχέση, όμως χωρίζουν λόγω της άρνησης του πατέρα της. Ο Σαλβατόρε απογοητευμένος, πηγαίνει στον στρατό και στέλνει συνεχώς γράμματα στην Έλενα, δίχως ανταπόκριση. Όταν γυρίζει στο χωριό του, ο Αλφρέντο τον παρακινεί να φύγει για πάντα από εκεί και να μην ξαναγυρίσει πίσω, ούτως ώστε να εκπληρώσει τα όνειρά του.
Πίσω στο σήμερα, ο Σαλβατόρε γυρίζει στο χωριό του για την κηδεία του Αλφρέντο. Έχει αλλάξει πολύ η όψη της περιοχής και το Cinema Paradiso είναι ένα ερείπιο. Ο ιδιοκτήτης τον πληροφορεί πως έχει κλείσει εδώ και 6 χρόνια και πως σε λίγες μέρες θα το γκρεμίσει ο δήμος για να το κάνει χώρο στάθμευσης.
Ο Αλφρέντο όμως έχει αφήσει κάτι μετά τον θάνατό του για τον Σαλβατόρε, μια σειρά από φιλμς. Γυρνώντας στη Ρώμη, ο Σαλβατόρε προβάλλει τα φιλμς που του άφησε ο Αλφρέντο… Ήταν όλες οι ρομαντικές στιγμές της μεγάλης οθόνης, που είχαν κοπεί με διαταγή του ιερέα και είχε ζητήσει ο ίδιος ο Σαλβατόρε από παιδί στον Αλφρέντο…
Και κάπως έτσι, με τον συναισθηματισμό και το βλέμμα στο μέλλον να συνδυάζονται, το Σινεμά ο Παράδεισος κλείνει μεγαλουργώντας, με το διάσημο μοντάζ των απαγορευμένων φιλιών υπό τους ήχους του Μορικόνε, που γεμίζει πρωταγωνιστή και θεατές με δάκρυα και προτρέπει μέσα από την κάμερα του αλλά και αυτήν των μεγάλων του σινεμά: αγαπήστε, μην ξεχνάτε, προχωρήστε μπροστά.
Το χωρισμένο σε 8 πυκνά μέρη αριστούργημα του Τολστόι «Αννα Καρένινα» (το οποίο ονόμασαν ως «αψεγάδιαστο έργο τέχνης» οι Ντοστογιέφσκι, Φόκνερ και Ναμπόκοφ) έχει από το 1920 πολλές φορές προκαλέσει φιλόδοξους σκηνοθέτες να το μεταφέρουν στην μεγάλη οθόνη όπως του αρμόζει – συμπυκνωμένο, αλλά μεστό, εύστοχο, άρτιο. Εχθρός τους η πολυπλοκότητα των χαρακτήρων και ο βαθύς φιλοσοφικός στοχασμός για την ίδια την ανθρώπινη φύση, τον έρωτα, την πίστη, την τόλμη, τη συνήθεια, την φθορά, τη ζήλια. Είναι σχεδόν αδύνατον να επιτύχει κανείς μία ακέραιη σεναριακή διασκευή που να επικοινωνεί την τραγωδία των ηρώων μέσα σε ένα κινηματογραφικό δίωρο.
Και εδώ έρχεται ο Τζο Ράιτ, μοναδικός εικονοπλάστης και πολυβραβευμένος σκηνοθέτης ταινιών περιόδου, και υπογράφει την τολμηρή, κινηματογραφική μεταφορά του κλασικού μυθιστορήματος του Λέοντος Τολστόι Άννα Καρένινα σε διασκευή του βραβευμένου με Όσκαρ σεναριογράφου Τομ Στόπαρντ. Την οργάνωση παραγωγής, έχει η τρεις φορές υποψήφια για Όσκαρ Σάρα Γκρίνγουντ, τη χαρακτηριστική Μουσική, υπογράφει ο Ντάριο Μαριανέλι, ενώ τα υπέροχα κοστούμια εποχής, επιμελήθηκε η δύο φορές υποψήφια για Όσκαρ Ζακλίν Ντουράν. Και έτσι, η αυτοκρατορική Ρωσία του τέλους του 19ου αιώνα αναβιώνει ολοζώντανα στη μεγάλη οθόνη με αφορμή μια ιστορία ερωτικής προδοσίας, ενός σαρωτικά μεταμορφωτικού παράνομου έρωτα, εικονογραφώντας μοναδικά μια διαχρονική μελέτη στην ανθρώπινη ηθική.
Στην αριστοκρατική Ρωσία του 1874, η Αννα Καρένινα, ενώ είναι παντρεμένη με μεγαλύτερό της, εξέχοντα πολιτικό, τον Αλεξέι Καρένιν, ερωτεύεται έναν νεαρό αξιωματικό του στρατού, τον Κόμη Βρόνσκι, και αποφασίζει να αψηφήσει τις συμβάσεις της ρωσικής αστικής τάξης: εγκαταλείπει τον σύζυγο και τον γιο της για να ζήσει με τον εραστή της. Ομως, η κοινωνική απομόνωση, απότελεσμα της απαξίωση της αριστορκατικής κοινωνίας, συνδυάζεται με την ίσως παράλογη ζήλια που αρχίσει να αναπτύσσεται μέσα της για τον αγαπημένο της Βρόνσκι, και τότε η ηρωίδα αρχίζει να βυθίζεται στην κατάθλιψη. Καθώς η ζήλια και η εμμονή αποδεικνύονται πιο ισχυρές από τον έρωτα, η Άννα Καρένινα σταδιακά οδηγείται στην αυτοκαταστροφή και στο τραγικό της τέλος.
Η παρεξήγηση ετών που ήθελε την Καρένινα θύμα των ανδρών, της οικογένειας και της κοινωνίας, μια γυναίκα που υποφέρει απο τη συνομωσία εναντίον της, εδώ διαλύεται. Την βλέπουμε να αγαπάει, να ποθεί χωρίς όρια, να σοκάρεται απο την ορμή της, να ταλαντεύεται βίαια ανάμεσα στο πάθος για τον εραστή και τη διαφυγή απο τη μια, και απο τη αγάπη της για το γιο της απο την άλλη. Η Καρένινα αν και θα έπρεπε να είναι απωθητική ως μοιχαλίδα, ως γυναίκα που παρατά το παιδί της για χάρη ενός έρωτα, ως μια γυναίκα που κατασπαταλά επιδεικτικά τόσα χρήματα, σκιαγραφείται με τόση αγάπη, που τελικά προκαλεί τον οίκτο αντί την αποστροφή. Είναι μια γυναίκα βαθύτατα διαταραγμένη, που δεν μπορεί να ακολουθήσει την κοινωνική σύμβαση- ο Καρένιν είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να μην ατιμαστούν, να δεχτεί τον εραστή, να αναγνωρίσει το παιδί του εραστή ως δικό του- με μοναδικό όρο να τηρούνται τα προσχήματα. Η Άννα όμως δεν μπορεί να γίνει κάτι που δεν είναι. Θα ακολουθήσει την καρδιά της, θα τα δώσει όλα για τον έρωτα και στιγματίζεται γι’αυτό. Απόδειξη το υπέροχο τελικό πλάνο που καταφέρνει να προσδώσει έναν ανεπαίσθητο οπτισμό στην ταινία, μετουσιώνοντας την τραγική πράξη της Καρένινα σε θυσία, δίνοντας την υπόσχεση μίας ελαφρώς καλύτερης κοινωνίας, δίνωντας την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.
Επίσης, η σημαντική παράλληλη ιστορία του Λέβιν και της Κίτι (που εξηγεί και συμπληρώνει την οπτική περί αισθημάτων του βιβλίου) αναδεικνύεται, εκεί που στα περισσότερα μελοδράματα ερωτικού τριγώνου του παρελθόντος, είχε αποσιωπηθεί, για λόγους ευκολίας παρά οικονομίας. Μάλιστα, είναι τόσο όμορφα σκιαγραφημένη που κάποιες φορές επισκιάζει την ιστορία της Άννας και φέρνει ανισσοροπία στην πλοκή και την ροή του έργου.
Οι ερμηνείες είναι ικανοποιητικές, καθώς οι δύο πρωταγωνιστές είναι πολύ καλοί στους ρόλους τους κανείς δεν κάνει την υπέρβαση. Την Κίρα Νάιτλι την έχουμε δει και σε καλύτερους ρόλους ενώ ο Άαρον Τζόνσον ταιριάζει στο ρόλο, αλλά ερμηνευτικά δύσκολα πείθει ως ενσάρκωση του απόλυτου έρωτα. Αυτός που κλέβει την παράσταση είναι ο εξαιρετικά μετρημένος Τζουντ Λο που δε δαιμονοποιεί τον χαρακτήρα του αλλά μας δίνει έναν ήρεμο, σχεδόν σπαραχτικό Καρένιν. Η ανελευθερία άλλωστε της Άννα, δεν είναι απλά αποτέλεσμα ενός «κακού» συζύγου αλλά ενός πολύπλοκου, συντηρητικού κοινωνικού ιστού που την κρατάει καθηλωμένη.
Ο Ράιτ φιλοτεχνεί με προσοχή και κατάνυξη μία ταινία που υποκλίνεται στο ρωσικό θέατρο. Αυτός είναι ο σκοπός του, πέρα και πάνω από την Καρένινα την ίδια. Μαγεμένος από τον τρόπο που τα επικά λογοτεχνικά μυθιστορήματα «χωρούσαν» σε ξύλινες σκηνές, μίκραιναν και μεγάλωναν με τις ανάσες των ηθοποιών, τις χορογραφίες των κομπάρσων, τις εναλλαγές των σκηνικών και την συνωμοτική αντίληψη των θεατών για την «αλήθεια» μίας φορμαλιστικής αφήγησης, κάνει και εκείνος το ίδιο.
Leo Tolstoi
Ενώ λοιπόν, η αποκλειστικά ρομαντική απόδοση των άλλων μεταφορών απλούστευε κυνικά τον Τολστόι, αυτή εδώ βλέπει την Καρένινα δυναμική, ατελή, λάγνα, σύνθετη, και επιτέλους ενδιαφέρουσα. Η συγκίνηση της ερωτικής ιστορίας, ο πόθος μίας γυναίκας να ζήσει ελεύθερη τα συναισθήματά της και να επαναστατήσει κατά της υποκρισίας των θεσμών δεν αποσιωπείται αλλά περνάει στο παρασκήνιο. Επιλέγοντας αυτήν την άδεια, παρηκμασμένη σκηνή θεάτρου απο την οποία η ταινία βγαίνει προς τον πραγματικό κόσμο και επιστρέφει για να συνδέσει τις σκηνές, καταδεικνύει την συνεχή “παράσταση” των πρωταγωνιστών, μια τεχνητή κατάσταση που υπενθυμίζει πως η ανώτερη αστική τάξη της εποχής μιμούταν την αριστοκρατία της Γαλλίας σε καλούς τρόπους και πρωτόκολλο, διατηρώντας σχιζοφρενικά τις βίαιες ρωσικές αντιδράσεις σε οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Έτσι, ο Τζο Ράιτ κερδίζει το στοίχημα μιας τολμηρής διασκευής σε ένα διαφορετικό ρεαλιστικό τοπίο που υποκλίνεται στην ιδιοφυΐα του Τολστόι και ταυτόχρονα την συμπληρώνει.
Ο Vladimir Nabokov, έχει χαρακτηρίσει την Άννα Καρένινα του Τολστόι «Mία από τις μεγαλύτερες ερωτικές ιστορίες στην παγκόσμια λογοτεχνία». Είναι πράγματι ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, και θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η πνευματική αυτοβιογραφία του Τολστόι, όπως πιστεύεται. Το βιβλίο είναι ένας εμβριθής και σύνθετος στοχασμός πάνω στον παράφορο έρωτα και την ολέθρια απιστία, αλλά κι ένα συγκλονιστικό πανόραμα της ρωσικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, με χαρακτήρες αληθινούς και τρομακτικά οικείους, σε προκαλεί, σε αγγίζει και σε συγκινεί. Αυτό που καταφέρνει η ταινία και είναι και το πιο σημαντικό είναι ότι μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη, με μικρές παραλείψεις και στερήσεις, όλα όσα σου προσφέρει το βιβλίο, όλη την παραστατικότητα και την επική πνοή που διακρίνει όλα τα έργα του Τολστόι. Και έτσι παίρνουμε μία γεύση από την απίστευτη ικανότητά του Ρώσου συγγραφέα να πλέκει τη μυθοπλασία με την πραγματικότητα με έναν αριστουργηματικό τρόπο. ‘Ωστε να καταλάβουμε την ίδια την πραγματικότητα, να αντιληφθούμε τις επιταγές της κοινωνίας, τον έλεγχο της πάνω μας. Ώστε να μάθουμε τι πάει να πει έρωτας, τι πάει να πει ελευθερία, τι πάει να πει θυσία. Ώστε να μάθουμε ποια πραγματικά ήταν η Άννα Καρένινα.
Η “Ρεβέκκα” είναι μία αμερικανική ταινία μυστηρίου. Για πρώτη φορά την απολαύσαμε στη μεγάλη οθόνη, σε σκηνοθεσία Άλφρεντ Χίτσκοκ. Αυτή η παραγωγή του 1940 βραβεύτηκε και με το Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Το κινηματογραφικό αυτό έργο, παραγωγής του Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ, αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος της Δάφνη Ντι Μωριέ, ενώ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους εμφανίζονται οι Λόρενς Ολίβιε, Τζόαν Φοντέιν και Τζούντιθ Άντερσον. Προτάθηκε για 11 βραβεία Όσκαρ, κέρδισε δύο κι αποτελεί τη μοναδική ταινία του Χίτσκοκ που κατάφερε να κερδίσει το πολυπόθητο αγαλματίδιο, καθώς και την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα στο Χόλιγουντ. Ο Χίτσκοκ ήταν για πρώτη φορά στη λίστα των υποψηφίων για το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, αλλά το βραβείο πήγε στο Τζον Φορντ για την ταινία Τα σταφύλια της οργής. Ο μετρ της αγωνίας θα υπήρξε άλλες πέντε φορές υποψήφιος, χωρίς επιτυχία και το 1967 η ακαδημία του παραχώρησε το τιμητικό Όσκαρ για την προσφορά του στον κινηματογράφο.
80 χρόνια μετά, το 2020, η αμερικανική εταιρία Netflix μας χαρίζει το ριμέικ της ταινίας, ένα ακόμη αριστούργημα που δεν έχει να ζηλέψει ( σχεδόν ) τίποτα από το πρωτότυπο έργο. Κι αυτό, διότι το σκηνοθετεί ο Βρετανός Μπεν Γουίτλι, ενώ στους πρωταγωνιστικούς βρίσκονται οι: Λίλι Τζέιμς, Κρίστιν Σκοτ και Άρμι Χάμερ.
Πλοκή
Μια νεαρή συνεσταλμένη γυναίκα, που δεν αναφέρεται ποτέ το όνομά της, η οποία είναι ορφανή και συνοδεύει την πλούσια δεσποτική και καυστική Αμερικανίδα κυρία Βαν Χόπερ στις διακοπές της, στο Μονακό, γνωρίζεται εκεί με τον πλούσιο αριστοκράτη και χήρο Μαξιμίλιαν “Μάξιμ” Ντε Γουίντερ. Η σύζυγος του Μάξιμ, Ρεβέκκα, έχει πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο σε ατύχημα στη θάλασσα. Οι δυο τους ερωτεύονται, και όταν η εργοδότρια της αποφασίζει να φύγουν από το Μονακό, ο Μαξίμ της ζητά κάπως βεβιασμένα να παντρευτούν κι εκείνη δέχεται. Η κυρία Βαν Χόπερ την προειδοποιεί ότι ο Μάξιμ λάτρευε την πρώτη σύζυγό του και της εύχεται καλή τύχη στη νέα ζωή της.
Έτσι φτάνουν μαζί στο Μάντερλεϊ, την έπαυλη του Μάξιμ, όπου η άπειρη δεύτερη σύζυγος προσπαθεί με δυσκολία να προσαρμοστεί στα καθήκοντα της νέας της θέσης και στην πορεία αναπτύσσει έναν φόβο για την κυρία Ντάνβερς, την οικονόμο του σπιτιού και άλλοτε πιστή σύμμαχο της νεκρής Ρεβέκκα, την οποία είχε μεγαλώσει από παιδί. Η νέα κυρία ντε Γουίντερ αρχίζει να πιστεύει ότι η Ρεβέκκα ήταν η τέλεια γυναίκα και ότι ο Μάξιμ τη λάτρευε, κάτι που δεν θα τους αφήσει ποτέ να ευτυχήσουν. Η επίσκεψη του Τζακ Φαβέλ, παρουσιαζόμενου ως ξαδέλφου της Ρεβέκκα, αλλά στην πραγματικότητα εραστή της, κλονίζει την αφηγήτρια και αποφασίζει να πάρει τα ηνία στο σπίτι, δίνοντας εντολή στην κυρία Ντάνβερς να καταστραφούν και να πεταχτούν τα προσωπικά αντικείμενα της Ρεβέκκα, κάτι που εξοργίζει την οικονόμο αλλά το κρύβει.Η σκηνή, όπου η οικονόμος, προκαλεί τη νεαρή γυναίκα να πέσει από το παράθυρο.
Θέλοντας να χαροποιήσει τον σύζυγό της και για να να αποσείσει τη σκιά του παρελθόντος οργανώνει μια γιορτή μεταμφιεσμένων, όπου η κυρία Ντάνβερς την πείθει να φορέσει ένα κοστούμι που εικονίζεται να φορά σε έναν πίνακα η Καρολάιν ντε Γουίντερ, μια πρόγονος του Μάξιμ. Ερήμην της όμως, το κοστούμι αυτό φορούσε και η Ρεβέκκα σε ένα παρόμοιο πάρτι λίγο καιρό πριν πεθάνει και όταν εμφανίζεται στη σάλα με αυτό, ο Μάξιμ οργίζεται και οι καλεσμένοι παγώνουν, οπότε εκείνη συντετριμμένη, αντιμετωπίζει τη κυρία Ντάνβερς για το παιχνίδι που της έπαιξε. Εκείνη της αποκαλύπτει την απέχθεια της και την πεποίθησή της ότι σαν δεύτερη σύζυγος του Μάξιμ προσπαθεί να υποκαταστήσει τη Ρεβέκκα, αλλά είναι ανίκανη για αυτό. Εκμεταλλευόμενη την ψυχολογική κατάσταση της κοπέλας, η οικονόμος την πείθει σχεδόν να αυτοκτονήσει πέφτοντας από το παράθυρο, αλλά διακόπτεται από την σειρήνα ενός πλοίου, που έχει μόλις ναυαγήσει στα βράχια κοντά στην παραλία που γειτονεύει με το Μάντερλεϊ.
Αποκαλύπτεται ότι κοντά στο πλοίο που ναυάγησε βρίσκεται το ναυάγιο ενός άλλου πλοίου, του σκάφους της Ρεβέκκα, και μέσα σε αυτό ένα πτώμα, το πτώμα της Ρεβέκκα. Ο Μάξιμ διηγείται στην αφηγήτρια πως η Ρεβέκκα ήταν μια σκληρή, επιπόλαιη και αδίστακτη εγωίστρια που, αφότου παντρεύτηκαν, του αποκάλυψε το πραγματικό της πρόσωπο και έκαναν μια άτυπη συμφωνία. Εκείνος θα την χρηματοδοτούσε και εκείνη θα κρατούσε το προσωπείο της τέλειας αριστοκρατικής κυρίας, ζώντας παράλληλα τη ζωή που ήθελε και απατώντας τον Μάξιμ κατά συρροή. Όταν του αποκάλυψε ότι είναι έγκυος με παιδί από κάποιον εραστή της και ότι σκόπευε να το μεγαλώσει σαν δικό του, ώστε να κληρονομήσει την περιουσία του, εκείνος όρμησε να τη σκοτώσει αλλά, σκοντάφτοντας κάτω, η Ρεβέκκα πέθανε από ατύχημα. Έτσι έκρυψε το σώμα της στο σκάφος και το βύθισε αναγνωρίζοντας το πτώμα μιας φτωχής γυναίκας ως της Ρεβέκκα και αφήνοντας ένα σημείωμα αυτοκτονίας, που δήθεν έγραψε η Ρεβέκκα.
Η γυναίκα του χαίρεται που δεν αγάπησε ποτέ τη Ρεβέκκα και παρηγορείται για την πιθανότητα να κατηγορηθεί για φόνο ο Μάξιμ. Διενεργούνται ανακρίσεις που με μάρτυρες τον Τζακ Φαβέλ και την κυρία Ντάνβερς προσπαθούν να δείξουν ότι η Ρεβέκκα δολοφονήθηκε. Όμως, ανακαλύπτεται ότι η Ρεβέκκα είχε επισκεφτεί έναν γιατρό ο οποίος της διέγνωσε καρκίνο σε τελικό στάδιο και, αργότερα την ίδια ημέρα, εκείνη ανακοίνωσε δήθεν ότι ήταν έγκυος και προκάλεσε τον Μάξιμ να τη σκοτώσει για να του καταστρέψει τη ζωή, πριν πεθάνει η ίδια. Ο Φαβέλ τηλεφωνεί στην κυρία Ντάνβερς και της αποκαλύπτει ότι η Ρεβέκκα είχε καρκίνο και ότι οι δύο σύζυγοι μπορούν πλέον να ζήσουν ευτυχισμένοι στο Μάντερλεϊ. Εκείνη, έχοντας παρανοήσει, βάζει φωτιά στο Μάντερλεϊ για να μην ζήσουν εκεί ευτυχισμένοι. Η αφηγήτρια σώζεται και συναντά τον Μάξιμ που έχει μόλις φτάσει με αυτοκίνητο, έχοντας δει τις φλόγες από μακριά. Αγκαλιάζονται και η κυρία Ντάνβερς πεθαίνει μέσα στις φλόγες. Η ταινία τελειώνει με ένα κεντητό μονόγραμμα της Ρεβέκκα να καίγεται σε ένα μαξιλάρι.
Η ταινία του 1940
Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, όπως είναι πιθανότατα γνωστό, είχε ένα σύνολο από εξαιρετικά έργα στην περίοδο που βρισκόταν στην Αγγλία. Η τελευταία του μάλιστα ταινία εκεί, «Η Ταβέρνα της Τζαμάικα», ήταν βασισμένη και αυτή, όπως και η «Ρεβέκκα» σ’ ένα βιβλίο της Δάφνης ντι Μωριέ, συγγραφέως που ο σκηνοθέτης επισκέφθηκε ξανά και στα «Πουλιά» του 1963.
Ο Ντέιβιντ Ο’ Σέλζνικ, ο μεγιστάνας παραγωγός που την ίδια χρονιά (1939) ολοκλήρωνε το έπος του «Όσα Παίρνει ο Άνεμος», που θα χαρακτήριζε την φήμη του και θα στιγμάτιζε το μετέπειτα έργο του, κάλεσε τον Χίτσκοκ για μια μεταφορά του τραγικού ναυαγίου του «Τιτανικού». Το σχέδιο όμως “ναυάγησε” και ο Σέλζνικ ζήτησε από τον Χίτσκοκ την «Ρεβέκκα».
Η ταινία, όπως λέει ο ίδιος ο σκηνοθέτης και στην περίφημη συνέντευξή του στον Φρανσουά Τριφό, «δεν είναι ταινία Χίτσκοκ». Εν μέρει έχει δίκιο. Πώς θα ήταν δυνατόν άλλωστε, με τη φήμη του υπερεπεμβατικού Σέλζνικ και των ποταμιαίων μνημονίων του που επέβαλλαν στους σκηνοθέτες «του» από τα σκηνικά και τα κοστούμια, μέχρι την διεύθυνση των ηθοποιών και την τροπή του σεναρίου.
Ωστόσο η «Ρεβέκκα», πέραν της αναπόφευκτης λόγω στούντιο και Χίτσκοκ πληρότητάς της, διέθετε πινελιές εδώ κι εκεί που χαρακτήριζαν το ως τότε έργο του σκηνοθέτη. Πινελιές που στην μετέπειτα πορεία θα αποκρυσταλλώνονταν στο αμίμητο στυλ του.
Η ταινία του 2020
Η επιτυχία του ριμέικ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη σκηνοθετική δεινότητα του Γουίτλι. Με την αρωγή της τεχνολογίας του 21ου αιώνα, ο ομοεθνής του Χίτσκοκ έδειξε ότι σεβάστηκε τον πρώτο διδάξαντα και ακολούθησε τα βήματά του, ως ένα σημείο.Το χρώμα της εικόνας, δε ζημείωσε καθόλου την πλοκή και το αίσθημα μυστηρίου, αντιθέτως “φώτισε” τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των πρωταγωνιστών.
Όσο για τους πρωταγωνιστές, ηΚρίστιν Σκοτ Τόμας συναγωνίζεται σε ερμηνευτική ικανότητα την Τζούντιθ Άντερσον, που είχε κερδίσει τότε μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου.
Η Λίλι Τζέιμς, ακόμη, στον ρόλο της αδέξιας συζύγου, που βυθίζεται στον υποτιθέμενο καλό κόσμο της Βρετανίας του ’30 τα καταφέρνει περίφημα.
Το τέλος της ιστορίας του Χίτσκοκ πιο άμεσο και ποιητικό από το «αμερικανοποιημένο» φινάλε του Γουίτλι, όμως ακόμη κι έτσι το ριμέικ δεν χάνει τη βαρύτητά του έναντι του πρωτότυπου.
Το φάντασμα της Ρεββέκας, η ενσάρκωση δια της απουσίας της του απόλυτου αριστουργήματος, δεν τρόμαξε τον Μπεν Γουίτλι, που έκαψε όπως το «Μάντερλεϊ», τη ρήση της Σύλβιας Πλαθ: «Η τελειότητα είναι τρομερή, δεν μπορεί να κάνει παιδιά»… Και απέδειξε ότι κανείς δεν είναι τέλειος, αλλά όλοι μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι. Και η «Ρεββέκα» του, (ίσως όχι καλύτερη από εκείνη του Χίτσκοκ, αλλά…) κατάφερε να σταθεί στο ύψος της!