Στέφαν Τσβάιχ, ένας πολυδιαβασμένος ανθρωπιστής

Η ζωή του

Ο Στέφαν Τσβάιχ υπήρξε ένας από τους πιο παραγωγικούς και πιο γνωστούς, ακόμα και όσο ζούσε συγγραφέας του 20ου αιώνα. Ήταν γιος του Μόριτς Τσβάιχ, πλούσιου Εβραίου υφασματοβιομηχάνου και της Ίντα Μπρετάουερ , κόρης ιουδαϊκής οικογένειας τραπεζιτών. Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, όπου το 1904 έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα με διατριβή στη φιλοσοφία του Ιππολύτου Ταΐν. Η εβραϊκή θρησκεία ελάχιστα επηρέασε την οικογενειακή ζωή και τη μόρφωσή του. «Η μητέρα και ο πατέρας μου ήταν εβραϊκής καταγωγής μόνο στα χαρτιά» δήλωσε αργότερα σε μια συνέντευξη. Ωστόσο, ο ίδιος δεν αποκήρυξε την εβραϊκή πίστη του και έγραψε επανειλημμένως άρθρα σχετικά με την εβραϊκή ζωή.

Continue reading “Στέφαν Τσβάιχ, ένας πολυδιαβασμένος ανθρωπιστής”

Μνήμες μικρού μήκους: ένας αγώνας ανάμεσα στην θύμηση και την λήθη

Αντί προλόγου

Μνήμην θ’ απάντων, μουσομήτορ’ εργάνην. Ο Αισχύλος βλέπει την μνήμη ως τη γενεσιουργό αιτία των πάντων, ιδίως της ίδιας της τέχνης. Η μνήμη δεν είναι απλώς η μούσα των μουσών, είναι και το στοιχείο εκείνο που προσδίδει στο άτομο την ταυτότητά του, που το διαχωρίζει από τα υπόλοιπα, που το προσωποποιεί. Ταυτόχρονα, όμως διαδραματίζει και ρόλο ενοποιητικό, συνεκτικό όταν αποκτά μια συλλογική διάσταση. Εκτός όλων αυτών συνιστά το αντίπαλον δέος της λήθης. Εγγύς μεν η ση περί πάντων λήθη, εγγύς δε η πάντων περί σου λήθη. Στο πέρασμα των χρόνων πολλοί καλλιτέχνες από τον Μαβίλη ως τον Νταλί και τον Ναμπόκοφ ως τον Μπαλζάκ πάλλονται μεταξύ των δύο αυτών δυνάμεων, καταλήγοντας πότε στην μία και πότε στην άλλη πλευρά.

Continue reading “Μνήμες μικρού μήκους: ένας αγώνας ανάμεσα στην θύμηση και την λήθη”

Ό,τι έγινε. Άνθρωποι και φαντάσματα της Μαρίας Λαϊνά

Αντί προλόγου

Παρά την αδιαμφισβήτητα σημαντική παρουσία της Μαρίας Λαϊνά στα γράμματα, τόσο μέσα από το ποιητικό όσο και από το συγγραφικό και μεταφραστικό της έργο, η πρώτη μου επαφή με τον ποιητικό της κόσμο συντελέστηκε πρόσφατα, μέσω της ποιητικής της συλλογής “Ό,τι έγινε. Άνθρωποι και φαντάσματα” που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους από τις εκδόσεις Πατάκη. Θα επιχειρήσω, λοιπόν, μιλώντας για την συλλογή της αυτή να σας περιηγήσω στην ποιητική της χώρα όπως την γνώρισα μέσα από από τις λέξεις, την στίξη ή την παντελή έλλειψή της και τον απόηχο που άφησαν όλα αυτά στην ψυχή μας μετά από πολλές αναγνώσεις και πισωγυρίσματα στις σελίδες του βιβλίου και του μυαλού μας.

Continue reading “Ό,τι έγινε. Άνθρωποι και φαντάσματα της Μαρίας Λαϊνά”

Η Επινόηση της Φύσης: Ο Νέος Κόσμος του Αλεξάντερ φον Χούμπολτ

Λίγα λόγια για το έργο

Σε αυτή την διαφωτιστική βιογραφία, ακολουθώντας τον Χούμπολτ στα συναρπαστικά του ταξίδια, η Άντρεα Βουλφ φέρνει στην επιφάνεια την αξιοσημείωτη ζωή του Χούμπολτ. Μέσα σε αυτή ο αναγνώστης θα έχει την μοναδική ευκαιρία να αντιληφθεί την πρόβλεψή του Χούμπολτ για την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή, τις τολμηρές του αποστολές στις ψηλότερες κορυφές της Νότιας Αμερικής και τις μολυσμένες με άνθρακα στέπες της Σιβηρίας.

Continue reading “Η Επινόηση της Φύσης: Ο Νέος Κόσμος του Αλεξάντερ φον Χούμπολτ”

Η γενιά του αίματος και της οργής: η αρχή μιας αναμενόμενης τριλογίας

Η Γενιά του Αίματος και της Οργής αποτελεί το συγγραφικό ντεμπούτο της Νιγηριανής-Αμερικανής συγγραφέα Tomi Adeyemi και το πρώτο μέρος στην τριλογία «Η Κληρονομιά της Ορίσα». Είναι ένα έργο που θα καθηλώσει τους λάτρεις της φαντασίας και όχι μόνο τόσο σαν βιβλίο όσο και κατά την αναμενόμενη μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη.

Εκδοθέν ήδη από το 2018-2019 κατέκτησε αμέτρητες υποψηφιότητες και άλλα τόσα βραβεία εκείνης της περιόδου. Τα δικαιώματα για την ταινία πωλήθηκαν αμέσως, ενώ το συμβόλαιο που έκλεισε η Adeyemi με τον εκδοτικό οίκο ήταν ένα από τα πιο προσοδοφόρα που έχουν υπογραφεί ποτέ στον τομέα της νεανικής λογοτεχνίας . Μετά την μεγάλη επιτυχία που σημάδεψαν έργα όπως οι “Αγώνες Πείνας” ή το “Divergent”, έργα της νεανικής λογοτεχνίας που μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο σε παρόμοιο μοτίβο, η πορεία του βιβλίου αυτού θα λέγαμε πως ήταν κάπως προδιαγεγραμμένη.

Η Adeyemi έχτισε τον κόσμο της Ορίσα με βάση την κουλτούρα της Δυτικής Αφρικής, της Νιγηρίας και της φυλής των Γιορούμπα. Εξάλλου το γεγονός ότι η συγγραφέας έχει εντρυφήσει στον αφρικανικό πολιτισμό είναι αισθητό σε όλο το βιβλίο. Οι καταπιεστικές συμπεριφορές απέναντι στην πρωταγωνίστρια μοιάζουν να σχετίζονται με τα πρόσφατα γεγονότα των δολοφονιών των έγχρωμων διαδηλωτών από αστυνομικούς στις ΗΠΑ, αν και το βιβλίο είχε γραφτεί κάποια χρόνια νωρίτερα. Παραμένει, ωστόσο, και αναδεικνύεται πιο επίκαιρο από ποτέ. Ο θυμός, η οργή, η δύναμη που αποπνέει είναι απαραγνώριστα στοιχεία ενός συγγράμματος με ένταση συναισθήματος και ανησυχία. Το μυθιστόρημα είναι μια κραυγή αγωνίας που αντιτίθεται στις ζοφερές καταστάσεις των ημερών μας. Αυτό είναι, εξάλλου, που καθιστά τη Γενιά του Αίματος και της Οργής ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία για το είδος που εκπροσωπεί των τελευταίων ετών. Άλλωστε, η λογοτεχνία δεν είναι αποκλειστικά συνυφασμένη με τον λυρισμό και με το ωραίο. Η τέχνη του λόγου υπηρετεί την αλήθεια, την όποια αλήθεια. Δεν διστάζει να στηλιτεύει το γίγνεσθαι, να επιχειρεί να διορθώσει τα κακώς κείμενα, να μάχεται. Η πένα της Adeyemi είναι λες και φτιάχτηκε για την μάχη αυτή.

Πριν από έντεκα χρόνια σε μια περιοχή που ονομάζεται Ορίσα ο Βασιλιάς Σαράν, αμείλικτος και ιδιαίτερα σκληρός εξαπέλυσε μια επίθεση που έμεινε γνωστή ως η Επιδρομή, τέλεσε ουσιαστικά μια γενοκτονία αφανίζοντας όσους μάγους ζούσαν εκεί. Δεν αρκέστηκε μόνο στους μάγους. Μαζί τους σκότωσε και τους θεούς. Κάθε σύνδεσμος με το παρελθόν και τους προγόνους εκείνη την μέρα χάθηκε . Ο Σαράν αποφάσισε να χαρίσει τη ζωή στα παιδιά που ήταν κάτω των δεκατριών ετών, αφού το χάρισμα της μαγείας θα εκδηλωνόταν σε αυτά αργότερα. Τα παιδιά αυτά ονομάστηκαν μεταφυσικοί. Ξεχώριζαν ακόμη από τους απλούς ανθρώπους, τους κοσιντάν, όχι μόνο λόγω των λευκών μαλλιών τους αλλά και της τεράστιας κενότητας στην ψυχή τους. Για το καθεστώς ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, περιθωριοποιημένη και συχνά θύματα κρατικών και μη βαναυσοτήτων. Οι συλλήψεις, οι ξυλοδαρμοί, οι φόροι ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο.

Στο περιβάλλον αυτό ανατάφηκε η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Ζελί, επίσης μεταφυσική. Μεγάλωσε σε ένα ψαροχώρι με τον πατέρα της και τον μεγαλύτερο αδερφό της, που και οι δυο ήταν κοσιντάν . Έχασε την ημέρα της Επιδρομής την μητέρα της, την δολοφόνησαν στρατιώτες του Βασιλιά μπροστά στα μάτια της. Έκτοτε τους μισεί θανάσιμα. Αν δεν υπήρχε στην ζωή της ο αδελφός της, Τζάιν, να την σώζει από όλες τις ταραχές που από μικρή μπλεκόταν, όντας παρορμητική και οξύθυμη, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά για εκείνη. Προς το παρόν ζούσε μια φυσιολογική ζωή μέχρι να μπει στην ζωή της η πριγκίπισσα Αμαρί, που δραπέτευσε από το παλάτι και από τον άγριο πατέρα της, παίρνοντας μαζί της ένα αντικείμενο που έχει την ικανότητα να επιστρέφει τη μαγεία σε όποιον το αγγίζει. Αυτό το τρομερό αντικείμενοθα μπορούσε να επαναφέρει την μαγεία σε όλη την Ορίσα.

Η Ζελί μαζί με τον προστάτη της Τζάιν και την Αμαρί θα ξεκινήσουν ένα μακρύ και άκρως επικίνδυνο ταξίδι αναζήτησης απαντήσεων. Θέλουν την επιστροφή της μαγείας, αυτήν που πεισματικά αρνείται το καθεστώς . Αυτό αποκρυσταλλώνεται στο πρόσωπο του διαδόχου πρίγκιπα Ινάν, που τους καταδιώκει ανελέητα, σε κάθε τους βήμα. Κατά το κυνηγητό αυτό θα γνωρίσει τον έρωτα και την καταστροφή και θα κληθεί να παλέψει με τους δαίμονές του.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αρχικά από τη Ζελί, την Αμαρί και τον Ινάν, κάνει το κείμενο ζωντανό και μας επιτρέπει να γνωρίσουμε καλύτερα τους χαρακτήρες και να διεισδύσουμε στην ψυχοσύνθεσή τους . Ο κόσμος που πλάθεται γύρω από τα πρόσωπα είναι πλούσιος και μαγικός, προσεγμένος ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Οι σκέψεις των ηρώων, η ηθική τους, οι αμφιβολίες τους, τα συναισθήματα είναι δυνατά. Αυτό που κυριαρχεί, βέβαια, είναι το αίσθημα της αδικίας και της αγανάκτησης. Ο αναγνώστης που βλέπει στα μάτια των ανθρώπων της Ορίσα τον σημερινό μας κόσμο σε κάθε μια σελίδα επαναστατεί, ταυτίζεται. Η δράση και η περιπέτεια απλώνεται σε όλο το έργο, το οποίο μας κρατά αφοσιωμένους σε αυτό διαρκώς. Παράλληλα, οι χαρακτήρες είναι ρεαλιστικοί και φυσικοί, με τα ελαττώματα και τα προτερήματά τους. Η Ζελί είναι μια μαχήτρια, είναι γενναία και δυναμική, χωρίς το θάρρος να καταλήγει σε θράσος ή οίηση. Στον αντίποδα, η Αμαρί ξεκινά ως πιο εύθραυστη, ευαίσθητη, καλόκαρδη και φοβισμένη. Σταδιακά ωριμάζει, φανερώνει το πείσμα και την σταθερότητά της που συμπληρώνει η εξυπνάδα και η διορατικότητα του Τζάιν. Ο Ινάν είναι ο πιο ενδιαφέρων, ίσως, χαρακτήρας, ένας άνθρωπος που συγκρούεται αδιάλειπτα με τον ίδιο του τον εαυτό, αφού οι επιθυμίες του είναι αντιφατικές.

Η Ορίσα είναι ένα μεν φανταστικό μέρος αλλά δεν απέχει σημαντικά από τον πραγματικό μας κόσμο. Το σκούρο χρώμα δέρματος θεωρείται κατώτερο, ενώ οι πιο ανοιχτές αποχρώσεις πιο επιθυμητές, “ανώτερες”. Όποιος έχει χαρακτηριστικά διαφορετικά από τα κοινώς αποδεκτά καταλήγει παρίας, εξόριστος της κοινωνίας, όπως οι μεταφυσικοί. Βιώνουν την απόρριψη, τον ρατσισμό, την μισσαλλοδοξία. Όμως, όλα αυτά έχουν έδρα τον φόβο, τον φόβο για την διαφορετικότητα. Πρέπει να θυμόμαστε, ωστόσο, πως η μαγεία, όπως και στο βιβλίο φωλιάζει ακριβώς στις διαφορετικές από τις συνηθισμένες ψυχές αυτές. Και αν οι υπόλοιποι δεν το αναγνωρίζουν, πρέπει να αγωνιστούμε όπως η Ζελί , ώστε να το καταστήσουμε σαφές.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ιβίσκος στο πλαίσιο των κυκλοφοριών διεθνών best sellers! Παρά τον όγκο του, το χαρτί που έχουν επιλέξει είναι αρκετά ελαφρύ ώστε να διαβάζεται εύκολα. Η μετάφραση της Σύλιας Ζωιοπούλου δίνει μια όμορφη πνοή στο κείμενο, ενώ το εξώφυλλο και η γενικότερη επιμέλεια του έργου είναι προσεγμένα και ελκυστικά για τον αναγνώστη. Αν και μπορεί να συγκαταλεχθεί στην νεανική λογοτεχνία είναι ένα ανάγνωσμα για όλους όσους αγαπάμε την δράση, την δυστοπία και τα συγγράμματα με μηνύματα διαχρονικά και αξεπέραστα! Με ανυπομονησία περιμένουμε το δεύτερο μέρος, τη Γενιά της Αρετής και της Εκδίκησης μετά το ανατρεπτικό, θα λέγαμε, τέλος του πρώτου βιβλίου!

«Μια γυναίκα δεν είναι άνθρωπος»: η σύγχρονη καταγραφή των έμφυλων διακρίσεων

Οι εκδόσεις Ιβίσκος εγκαινίασαν πρόσφατα τη νέα τους σειρά με θέμα τα Διεθνή Best Sellers. Στο πρώτο της μυθιστόρημα «Μια γυναίκα δεν είναι άνθρωπος» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ιβίσκος σε μετάφραση της Τέσυ Μπάιλα, η Ετάφ Ρουμ καταγράφει μέσα από την εξιστόρηση της ζωής τριών γενεών γυναικών που κατάγονται από την Παλαιστίνη αλλά ζουν στην Αμερική τις δυσκολίες και τα προβλήματα με τα οποία έρχονται αντιμέτωπες, την βία και τις διακρίσεις που υφίστανται και τον εσωτερικό αγώνα για να τα υπερβούν. Πρόκειται για μια ειλικρινή αφήγηση που πάλλεται ανάμεσα στην τιμή και την προδοσία, την βία και την αγάπη, την αντίσταση και την υποταγή, τα μυστικά και την αλήθεια. Ας δούμε, όμως, πιο αναλυτικά πως διαπλέκονται οι ζωές των χαρακτήρων και τα κρίσιμα εκείνα στοιχεία που καταφέρνει με την καθαρή γραφή και το γλαφυρό της ύφος να αναδείξει η συγγραφέας μέσα από τις πορείες τριών γυναικών που δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από την ίδια και από πολλές άλλες ακόμα ανά τον κόσμο σήμερα.

Βρισκόμαστε στην Παλαιστίνη του 1990, μια χώρα που έχει βασανιστεί τα προηγούμενα χρόνια από τις αλλεπάλληλες διαμάχες και τον πόλεμο. Η δεκαεπτάχρονη Ισρά, πρωτότοκη μιας Παλαιστινιακής οικογένειας, μεγαλώνει εγκλωβισμένη σε ένα σπίτι αυταρχικό και απρόσωπο, υπηρετώντας τον πατέρα και τα μικρότερα αδέλφια της, υπομένοντας τις καθημερινές εργασίες, την ενδοοικογενειακή βία και την παντελή έλλειψη στοργής και αγάπης. Νιώθει σαν ένα βάρος από το οποίο οι υπόλοιποι πασχίζουν να απαλλαγούν. Όχι μόνο ο βίαιος πατέρας της Γιάκομπ, αλλά και η εύθραυστη και σιωπηλή μητέρα της. Εκείνη προτιμά να χάνεται στον κόσμο των βιβλίων, ήσυχη και υποτακτική καθώς είναι ή μάλλον σωστότερα καθώς την μεγάλωσαν να είναι, προσπαθώντας να ικανοποιήσει τους πάντες, πλην του εαυτού της. Σαν καταφύγιο έχει το διάβασμα και τις προσευχές της. Η ζωή της, ωστόσο, σύντομα ανατρέπεται αφού οι γονείς της αρχίζουν να της αναζητούν μνηστήρες. Δεν αντιστέκεται, δεν θα μπορούσε άλλωστε, ακόμα και αν γνωρίζει ότι είναι πολύ μικρή για έναν γάμο που θα την εγκλωβίσει σε ένα άλλο σπίτι.

Η νέα της καταπίεση θα πάρει την μορφή του συζύγου της Αντάμ και της πεθεράς της Φαρίντα. Χωρίς να το αντιληφθεί, μια εβδομάδα μετά θα βρίσκεται παντρεμένη σε μια συνοικία Μπρούκλιν, εκεί όπου έχει μεταναστεύσει η επίσης παλαιστινιακής καταγωγής οικογένεια του άντρα της. Η ελπίδα ότι η ζωή της θα αλλάξει προς το καλύτερο, ότι θα κατορθώσει για βρει στο απλανές βλέμμα του άντρα της την αγάπη που αναζητούσε, ότι αν ικανοποιούσε την οικογένειά του, εκείνη θα την αποδέχονταν άρχισε να ωχριά την στιγμή που γεννά το πρώτο της παιδί, την Ντεγιά. Αντί για το πολυπόθητο αγόρι που ο πρωτότοκος γιος έπρεπε να εξασφαλίσει για να μοιραστεί μελλοντικά τα οικογενειακά βάρη και να συνεχίσει το όνομα, έρχεται στον κόαμο η Ντεγιά και ύστερα από αυτήν οι τρεις ακόμα αδελφές της. Αντιμέτωπη με την δυναμική και χειριστικά πεθερά της, έρμαια στα σχόλια της σκληροπυρηνικής κοινότητας, στην επιθετικότητα του συντρόφου της, ταπεινωμένη και μόνη, μακριά από την πατρίδα της, η Ισρά μετατρέπεται σε μια τραγική φιγούρα της γυναικείας μοίρας, σε μια πιστή ακόλουθου μιας ζωής στην οποία δεν είχε καμία επιλογή.

Στον αντίποδα, η Φαρίντα, η πεθερά της Ισρά φαίνεται μια δυναμική και σκληρή γυναίκα που διαφεντεύει ένα ολόκληρο σπιτικό, τους τρεις γιους της, τον Αντάμ, τον Ομάρ, τον Αλί, την κόρη της Σάρα, τις νύφες της, ακόμα και τον άνδρα της τον Χαλέντ. Αν και πολυμήχανη και πανούργα, η Φαρίντα μένει προσκολλημένη σε οπισθοδρομικές αραβικές παραδόσεις προσπαθώντας με νύχια και με δόντια να κρατήσει ζωντανή της κουλτούρας της χώρας την οποία εγκατέλειψε. Δεν είναι αυτός ο αυτοσκοπός της. Κύριό της μέλημα θα έλεγε κανείς πως είναι η επίτευξη του κοινωνικώς αποδεκτού για την οικογένειά της. Θέλει να εξασφαλίσει τα παιδιά της οικονομικά, να τα παντρέψει, να εξασφαλίσει πως θα έχουν απογόνους. Είναι μεροληπτική απέναντί τους, ωθώντας στο περιθώριο την Σάρα και καταπιέζοντας τον Αντάμ που καλείται να σηκώνει όλα τα βάρη της οικογένειας την στιγμή που οι άλλοι δυο γιοι της αδιαφορούν. Την ίδια τακτική ακολουθεί και στην ανατροφή των εγγονών της παρά τα χρόνια που περνούν, την βία και τις κακουχίες που η ίδια είχε βιώσει πρώτα στα στρατόπεδα των προσφύγων μετά την Ισραηλινή εισβολή και αργότερα από τον αλκοολικό σύζυγό της.

Παράλληλα με τις δικές τους αφηγήσεις ξεδιπλώνεται η ζωή της μεγαλύτερής της κόρης, της Ντεγιά. Η γιαγιά της που μετά τον θάνατο των γονιών της σε τροχαίο δυστύχημα έχει αναλάβει εξ’ ολοκλήρου την ανατροφή τους κατά τα αυστηρώς αραβικά και ισλαμικά πρότυπα την πιέζει να παντρευτεί ενώ εκείνη ονειρεύεται να περάσει στο κολλέγιο. Εκείνη αδυνατεί να της εναντιωθεί και να επιβληθεί, οπότε υπομένει τον Γολγοθά των συναντήσεων με υποψήφιους μνηστήρες και του ναυαγίου των ονείρων της. Χάνεται, όπως και η μητέρα της στον κόσμο των βιβλίων. Δεν έχει από που να κρατηθεί γιατί ακόμα και οι αναμνήσεις από τους γονείς της είναι πολύ επώδυνες. Παρά το νεαρό της ηλικίας και την αδύνατή της μνήμη, η Ντεγιά είχε γίνει μάρτυρας των εντάσεων, της επιθετικότητας του πατέρα της, της κατάθλιψης που βίωνε η μητέρα της. Αυτές οι μνήμες την καθορίζουν και δεν μπορεί να απαλλαχθεί από αυτές. Την θλίβουν και τις δημιουργούν την εντύπωση πως η ευτυχία είναι κάτι ουτοπικό ή έστω κάτι για το οποίο αυτή δεν είναι πλασμένη. Το μοναδικό που της δίνει ευχαρίστηση, καθώς το σχολείο είναι η μόνη της διέξοδος είναι, πλην των βιβλίων είναι η παρέα με τις αδελφές της, τις οποίες αγαπά και προστατεύει από το παρελθόν, ενώ εκείνη πασχίζει να το ξεθάψει.

Πολύ σύντομα, το βιβλίο θα πάρει μια διαφορετική τροπή. Μια γυναίκα από το παρελθόν θα μπει στη ζωή της, θα δώσει στην Ντεγιά την επιλογή και θα οδηγήσει τα βήματα της σε ένα αναπάντεχο μονοπάτι καταιγιστικών ανακαλύψεων και ανατροπών που συνταράζουν την νεαρή ηρωίδα και εμάς τους αναγνώστες. Η Ντεγιά θα έρθει αντιμέτωπη με ένα παρελθόν σκοτεινό, με μια αλήθεια που τις απέκρυπταν και ταυτόχρονα θα επαναστατήσει για να σώσει εαυτό και τις αδελφές της από την προκαθορισμένη τους μοίρα, από το νασίμπ τους. Αν θα τα καταφέρει μένει να το ανακαλύψουμε μόνοι μας.

«Άκουσε με, θυγατέρα. Ανεξαρτήτως του πόσο μακριά από την Παλαιστίνη θα πας, η γυναίκα θα είναι πάντα γυναίκα

Η ασθματική ροή του βιβλίου είναι καθαρά κινηματογραφική με σκηνές να εναλλάσσονται, με χωροχρονικά ταξίδια ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, την Παλαιστίνη και το Μπρούκλιν, την Ντεγιά, την Ισρά και την Φαρίντα. Δεν λείπουν οι έντονες ανατροπές, το σασπένς και η αγωνία που αυξάνεται κορυφώνεται σταδιακά σε σημείο που ο αναγνώστης να δυσκολεύεται να το αφήσει από τα χέρια του. Η γραφή είναι λιτή, καθημερινή, βρίθει ζωντανών διαλόγων, παραστατικών και αληθοφανών περιγραφές συναισθημάτων, ενεργειών, ανθρώπων και καταστάσεων. Η δυναμικότητα αυτή είναι και εμφανής στη μετάφραση της Τέσυ Μπάιλα επιτρέπει την αποτύπωση στο χαρτί των έντονων ψυχολογικών διακυμάνσεων των ηρώων. Η ηθογραφία του αραβικού κόσμου της Παλαιστίνης και της προσφυγιάς, οι προλήψεις, οι θεοκρατικές αντιλήψεις που δεν είναι μόνο στοιχείο του Ισλάμ υπερβαίνει την οικογένεια που περιγράφει το βιβλίο και αγγίζει πολλές ακόμα οικογένειες που ζουν υπό αυτές τις συνθήκες όχι μόνο στην Αμερική αλλά και ανά τον κόσμο. Ο έξυπνος τρόπος γραφής και η γρήγορη εκτύλιξη της πλοκής κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη σε όλη τη διάρκεια της αναγνωστικής διαδικασίας.

Στο ντεμπούτο της, που έγραψε μόλις στα 30 της χρόνια, η Αμερικανίδα – Παλαιστίνια Ετάφ Ρουμ αντλεί από τα προσωπικά της βιώματα, καθώς και η ίδια μεγάλωσε στην παλαιστινιακή κοινότητα του Μπρούκλιν, βρέθηκε παντρεμένη σε γάμο από προξενιό στα 19 της και με δύο παιδιά μέχρι την ηλικία των 23, κατόρθωσε όμως να αψηφήσει τις κοινωνικές επιταγές της οικογένειας και της κουλτούρας της, να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, και εν τέλει να αφήσει τον σύζυγό της, να πάρει διαζύγιο και να βρει την ελευθερία της. Με τον ελλοχεύοντα κίνδυνο η μαρτυρία της να εκληφθεί ως προδοσία προς την κοινότητά της και ως διαιώνιση των στερεοτύπων για τη μουσουλμανική θρησκεία και οικογένεια, η Rum σπάει τον κύκλο σιωπής και, με ατόφια και εκκωφαντικά ειλικρινή φωνή, μιλά για την καθημερινότητα στις αραβικές οικογένειες, για τον προκατασκευασμένο έμφυλο ρόλο των γυναικών, η ζωή των οποίων περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το νοικοκυριό και την τυφλή υποταγή στις ανδρικές επιθυμίες, για τους κατά συρροήν βιασμούς που λαμβάνουν χώρα ενδοσυζυγικά, αλλά και για τη φρίκη της ενδοοικογενειακής βίας και της κουλτούρας ενοχοποίησης του θύματος και αποσιώπησής της, ιδίως εντός των κόλπων μιας συνεκτικής κοινότητας.

Η Ρούμ καταγράφει την εμπειρία της μετανάστευσης και της προσφυγιάς, από τον τρόμο της ισραηλινής κατοχής στην Παλαιστίνη, της καθημερινότητας των οδοφραγμάτων, του περιορισμού μετακινήσεων και του αδιάκοπου φόβου για τη ζωή, μέχρι την άφιξη στη «Χώρα της Ελευθερίας» και τη συνεχή προσπάθεια προσαρμογής στις συνήθειες, τα ήθη και τον πολιτισμό του δυτικού κόσμου. Οι μουσουλμάνες γυναίκες καλούνται διαρκώς να μην ξεχωρίζουν από τη δυτικοποιημένη μάζα, να μην γίνουν παρίες, αλλά ταυτόχρονα ούτε και «Αμερικανίδες», να μην ντροπιάσουν την κοινότητά τους, να μη θίξουν την τιμή και την υπόληψη της οικογένειάς τους. Οι σάρκινοι χαρακτήρες, άλλοτε έρημοι και φιμωμένοι πλέον αποκτούν φωνή στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος.

Το μυθιστόρημα της Ετάφ Ρουμ δεν είναι απλά ένα βιβλίο που περιγράφει μια οικογενειακή σάγκα. Δεν είναι ένα στείρο φεμινιστικό ανάγνωσμα που στρέφεται κατά της ισλαμικής θρησκείας και των παλαιστινιακών εθίμων. Δεν εμφορείται με μίσος ή με οργή. Είναι μονάχα μια ιστορία γυναικών που πασχίζουν να χαράξουν το δικό τους μονοπάτι στη ζωή και να εκφράσουν τις ατομικές τους επιθυμίες μέσα στα πλαίσια της αραβικής τους κουλτούρας και στον απόηχο της σκανδαλώδους ενδοοικογενειακής βίας στην κοινότητά τους. Είναι ένας απολογισμός ζωής, ενόψει των έμφυλων διακρίσεων, μια κραυγή αγωνίας για την θέση της γυναίκας όχι μόνο στο Ισλάμ και στην Παλαιστίνη, όχι πριν 30 και 10 χρόνια, αλλά σήμερα και πάντα. Είναι μια διείσδυση στα ανείπωτα, στον γυναικείο ψυχισμό, μια διαμαρτυρία ενάντια σε ένα σύστημα αδιανόητο για το οποίο και ο δυτικός κόσμος εθελοτυφλεί. Δεν ενδίδει σε μελοδραματισμούς και σε άσκοπες κατηγορίες. Άντρες και γυναίκες είναι όλοι θύματα ενός μεγαλύτερου τέρατος το οποίο τροφοδοτούν οι οπισθοδρομικές αντιλήψεις, οι προκαταλήψεις, οι παρερμηνείες της θρησκείας. Όμως, μέσα σε αυτά τα μάτια που έχουν μάθει να κοιτούν στο πάτωμα θα βρεθούν οι φλόγες που θα ξεκινήσουν την επανάσταση.

«[…]να φιμώνουμε τη φωνή μας. Μας δίδαξαν ότι η σιωπή μας θα μας σώσει. Στην πατρίδα μου κρατάμε αυτές τις ιστορίες για τον εαυτό μας. Το να τις πούμε στον έξω κόσμο είναι κάτι το ανήκουστο, επικίνδυνο, η έσχατη ντροπή».

Διαβάζοντας το έργο θα έρθουμε σε επαφή με το έλεο και τον φόβο πριν από την τελική κάθαρση και θα πάρουμε μερικά στοιχεία, έστω και μονόπλευρα, από έναν πολιτισμό διακρίσεων που ανθεί ολόγυρά μας, όχι απαραίτητα μόνο στον ισλαμισμό αλλά ενδεχομένως, μέχρι πολύ πρόσφατα ίσως, πολύ κοντά μας. Η ιστορία αυτή δεν πρέπει να λείπει από καμία βιβλιοθήκη. Ιδίως από την βιβλιοθήκη εκείνη ανθρώπων ανοιχτόμυαλων που δεν φοβούνται να έρθουν αντιμέτωποι με μελανά σημεία των συστημάτων που μας περιτριγυρίζουν. Αυτοί είναι που θα κληθούν, εξάλλου, να τα μεταβάλλουν.

Έχει ήδη διακριθεί στο εξωτερικό ως μπεστ σέλερ των New York Times, έχει συμπεριληφθεί ανάμεσα στα δέκα βιβλία που προτείνονται για τον Μάρτιο στη Washington Post, έχει προταθεί ως το καλύτερο μυθιστόρημα γυναίκας συγγραφέα του 2019 σύμφωνα με το Marie Claire, καλύτερο βιβλίο του καλοκαιριού σύμφωνα με το Newsweek, καλύτερο βιβλίο της εβδομάδας στην εκπομπή USA Today, ως «Ένα βιβλίο που είναι δύσκολο να το αφήσεις κάτω» σύμφωνα με τη Washington Book Review, έχει βρεθεί ανάμεσα στα 29 καλύτερα βιβλία του μήνα στο Refinery, ανάμεσα στα «Τέσσερα βιβλία που δεν μπορούσαμε να αφήσουμε κάτω τον προηγούμενο μήνα» στο Buzzfeed News, ανάμεσα στους καλύτερους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς του πρώτου εξαμήνου του 2019 στο Electric Lit 20 και ανάμεσα στα «Βιβλία που ανυπομονούμε να αποκτήσουμε το 2019» του The Millions.

Πηγές:

https://www.culturenow.gr/mia-gynaika-den-einai-anthropos-h-kraygi-ton-fimomenon-gynaikon/

Ένας φορητός παράδεισος του Roger Robinson

Όλα τα γεγονότα που βλέπουμε να διαδραματίζονται στον Νέο Κόσμο από την περσινή άνοιξη μέχρι και σήμερα, το κίνημα «Black Lives Matter», τις αναταραχές που ακολούθησαν τις Αμερικανικές εκλογές είναι σίγουρο πως θα αφήσουν το σημάδι τους στην λογοτεχνία του μέλλοντος όπως το άφησαν ήδη στην ιστορία. Την σκέψη αυτή έρχεται να διαταράξει η βραβευμένη με «T. S. Eliot» συλλογή ποιημάτων του Roger Robinson, με τίτλο «Ένας Φορητός Παράδεισος» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κείμενα και σε πολλούς από εμάς ενδέχεται να φανεί εξαιρετικά επίκαιρη. Δεν αναλώνεται, ωστόσο, σε μια ποιητική αναπαράσταση ιστορικών γεγονότων, δεν γράφτηκε, εξάλλου, ενόψει αυτών. Στόχος της είναι περισσότερο να αναδείξει την οικουμενική και διαχρονική δίψα του ανθρώπου για την ζωή, για την αγάπη για την αντίσταση σε οτιδήποτε τον αδικεί και τον καταδυναστεύει.

Και αν τα ζόρια σου είναι αδιάκοπα και καθημερινά, πήγαινε σ’ ένα άδειο δωμάτιο –σ’ ένα ξενοδοχείο, σ’ έναν ξενώνα, σε μια καλύβα– βρες μια λάμπα και άδειασε τον παράδεισό σου πάνω σ’ ένα τραπέζι: την ξανθή άμμο σου, τους πράσινους λόφους και τα φρέσκα ψάρια. Φώτισέ τα με τη λάμπα σαν μια νέα ελπίδα πρωινή και μείνε να τα κοιτάς μέχρι να αποκοιμηθείς.

Ήδη ο τίτλος της ποιητικής συλλογής και η όμορφη επιλογή του εξωφύλλου από τις εκδόσεις μας προδιαθέτει για το περιεχόμενο του έργου, για τα μηνύματα που κρύβονται ανάμεσα στους στίχους και πίσω από τον όμορφο λόγο του καλλιτέχνη. Ο Robinson φιλοσοφώντας φωναχτά και ποιητικά καταλήγει στο συμπέρασμα πως υφίσταται ο δρόμος προς την επίγεια ευτυχία. Όλοι μας θα μπορούσαμε να τον ακολουθήσουμε. Αυτό που μας τον στερεί είναι τα εμπόδια που θέτει η ταξική κοινωνία στην οποία ζούμε και οι μισαλλόδοξες αντιλήψεις και πρακτικές που έχουν εμπεδωθεί σε αυτήν. Ο δρόμος γίνεται δύσβατος εξαιτίας του ρατσισμού που είναι έκδηλος παντού, του μίσους, του σεξισμού, της ωμής βίας απ’ όπου και αν αυτή προέρχεται και όπου και αν απευθύνεται.

Σε αυτόν τον δρόμο του παραδείσου που κουβαλάμε όλοι μέσα μας δεν έχουν καμία θέση τα υλικά αγαθά και η συσσώρευσή τους είναι άκαρπη. Αυτό που έχει σημασία κατά την ανθρωποκεντρική ματιά του Roger Robinson είναι ο άνθρωπος με τις ιδιαιτερότητες, τα προβλήματα, την περιέργειά του, το χιούμορ, το πνεύμα του. Αυτό ακριβώς απαθανατίζουν οι τέχνες- στο κάτω κάτω- την ανάγκη του για ζωή, για επαφή, για απόλαυση, για επικοινωνία. Ο ποιητής τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά και θυμώνει για το τροχοπέδη της αδικίας που απλώνεται ανάμεσα στους ανθρώπους και δεν τους επιτρέπει να αντιληφθούν τις ομοιότητές τους, την κοινή τους αγάπη και επιθυμία για ζωή και εξέλιξη. Δεν διστάζει να κατηγορήσει για αυτό την καθεστηκυία τάξη, με τα κακώς κείμενά της, με την ασυδοσία και την βιαιότητά της απέναντι στην ομορφιά και την ζωή.

Σταδιακά ο θυμός αυτός γίνεται έντονος, μετατρέπεται σε μια οργή. Η οργή του όμως δεν είναι άγονη. Ο Robinson δεν εκτοξεύει βόμβες, εκτοξεύει λέξεις που γνωρίζει ότι είναι πολύ πιο δυνατές από τις πρώτες. Δεν κατηγορεί, συναισθάνεται το φορτίο του άλλου. Εντοπίζει μέσα από όλες τις διαφορές πόσο ίδιοι είμαστε, πως φοβόμαστε το ίδιο, πως ανησυχούμε το ίδιο, πως αγαπάμε το ίδιο. Και μας καλεί έμμεσα να κάνουμε το τελευταίο όλο και περισσότερο. Πρόκειται για μια ποίηση σύγχρονη, αιχμηρή, επίκαιρη αλλά την ίδια στιγμή βαθιά συναισθηματική και ανθρώπινη. Μην την χάσετε!

Ο Roger Robinson γεννήθηκε το 1967 στην Αγγλία, απ’όπου έφυγε στα τέσσερά του για τον τόπο της καταγωγής του, το Τρινιντάντ για να επιστρέψει στα δεκαεννιά του στο Λονδίνο. Η πρώτη του ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε το 2012. Η συλλογή του «Ένας φορητός παράδεισος» τιμήθηκε το 2019 με το υψηλού κύρους βραβείο T.S Eliot. Σ’ αυτή τη συλλογή, όπως είπε ο ίδιος, διαβάζουμε τα ποιήματα ενός Βρετανού με την ευαισθησία ενός κατοίκου του Τρινιντάντ. Ο Robinson ήταν ο βασικός τραγουδιστής και αφηγητής στα κομμάτια του σχήματος King Midas Sound στο άλμπουμ τους «Waiting For You» του 2009, και το 2015 κυκλοφόρησε το «Dis Side Ah Town», ένα άλμπουμ εντυπωσιακού λυρισμού με αναφορές στην dub και την ρέγκε του τόπου καταγωγής του. Θεωρείται ένας από τους πιο σπουδαίους ποιητές της γενιάς του και έχει συμμετάσχει σε performances και εικαστικές συνθέσεις σε πολλά μουσεία και ιδρύματα τέχνης (Theatre Royal Stratford East, the National Trust, London Open House, the National Portrait Gallery, LIFT, Tate, Barbican Centre).

Διαβάστε και ακούστε ένα ποίημα από την συλλογή εδώ:

https://dromospoihshs.home.blog/2020/12/23/roger-robinson-a-poem-from-a-portable-paradise/

Πηγές:

https://www.monopoli.gr/2020/12/04/books/436134/enas-foritos-paradeisos-tou-roger-robinson-apo-tis-ekdoseis-keimena/

www.lifo.gr

https://stagona4u.gr/index.php/component/k2/item/10245-two-powerful-poems-by-roger-robinson

Οι μάγισσες του Σάλεμ: η αληθινή ιστορία πίσω από το θεατρικό έργο

Σε αυτό το έργο θα μεταφερθούμε το 1692 στο Σάλεμ, ένα μικρό χωριό στην επαρχία της Μασαχουσέτης. Κατά το 17ο αιώνα στην αποικία της Μασαχουσέτης, όπως και στις περισσότερες πουριτανικές αποικίες στο Νέο Κόσμο, υπήρχε η πεποίθηση στους κατοίκους ότι βρίσκονταν σε διαρκή μάχη με το Σατανά. Επίσης, η αντιμαχία του Σάλεμ Βίλατζ με τη γειτονική Σάλεμ Τάουν, μια πρόσφατη επιδημία ευλογιάς και ο φόβος της επίθεσης από πολεμικές φυλές ιθαγενών δημιούργησαν ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας. Είχε προηγηθεί το κυνήγι μαγισσών στην Ευρώπη, οπότε ο φόβος για πιθανή “μόλυνση” του Νέου Κόσμου ήταν εμφανής.

Η ιστορία ξεκινά όταν η Ελίζαμπεθ Πάρις (Μπέτι), και η προστατευόμενη , Άμπιγκεϊλ Ουίλιαμς, άρχισαν να παρουσιάζουν περίεργα συμπτώματα, τα οποία κανείς γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει. Τα συμπτώματα περιλάμβαναν κραυγές, βλασφημίες, σπασμούς, μυστήριες επικλήσεις και κατάσταση έκστασης και σύντομα παρατηρήθηκαν και σε άλλα κορίτσια της πόλης. Έτσι ο αιδεσιμότατος Σάμιουελ Πάρις, πατέρας της Μπέτι, αφού φέρεται να έπιασε επ’ αυτοφόρω τα κορίτσια στο δάσος να χορεύουν ζήτησε βοήθεια και από γειτονικές πόλεις. Ο φιλάργυρος, όπως παρουσιάζεται, πρώην έμπορος και νυν ιερέα αλλά και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης άρχισαν να πιέζουν τα κορίτσια να κατονομάσουν τους ανθρώπους που καταπιάνονταν με «έργα του Διαβόλου». Σύντομα και η Άννα Πούτναμ, ένα ακόμα μέλος μιας ευυπόληπτης οικογένειας, θα εμφανίσει παρόμοια συμπτώματα. Και οι δύο γονείς της, με τραγικό πρόσωπο την μητέρας της που πίστευε πως ο θάνατος των 7 νεογνών της οφείλεται σε επέμβαση του σατανά θα στραφούν κατά της μαγείας και ιδίως των προσώπων που πίστευαν ότι εμπλέκονταν σε αυτή. H Άμπιγκεϊλ είναι παράφορα ερωτευμένη με τον αγρότη Τζον Πρόκτορ, που την έχει προηγουμένως απορρίψει και έχει επιλέξει να ζήσει με την γυναίκα του.

Πρώτο θύμα αυτού του κυνηγιού υπήρξε αν μη τι άλλο, μια ξένη, η Τιτούμπα, ινδιάνα σκλάβα που είχε γεννηθεί στη Νότια Αμερική και είχε φέρει μαζί του ο ιερέας από τα νησιά Μπαρμπάντος, γνώστρια της μαγικής λατρείας της Obeah. Τα κορίτσια του χωριού την επισκέπτονταν συχνά την Τιτούμπα προκειμένου να τις φέρει σε επαφή με πνεύματα. Εξαιτίας της πίεσης που της άσκησαν, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι ήταν η υπεύθυνη για την κατάσταση των κοριτσιών. Μαζί της συνελήφθησαν ακόμα δύο γυναίκες. Η Σάρα Γκουντ ήταν επαίτης, κόρη ενός Γάλλου ξενοδόχου, που αυτοκτόνησε όταν η ίδια ήταν έφηβη ακόμα και η Σάρα Όσμπορν ήταν μία κατάκοιτη ηλικιωμένη, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν εκκλησιαζόταν και είχε νομικές αντιμαχίες με την οικογένεια Πούτναμ. Σύντομα, ξεκίνησαν οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ των κατοίκων. Δύο δικαστές έφτασαν στην πόλη: ο Τζον Χάθορν κι ο Τζόναθαν Κόργουιν, ενώ λίγους μήνες μετά στήθηκε στο χωριό δικαστήριο με επικεφαλής τον δικαστή Γουίλιαμ Στάουτον, ο οποίος περιγράφεται ως χωρίς οίκτο και με δίψα για την εξουσία.

Τραγικά είναι τα πρόσωπα εκείνων των ανδρών που προσπαθούν να σώσουν τις γυναίκες τους από την αγχόνη. Ο Τζιλ Κόρεϊ και ο Τζον Πρόκτορ εναντιώθηκαν στην σύλληψη των γυναικών τους που επήλθε κατόπιν καταθέσεων των νεαρών κοριτσιών και ιδίως της Μαίρη Γουόρεν, η οποία ήταν υπηρέτρια στο αγρόκτημα των Πρόκτορ. Η εναντίωση στην απόφαση του δικαστή επέφερε και στην στοχοποίησή τους. Ενώ ο Πρόκτορ έπεισε τον Γουόρεν να ομολογήσει τις ψευδείς της κατηγορίες ενώπιον του δικαστηρίου, η νεαρή Άμπιγκεϊλ που εποφθαλμιούσε τον Πρόκτορ την μετέπεισε, ώστε να κατηγορήσει και εκείνον για παρόμοιες ενέργειες.

Ο μη εκκλησιασμός του τις Κυριακές, οι διακηρύξεις περί μη πίστης στον διάβολο και το γεγονός πως το ένα εκ των παιδιών του δεν είχε βαπτιστεί ήταν αρκετές ενδείξεις για να κατηγορήσουν και εκείνον για μαγεία. Αφού παραδέχθηκε για να υποστηρίξει περαιτέρω την σύζυγό του πως είχε νιώσει σφοδρή επιθυμία για την νεαρή Άμπιγκεϊλ και αυτός ήταν ο λόγος που η γυναίκα του την έχει διώξει από το σπίτι τους, η θέση του επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο. Ανάλογη κατάληξη είχε και ο Κόρεϊ. Κατόπιν αυτόν συνελήφθησαν, ενώ η γυναίκα του Ελίζαμπεθ Πρόκτορ αφέθηκε ελεύθερη, καθώς ήταν έγκυος. Ο Κόρεϊ πέθανε αφού τον καταπλάκωσαν με πέτρες, χωρίς να ομολογήσει πως υπηρετούσε τον σατανά μήτε όμως και το αντίθετο. Έτσι, απεβίωσε σαν Χριστιανός και τα παιδιά του δεν έχασαν το κληρονομικό τους δικαίωμα στο κτήμα του. Ο Πρόκτορ, ενώ κλήθηκε να υπογράψει πως είχε δει τον διάβολο και είχε εργαστεί για αυτόν, δεν ομολόγησε ποτέ τελικά και κρεμάστηκε, όπως και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αφήνοντας πίσω τα παιδιά και την σύζυγό του, στην οποία τελικά αποδόθηκε χάρη.

Οι δίκες τερματίστηκαν με την επιστροφή του κυβερνήτη Γουίλιαμ Φιπς στη Μασαχουσέτη από τον πόλεμο, ο οποίος απένειμε χάρη στους φυλακισμένους. Όμως το γεγονός λειτουργεί μέχρι σήμερα ως μια θλιβερή υπενθύμιση του πού μπορεί να οδηγήσουν η απομόνωση και ο θρησκευτικός φανατισμός. Μια μελέτη του 1976 (Science) την «υστερική» συμπεριφορά των κατηγορούμενων στο κυνήγι μαγισσών του Σάλεμ αποδίδει σε ένα παράσιτο της σίκαλης, το εργότιο, που απελευθερώνει την ψυχοτρόπο ουσία λυσεργικό οξύ (το οποίο χρησιμοποιείται και στην παρασκευή LSD). Άλλα σενάρια που έχουν προταθεί είναι ότι έπασχαν από ληθαργική εγκεφαλίτιδα, μια νόσο που μετέδιδαν τα ζώα και τα πτηνά, ή από τη νόσο Lyme. Μπορεί όμως επίσης να ήταν ψυχοσωματικά συμπτώματα της κοινωνικής απομόνωσης που βίωναν εκείνοι οι άνθρωποι στην ήδη απομονωμένη Νέα Αγγλία. Κάποιοι μελετητές επισημαίνουν τις διαφορές μεταξύ των κατηγορούμενων και των κατηγόρων, οι οποίες προφανώς έκαναν τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Οι περισσότεροι από τους κατηγορούμενους ζούσαν στα νότια και πολλοί από αυτούς ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τους κατηγόρους τους. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κατηγορίες κατά οικογενειών είχαν ως αποτέλεσμα περιουσιακά κέρδη για τους κατηγόρους. Επίσης, κατήγοροι και κατηγορούμενοι είχαν διαφορετικές τοποθετήσεις σε εκκλησιαστικά ζητήματα τα οποία είχαν προκαλέσει διχασμό στο χωριό πριν το ξέσπασμα της υστερίας.

Ο Άρθουρ Μίλλερ πήρε την γνωστή αυτή ιστορία και την μετέτρεψε σε ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα θεατρικά έργα. Ανέβασε to 1953 στο Μπρόντγουεϊ το έργο του «The Crucible», το οποίο βραβεύτηκε με Βραβείο Τόνι. «Ένα έργο για την ατομική συνείδηση και την κοινωνική τυραννία που βιώνει κάθε πολιτισμός και κάθε γενιά» θα σημειώσουν οι New York Times. Ο ίδιος ο Μίλλερ θα πει: «Όταν η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη ο φόβος παίρνει υπόσταση. Οι άνθρωποι του Σάλεμ έβλεπαν τον εαυτό τους σαν κάτοχο μιας ανώτερης αλήθειας. Αν το φως αυτής της αλήθειας έσβηνε, πίστευαν πως θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου. Όταν έχετε έναν ιδεολογικό κόσμο που θεωρεί τον εαυτό του τόσο αγνό, είναι φυσικό να τείνετε προς τα άκρα». Ένα έργο οικουμενικό και επίκαιρο σαν αυτό δεν μπορούσε παρά να κατακρίνει τον ρατσισμό και τον φανατισμό οποιαδήποτε μορφή αυτός λαμβάνει. Εξάλλου, η Τιτούμπα ως εξιλαστήριο θύμα έγινε σύμβολο της εποχής που έζησε και δημιούργησε ο Μίλλερ που χαρακτηριζόταν από βία και έμφυλες διακρίσεις ιδίως κατά του εγχρώμου πληθυσμού της Αμερικής. Είχε στόχο να καταγγείλει την αντικομουνιστική υστερία που επικράτησε στις ΗΠΑ την εποχή του μακαρθισμού και οδήγησε στη φυσική ή στην ηθική εξόντωση απλών πολιτών, ιδεολόγων και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου.

Αλλά ο Μίλλερ δεν έμεινε μόνο σε μια πολιτική και κοινωνική καταγγελία. Διείσδυσε βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή και με άγγελο τον Πρόκτορ ξεπέρασε εκπληκτικά το ιστορικό επεισόδιο που έχει δεχτεί για υπόδειγμά του. Ο ήρωας, κουβαλώντας μια προσωπική αμαρτία, αυτή της συζυγικής απιστίας, που ακόμα και αν δεν παίρνει σάρκα και οστά, ζούσε στην σκέψη του πρέπει προτού χάσει τη ζωή του να εξασφαλίσει την συγγνώμη της γυναίκας του αλλά και την προσωπική του κάθαρση. Αγωνίζεται να μην χάσει την ψυχή του, αφού είχε ήδη με την παραδοχή της απιστίας σπιλώσει το όνομά του. Οι δραματικοί του μονόλογοι είναι συνταρακτικοί και αποκρυσταλλώνουν ευαγώς την αγωνία ενός ανθρώπου να μετανοήσει, να αλλάξει πορεία στην ζωή του που βλέπει να τελειώνει χωρίς σημαντικό λόγο. Γινόμαστε μάρτυρες της μεταστροφής, του Γολγοθά του και της θυσία του. Θυσιάζει την ζωή του για να κρατήσει αμόλυντη από τον δογματισμό την ψυχή του.

Στην Ελλάδα, ανέβηκε στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου μόλις δυο χρόνια αργότερα το 1955 κι έγινε γνωστό με τον τίτλο «Δοκιμασία (Οι μάγισσες του Σάλεμ)». Εμείς παρακολουθήσαμε την παράσταση “The crucible”, η οποία ανέβηκε το 2014 στο θέατρο Old Vic σε σκηνοθεσία του Yaël Farber και με πρωταγωνιστή τον Richard Armitage.

Πηγές:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B5%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%A3%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BC

https://www.culturenow.gr/oi-magisses-toy-salem-toy-arthoyr-miler-sto-theatro-emporikon/

https://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BC-%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%B1

https://sputniknews.gr/epistimi/202006217565526-oi-magisses-tou-salem-oi-daimonismenes-gynaikes-oi-exofrenikes-dikes-oi-varvares-ekteleseis/

«Ο αναρχικός τραπεζίτης » ένας σύγχρονος σωκρατικός διάλογος

Το διήγημα του πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσόα Ο αναρχικός τραπεζίτης πρωτοδημοσιεύτηκε το 1922 και πραγματεύεται, με το ύφος των σωκρατικών διαλόγων, την πολυεπίπεδη προβληματική της θεωρίας του αναρχισμού, της ελευθερίας και της τυραννίας. Μπορεί το διήγημα να γράφτηκε πριν σχεδόν από έναν αιώνα αλλά δεν παύει η ιδεολογία από την οποία εμφορείται, το βαθύ του νόημα και οι φιλοσοφικές του απολήξεις να μας αγγίζουν μέχρι σήμερα, αφού το όραμα του τραπεζίτη, η πολυπόθητη αποτίναξη μιας τυραννίας τόσο προσωπικής όσο και συλλογικής, ένα δυσεπίλυτο ζήτημα, ίσως την σημερινή εποχή μοιάζει πιο απίθανη από ποτέ. Ζώντας στον ασφυκτικό κλοιό μιας παγκόσμιας κλίμακας πανδημίας, ενός κράτους που διαρκώς ενισχύει την αστυνόμευση και μιας κοινωνίας πρόθυμης να θυσιάσει τα πάντα στο βωμό του χρήματος και να καθυποτάξει την ουσία και την αξία στο ευτελές και την ποσότητα, το διήγημα μας αγγίζει, μας αφορά, μας αλλάζει.

Ο συγγραφεάς γεννήθηκε στην Λισαβόνα στις 13 Ιουνίου 1888 και απεβίωσε στις 30 Νοεμβρίου 1935. Την παραμονή του θανάτου του σημειώνει από την κλίνη του νοσοκομείου “Δεν γνωρίζω τι θα φέρει το μέλλον”. Αυτό που το μέλλον έφερε αναμφισβήτητα είναι η καταξίωσή του ως ενός από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου αιώνα. Έζησε τη ζωή του στα όρια της ανυπαρξίας και δημοσίευσε ελάχιστο μέρος του τεράστιου και πολλές φορές ανολοκλήρωτου έργου του. Ελάχιστα γεγονότα συνθέτουν την βιογραφία του: ο θάνατος του πατέρα του, η μετακόμιση με την νέα του οικογένεια στην Αφρική, η αγγλική του παιδεία, η επιστροφή του στη Λισαβόνα, η εργασία του ως αλληλογράφου σε εμπορικούς οίκους, ένας έρωτας και η μοναχικότητα που τον χαρακτήριζε. Ο Πεσόα υπογράφει το έργο του με το όνομά του αλλά και με άλλα 72 καταγεγραμμένα ετερώνυμά του, μοναδική περίπτωση στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κύριοι συντελεστές σε πρωτοτυπία αλλά και παραγωγικότητα είναι οι εξής 4 ετερώνυμοί του: Αλμπέρτο Καέιρο, ποιητής του “Φύλακα των κοπαδιών”, ο εκκεντρικός ναυπηγός μηχανικός Αλβάρο ντε Κάμπος, ποιητής της “θαλασσινής ωδής” και του “Καταστήματος φιλικών”, ο επικούρειος, στωικός κλασικιστής συνθέτης ωδών Ρικάρντο Ρέις και, τέλος, ο Μπερντάντο Σοάρες, συγγραφέας του Βιβλίου της Ανησυχίας. Και κεντρικό πρόσωπο ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσόα, ο ποιητής του “Μηνύματος”, ο διηγηματογράφος του “Αναρχικού τραπεζίτη”, ο θεατρικός συγγραφέας ενός ανολοκλήρωτου Φάουστ, ο οποίος ορίζει την τέχνη του δηλώνοντας: “Προσποίηση είναι του ποιητή η τέχνη”.

Εκείνος, λοιπόν, ο συγγραφέας με τα χίλια πρόσωπα, στο παρόν διήγημά του τοποθετεί στον ρόλο του Σωκράτη τον “αναρχικό τραπεζίτη”, γνωστό μεγαλοεπιχειρηματία και σημαίνον πρόσωπο, συνδυασμός ιδιοτήτων που αρχικά φαντάζει αντιφατικός. Ήδη από τον τίτλο, που θα χαρακτηρίζαμε οξύμωρο, προμηνύεται αυτή η διττότητα στην προσωπικότητα και την στάση ζωής του πρωταγωνιστή. Ίσως να είναι αυτό ακριβώς που τραβά τον συνομιλητή, τον αναγνώστη δηλαδή, που δεν είναι άλλος από εμάς και εσάς να καθίσει νοερά στο τραπέζι και να ακούσει τον λόγο του με δέος αλλά κυρίως με περιέργεια. Εμείς, λοιπόν, δεχτήκαμε αυτή την πρόσκληση ή μάλλον πρόσκληση να παρακολουθήσουμε αυτόν τον μονόλογο, τον ορμητικό, από τον οποία ξεπηδά μια ολόκληρη κοσμοθεωρία μέσα από βιβλίο σε μετάφραση του Αλέξανδρου Ζαγκούρογλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αργοναύτης.

Αρπάξαμε στα χέρια μας αυτό το ολιγοσέλιδο, μεστό όμως σε ιδέες και νοήματα βιβλίο και ο λόγος ξεκίνησε. Με επιμονή ο τραπεζίτης προσπαθεί να μας πείσει ότι η αναρχία δεν είναι κάτι ουτοπικό, αλλά κάτι απτό και υλοποιήσιμο. Κηρύσσοντας την μη πίστη του σε οτιδήποτε δεν προέρχεται από την φύση και συνεπώς στην απόρριψη των κοινωνικών θεσμών, στους οποίους συγκαταλέγει την οικογένεια, τον γάμο, την θρησκεία, εκμυστηρεύεται πως αυτό που επιδιώκει είναι η αποτίναξή τους. Ο αναγνώστης ξαφνιάζεται με τις διακηρύξεις αυτές που προέρχονται ειδικά από το στόμα ενός ανθρώπου που είναι υπηρέτης του συστήματος. Η έκπληξη αυτή γίνεται ο κινητήριος μοχλός προκειμένου να συνεχίσει να παρακολουθεί τις απόψεις που να αποκαλύπτονται.

Συνεχίζει πληροφορώντας μας πως προερχόμενος από την εργατική τάξη γρήγορα κατέληξε πως ο μόνος τρόπος να έρθει αντιμέτωπος με τους θεσμούς και να τους καταρρίψει ήταν η πνευματική καλλιέργεια. Ωστόσο, κάτι τέτοια θα τον καθιστούσε παθητικό αναρχικό, άνθρωπο του παρασκηνίου. Αυτός ο ρόλος δεν θα τον κάλυπτε, αφού ήταν γεννημένος άνθρωπος της δράσης. Στο σημείο αυτό ο Πεσόα φαίνεται να επιρρίπτει την ευθύνη για παθητική αντίσταση στους ανθρώπους του συναφιού του, στους συγγραφείς. Αλλά ο τραπεζίτης μας δεν είναι φυσικά σαν αυτούς. Προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του κατέληξε να συσπειρωθεί με άλλους ανθρώπους που μοιράζονταν την ίδια θεώρηση του κόσμου. Με όπλο το μυαλό και την συνεργασία σταδιακά να ήταν αυτή που θα παρακινούσαν την επανάσταση, Προηγουμένως έχει καταστήσει σαφές πως μια τέτοια επανάσταση δεν θα έπρεπε να γίνει μαζικά και εξαναγκαστικά, αλλά να είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του συνόλου των πολιτών. Διαφορετικά, θα προέκυπτε μια νέα μορφή τυραννίας που θα διέφερε σημαντικά από την προηγούμενη. Με δρομοδείκτη την ελευθερία επιλογής θεώρησε πως η συνεργασία ομοϊδεατών θα είχε ως αποτέλεσμα την ενστάλαξη σε μέρος του πληθυσμού της ανάγκης για αλλαγή που από μόνη της θα επέφερε την πολυπόθητη επανάσταση. Γρήγορα διαπίστωσε, όμως, ένα σημαντικότατο πρόβλημα.

Στην διαδικασία κατάργησης της τυραννίας, μέσα από την ομαδική λειτουργία, μια νέα τυραννία γεννιόταν, μια τυραννία που δεν ήταν αποτέλεσμα των κοινωνικών θεσμών, ούτε πήγαζε από τα φυσικά χαρακτηριστικά. Η υποδούλωση ορισμένων αναρχικών σε άλλους υπέθεσε πως είχε τις ρίζες της σε επιρροές των κοινωνικών θεσμών στην φυσική και πνευματική υπόσταση των υποκειμένων που ήταν δύσκολο εώς ακατόρθωτο να ξεριζωθούν. Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησε πως η αναρχία στη θεωρία αλλά και στην πράξη είναι εφικτή μόνο σε ατομικό επίπεδο. Την αφύπνισή του αυτή δεν συμμερίστηκαν οι συναγωνιστές του, από τους οποίους αποστάτησε. Ωστόσο, δεν κατάληξε ερημίτης και απόκληρος ενός κόσμου που δεν μπορούσε να αλλάξει.

Για αυτό το λόγο, εντόπισε τον παράγοντα εκείνον που έκανε τους περισσότερους συνανθρώπους του σκλάβους και συγκέντρωσε τόσο πολύ από αυτό, ώστε στο τέλος να απελευθερωθεί από την ανάγκη κατοχής του. Αυτός δεν ήταν άλλος από το χρήμα. Με αυτή του την απαγκίστρωση από τον τύραννο του χρήματος κατόρθωσε να επιτύχει την προσωπική του ελευθερία που θεωρεί σαν ένα λιθαράκι στην απελευθέρωση του κόσμου και στην εμπέδωση της αναρχίας. Σε αυτό το σημείο, ο αναγνώστης ευλόγως απορεί πως ο τραπεζίτης μπορεί να κάνει λόγο για ελευθερία την ώρα που αυτός περισσότερο από άλλους υπηρέτησε ένα σύστημα αυταρχικό, τυραννικό. Ίσως θα βοηθήσει να θυμηθούμε την ιστορία του “Σιντάρτα” του Έσσε που μίσησε τον πλούτο και απομακρύνθηκε από αυτόν στην στιγμή που είχε συγκεντρώσει τον περισσότερο.

Η όλη συνομιλία τελειώνει, θα έλεγε κανείς, κάπως απότομα. Αυτή ήταν, χωρίς αμφιβολία, μια σκόπιμη επιλογή του Πεσόα. Όσο έντονα εισβάλλει ο τραπεζίτης στο τραπέζι των σκέψεών μας, άλλο τόσο αισθητά αποχωρεί αφήνοντας στην δική μας αποκλειστική ευθύνη την επεξεργασία των ιδεών που μας παρέθεσε. Εξάλλου, στην λογοτεχνική του πορεία ο Πεσόα έχει αποδείξει όσο λίγοι πως είναι ένας άξιος μαθητής του Σωκράτης και της μαιευτικής μεθόδου, όσο και λάτρης της αυτόνομης συλλογιστικής πορείας του αναγνώστη. Δεν μας επιβάλλει τίποτα, μας αφήνει να επιλέξουμε αν θα προσπεράσουμε τις απόψεις του, αν θα τις ενστερνιστούμε, αν θα τις αμφισβητήσουμε. Αυτή είναι η πραγματική ελευθερία και ίσως, ας μας επιτραπεί η ποιητική αδεία, η ουσία της αναρχίας αυτού του αναγνώσματος. Όσοι δεν το έχετε διαβάσει, είναι ευκαιρία μέσα σε 57 μόλις σελίδες να γίνετε μέτοχοι ενός τέτοιου λογοτεχνικού πειράματος.

Η ποιητική φύση του πεζογράφου Αντώνη Σαμαράκη

Αντί προλόγου

Όλοι γνωρίζουμε τον Αντώνη Σαμαράκη για το συγκλονιστικό πεζογραφικό του έργο που δικαίως τον κατέταξε μεταξύ των πιο διακεκριμένων Ελλήνων συγγραφέων του 20ου αιώνα. Ωστόσο, το πεζογραφικό σώμα του έργου του έρχεται να ρίξει και να αναταράξει η μετατόπισή του στην ποίηση, όπως την γνωρίσαμε μέσα από την συλλογή ποιημάτων του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Ο πεζογράφος φόρεσε τον μανδύα του ποιητή με εξαιρετική επιδεξιότητα, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους τους μεγάλους λογοτέχνες που με άνεση ενδύονται διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Ή μήπως ο νέος ποιητής εξελίχθηκε σε έναν ολοκληρωμένο ποιητικό πεζογράφο; Αυτό επαφίεται στην δική σας πρόσληψη και γνώμη.

Ποιήματα, Αντώνης Σαμαράκης, εκδόσεις Ψυχογιός
Λίγα λόγια για το περιεχόμενο και την ποιητική

Η εφηβική εκδοχή του Σαμαράκη ζει και στιχουργεί σε μια εποχή ζοφερή. Γύρω στα 14 του έστειλε στο περιοδικό «Ξεκίνημα» τους στίχους του και το Μάη του 1944 η διεύθυνση του περιοδικού στη στήλη της αλληλογραφίας του απάντησε ως εξής : «Οι στίχοι σας είναι πολύ καλύτεροι από αυτούς που μας είχατε ξαναστείλει. Δουλέψτε επίμονα και προσεχτικά, χωρίς να παραλείψετε να διαβάζετε πολύ. Προσέξτε να μπείτε σ’ έναν καλό δρόμο, τώρα που είσθε ακόμη τόσο νέος. Ελάτε να σας δούμε».Ένα χρόνο πριν είχε γράψει ένα ποίημα που το μελοποίησε ο καθηγητής του της μουσικής στο Βαρβάκειο Ιωάννης Μαργαζιώτης και, όπως σημειώνει με καμάρι στη κάτω μέρος του χειρογράφου, «το τραγουδούσε η χορωδία του σχολείου». Η γραφή είναι μεν βέβαια σχολική και άρα πρωτόλεια, μεστή όμως από μια καρυωτακική ευαισθησία και λύπη. Πολλά έργα του έχουν θρησκευτική πνοή αναφερόμενα στα πρόσωπα του Ιησού. Τα περισσότερα είναι επηρεασμένα από τον Παλαμικό ρυθμό της εποχής που ανάδειξε το ποίημα- τραγούδι ή σωστότερα παιάνας. Τα πρώτα αυτά ποιήματα γράφτηκαν, με το ψευδώνυμο «Ιωσήφ Κυπριανός» στα περιοδικά «Νέα Εστία», «Ακτίνες», «Ξεκίνημα».

Ο λογοτέχνης Αντώνης Σαμαράκης

Οι λέξεις του στοιχειώνονται σταδιακά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Γερμανική Κατοχή και ο πεζογραφικός τόνος αρχίζει να κυριεύει τον ποιητικό του λόγο που πυκνός μα συνάμα απλός εκφράζει τις προσωπικές αγωνίες του ποιητή. Ο Σαμαράκης δεν μένει. όμως παγιδευμένος στον δικό του μικρόκοσμο, αλλά διογκώνει τους προβληματισμούς του- κοινωνικούς και ηθικούς- τους εξαπλώνει. Έτσι από το πρόσωπο, γίνεται αργότερα λόγος για την αυλή, για την γειτονιά μέχρι να καταλήξουμε στην ελληνική κοινωνία και τον κόσμο. Όλα αυτά γίνονται ο καμβάς του πάνω στον οποίο ζωγραφίζει τις ανησυχίες, το άγχος, τα διλήμματα. Έτσι μεταβαίνει από τον μικρόκοσμο στον μακρόκοσμο και έτσι από μια απλή έκφραση προσωπικών ιδεών το έργο του γίνεται πανανθρώπινο και οικουμενικό. Η ποιητική της ταπεινής ζωής, η καθημερινότητα που αγιάζεται στην πεζογραφία του Σαμαράκη, και ταυτόχρονα η εξέγερσης, στοιχείο που σφραγίζει τα κατοπινά, πεζά έργα του συγγραφέα, συμφύρονται ήδη στα ποιήματα της πρώιμης δημιουργικής του περιόδου. Μπορεί εν τέλει το λιμάνι που προσαράζει το καράβι της δημιουργίας του να είναι η πεζογραφία στην οποία αποκρυσταλλώνεται και η ωριμότητά του, όμως η ποιητική δημιουργία βρίθει νιότης, αγνότητας, ελπίδας, μιας ωραιότητας ασύγκριτης και ανεπανάληπτης. Αξεδίψαστο συναισθημάτων και αχόρταγο κοινωνικών αναταραχών το έργο του, που ακροβατεί μεταξύ του σύγχρονου και του παλιού, του συμβολισμού και ενός πρώιμου υπερρεαλισμού, είναι χωρίς αμφιβολία μια μοναδική ποιητική εμπειρία.

Τα λόγια του  Θανάση Νιάρχου έπονται προς επίρρωση όσων σας αναφέραμε παραπάνω: «Οι ανησυχίες και τα θέματά του, τα ενδιαφέροντα και η προβληματική του, ελάχιστα διαφέρουν στην ποίηση και τη πεζογραφία του. Μπορεί ο Χριστιανός Σαμαράκης να εξελίσσεται σ ‘ένα οικουμενικού προβληματισμού πεζογράφο, μπορεί ο προστατευτικός τόνος για μια ηθική ανύψωση, που θεωρείται ευκταία, να αντικαθίσταται από την τρυφερά απαισιόδοξη ενατένιση των ανθρωπίνων, ο ήχος του εμβατηρίου να αδυνατίζει και να περισσεύει η κραυγή, τα θέματά του όμως παραμένουν συγκινητικά τα ίδια : Ο Σαμαράκης είναι ο μικρόκοσμος, η αυλή, η γειτονιά, με τα καθημερινά βάσανα και, ταυτόχρονα, ο μακρόκοσμος, με τις ανησυχίες και τα ηθικά διλήμματα, τους κλυδωνισμούς και την σκοτεινή του προοπτική».

Αντί επιλόγου

Η ποίηση του Σαμαράκη ατενίζει το μέλλον και αναθεματίζει μια ανθρωπότητα που διαρκώς επιλέγει να κοιτάζει πίσω. Μας δίνει την απάντηση στο σκοτάδι της εποχής, γιατί μας μεταλαμπαδεύει το φως της αγάπης που είναι η λύση σε όλα τα προβλήματα, η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις. Είναι μια ποίηση ελληνικότατη και συγχρόνως παγκόσμια. Μια ποίηση του παρελθόντος και του μέλλοντος, επίκαιρη και νοσταλγική. Είναι μια ποίηση που δεν προσπερνάς. Για αυτό με την πρώτη ευκαιρία σας καλούμε να αναζητήσετε το ποιητικό έργο του Αντώνη Σαμαράκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Διαβάστε ένα ποίημα από την συλλογή εδώ και ακούστε το εδώ.

Πηγές:

Το Literature.gr προτείνει: «Ποιήματα» του Αντώνη Σαμαράκη

Τα ποιήματα του έφηβου Αντώνη Σαμαράκη

https://www.matia.gr/books/vivlia-piisi-ke-stichi/piimata-antonis-samarakis.html