A Christmas Carol: Η σκοτεινή εκδοχή της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας του Charles Dickens

“No space of regret can make amends for one life’s opportunity misused”

Tο “A Christmas Carol”, το κλασσικό χριστουγεννιάτικο παραμύθι του Charles Dickens, έχει προβληθεί στις οθόνες μας σε ποικίλες εκδοχές λόγω της μεγάλης απήχησης του αλλά και του ελπιδοφόρου μηνύματος που προβάλει. Ο Bill Murray είχε κάνει το δικό του Scrooged, τα Muppets είχαν πει τη δική τους ιστορία, το ίδιο και η Disney με τον Scrooge McDuck φυσικά αλλά δεν ξεχνάμε και την 3D animated ταινία του Zemeckis, με πρωταγωνιστή τον Jim Carrey ή τις κλασσικές ταινίες που μένουν πιστές στο παραμύθι, έτσι όπως το μάθαμε και το αγαπήσαμε, και παίζουν και ξαναπαίζουν κάθε χρόνο την περίοδο των Χριστουγέννων.

Φαίνεται και πως φέτος το “A Christmas Carol” έχει την τιμητική του καθώς και η Disney+ αλλά και η Apple δουλεύουν η καθεμιά σε μία δική της, πανάκριβη, μιούζικαλ μεταφορά της ιστορίας, όμως πριν δούμε τις δικές τους οπτικές της ιστορίας, θα μας στοιχειώσει η νέα μίνι σειρά του BBC σε συνεργασία με το αμερικανικό FX, το “A Christmas Carol”, που αποτελείται από τρία μέρη-επεισόδια το καθένα διάρκειας μία ώρα.

“I wear the chain I forged in life,” replied the Ghost. “I made it link by link, and yard by yard; I girded it on of my own free will, and of my own free will I wore it. Is its pattern strange to you?”

Η ιστορία παραμένει η ίδια: ο μίζερος τσιγκούνης, παλιάνθρωπος Ebenezer Scrooge δέχεται την επίσκεψη τριών φαντασμάτων και αναγκάζεται να παρακολουθήσει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του, την βραδιά των Χριστουγέννων. Αν δεν αναθεωρήσει, είναι καταδικασμένος για μια αιωνιότητα. Το τέλος είναι γνωστό σε όλους.

“I will honour Christmas in my heart, and try to keep it all the year. I will live in the Past, the Present, and the Future. The Spirits of all Three shall strive within me.’’

He became as good a friend, as good a master, and as good a man, as the good old city knew.

Ο Guy Pearce υποδύεται τον Ebenezer Scrooge, με τους Andy Serkis και Jason Flemyng στους ρόλους των φαντασμάτων των περασμένων Χριστουγέννων και των μελλοντικών Χριστουγέννων αντίστοιχα. Ο Stephen Graham ως Jacob Marley, η Charlotte Riley ως Lottie (φάντασμα των τωρινών Χριστουγέννων), ο Joe Alwyn ως Bob Cratchit, η Vinette Robinson ως Mary Cratchit, ο Kayvan Novak ως Ali Baba και ο Lenny Rush ως Tim Cratchit συμπληρώνουν το καστ, στο οποίο τελικά, παρά τις φήμες που είχαν ακουστεί, δεν θα συμπεριλαμβάνεται o συμπαραγωγός Tom Hardy, παραμόνο σε μία guest εμφάνιση.

Η ομάδα παραγωγής αποτελείται από τους Steven Knight, Tom Hardy, Ridley Scott και πολλοί ακόμα, ενώ τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο Nick Murphy. Το σενάριο αυτής της σκοτεινής εκδοχής ανήκει στον Steven Knight, στον οποίο οφείλουμε το “Peaky Blinders”, το “See”, το “Taboo” και άλλες επιτυχημένες σειρές. Οι εμπλεκόμενοι δήλωσαν ότι «η συγκεκριμένη παραγωγή θα παρουσιάσει με σεβασμό αυτό που πιστεύουμε ότι είναι μία διαχρονική ερμηνεία του κλασικού παραμυθιού». 

“If I could work my will, every idiot who goes about with ‘Merry Christmas’ on his lips should be boiled with his own pudding and buried with a stake of holly through his heart. He should!”

“It is required of every man,” the ghost returned, “that the spirit within him should walk abroad among his fellow-men, and travel far and wide; and, if that spirit goes not forth in life, it is condemned to do so after death.”

Αυτό που κάνει τη συγκεκριμένη μεταφορά να διαφέρει, είναι το πόσο τρομακτική δείχνει. Ο σεναριγράφος έχει προσδώσει στον Scrooge ένα σκοτεινό twist, έναν περίπλοκο, μακάβριο και πραγματικά κακό χαρακτήρα, Το ίδιο το BBC δήλωσε ότι θα είναι «μία σειρά που σε στοιχειώνει, που δημιουργεί παραισθήσεις και προκαλεί ανατριχίλα καθώς μπαίνεις μέσα στη σκοτεινή ψυχή του Σκρουτζ». Αυτή η δήλωση έχει ήδη ξυπνήσει την περιέργεια του κοινού, ειδικά όσων αγαπούν αυτή την ιδιαίτερη ιστορία του Ντίκενς. Αν το BBC μπορεί να της δώσει ένα νέο, πιο τολμηρό και ανατριχιαστικό αέρα, τότε σίγουρα το αποτέλεσμα θα είναι εξαιρετικό.

 Οι πρώτες εντυπώσεις πάντως (και τα τρία επεισόδια προβλήθηκαν στο FX στις 19 Δεκεμβρίου) είναι γεμάτες με ανάμεικτα συναισθήματα για το κατά πόσο αυτή η σκοτεινή εκδοχή ξεφεύγει από τα τεττριμένα και δίνει κάτι διαφορετικό και ουσιαστικό στην πασίγνωστη ιστορία. Ίσως η σκοτεινή ιστορία που τόσο προσπάθησαν να δημιουργήσουν οι πρωταγωνιστές και οι συντελεστές δεν αφήνει αρκετό χώρο για την ελπιδοφόρα αλλαγή που είναι άλλωστε όλη η ουσία του παραμυθιού. Το στοιχείο του τρόμου πάντως είναι άκρως πετυχημένο και απολαυστικό σύμφωνα με τους θεατές. Η σειρά θα προβληθεί και στο BBC στις 22,23 και 24 Δεκεμβρίου με ένα επεισόδιο άνα βράδυ.

“Are these the shadows of the things that Will be, or are they shadows of things that May be, only?”

Πηγές:

O Guy Pearce υποδύεται τον Σκρουτζ στη νέα σειρά εποχής “A Christmas Carol”

https://www.ladylike.gr/life/a-christmas-carol-to-gnwsto-paramuthi-egine-seira-apo-ton-tom-hardy-kai-to-treiler-parapempei-se-thriler/

https://www.radiotimes.com/news/tv/2019-12-17/bbc-christmas-carol-review/

A Christmas Carol: ο τρόμος επισκέπτεται τον Scrooge

Quicksand: Η Σουηδική σειρά που παρουσιάζει την τραγικότητα των mass shootings

Η πρώτη σουηδική παραγωγή του Netflix με τίτλο Quicksand (Κινούμενη Άμμος) βασίζεται στο βραβευμένο ομότιτλο best seller της Malin Persson Giolito,που έχει εκδοθεί σε 26 χώρες και ψηφίστηκε ως Αστυνομικό Μυθιστόρημα Νορδικών Χωρών της χρονιάς 2016. H σειρά, που αποτελείται από 6 επεισόδια παρουσιάστηκε και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, ενώ είναι διαθέσιμη για streaming στο Netflix από τον προηγούμενο Απρίλιο.

Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τη μαθήτρια Maja Norber, η οποία μετά από μια ένοπλη επίθεση που πραγματοποιείται σε ένα σχολείο στην πιο πλούσια περιοχή της Στοκχόλμης βρίσκεται αντιμέτωπη με κατηγορίες ανθρωποκτονίας. Όταν βγουν στη δημοσιότητα τα τραγικά γεγονότα εκείνης της ημέρας, θα αποκαλυφθούν και οι λεπτομέρειες της σχέσης της με τον άλλο δράστη, Sebastian Fagerman, και της δυσλειτουργικής οικογένειάς του. Ποιος έφταιγε τελικά για το μοιραίο συμβάν;

 Οι κεντρικοί ήρωες, η Μάγια και ο Σεμπάστιαν, είναι δύο έφηβοι που η σχέση τους ξεκινά το καλοκαίρι πριν την τελευταία τάξη του Λυκείου. Ο Σεμπάστιαν είναι ένας νεαρός με προβλήματα συμπεριφοράς, ενώ η Μάγια είναι φαινομενικά η “υποδειγματική” έφηβη που παρασύρεται από αυτόν. Δεν μπορεί κανείς να πει ότι οι δύο αυτοί ήρωες γίνονται συμπαθείς στον θεατή, αλλά ούτε περνούν αδιάφοροι καθ’όλη την διάρκεια της σειράς. Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι καλές και σου δείχνουν ακριβώς πώς είναι να βρίσκεσαι στη δική τους θέση. Βεβαια, δεν είναι εύκολο να ταυτιστείς μαζί τους σε προσωπικό επίπεδο καθώς ανήκουν στην ανώτερη κοινωνική τάξη και ζουν μία πλουσιοπάροχη ζωή με ελάχιστους περιορισμούς από τους γονείς τους, ένα αρνητικό χαρακτηριστικό που μαλλόν υποβαθμίζει την σειρά.

Παρακολουθούμε αναδρομικά τα γεγονότα που οδήγησαν στην μαζική δολοφονία των συμμαθητών της, ενώ ταυτόχρονα βλέπουμε την Μάγια τις μέρες που βρίσκεται στη φυλακή και την ημέρα της δίκης. Ποιοι ήταν, γιατί βρέθηκαν εκεί, ποιες είναι οι μεταξύ τους σχέσεις, όλα αυτά τα βλέπουμε μέσα από την οπτική γωνία της Μάγια και πως την έχουν επηρεάσει ψυχικά και νοητικά. Η ιστορία κρατάει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος, καθώς δίνονται λίγες πληροφορίες σε κάθε επεισόδιο σχετικά με το συμβάν των πυροβολισμών και διαφορετικές εκδοχές της πραγματικότητας. Στη σειρά θα δει κανείς πως κανένα γεγονός δεν είναι μεμονωμένο και αποκομμένο από τα υπόλοιπα. Όλα συνέβαλαν στο τελικό αποτέλεσμα. Ενδοοικογενειακή βία, εγκατάλειψη, απληστία, ρατσισμός είναι μόνο μερικά από τα όσα θίγονται μέσα από την προσωπική ζωή των χαρακτήρων. Η πρώτη σκηνή είναι συνταρακτική και οριοθετεί την αιματηρή υπόθεση και την σκοτεινή ατμόσφαιρα του έργου. Σε γενικές γραμμές, είναι μία καλογυρισμένη σειρά, με συγκεκριμένες σκηνές που συγκλονίζουν, που σε κρατάει σε αγωνία και θίγει κοινωνικά θέματα πολύ σημαντικά για την εποχή.

Τα γεγονότα του βιβλίου αλλά και της σειράς, που παραμένει πολύ πιστή σε αυτό, δεν βασίζονται σε κάποια πραγματική ιστορία. Το μόνο περιστατικό με πυροβολισμούς σε σχολείο στην Σουηδία συνέβη το 1961 όπου ένας 17χρονος πυροβόλησε κάποιους μαθητές σε έναν σχολικό χώρο. Την ίδια στιγμή όμως αυτό το θέμα χτυπάει μία ευαίσθητη χορδή στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, το οποίο έχει συμβάλλει καθοριστικά στο να είναι η σειρά τόσο δημοφιλής στο κοινό εκτός Σουηδίας και Ευρώπης. 370 διαφορετικά χτυπήματα έχουν γίνει σε σχολεία και δημόσιους χώρους μόνο για το 2019 στην Αμερική, γεγονός που καθιστά την συγκεκριμένη σειρά ιδιαίτερα επίκαιρη αλλά και επίπονη, υπογραμμίζοντας την τραγικότητα του να χάνονται νέες ζωές χωρίς λόγο.

Πηγές:

harpersbazzar.com.au

http://ekritikimas.blogspot.com/2019/04/blog-post_19.html

https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_mass_shootings_in_the_United_States_in_2019

Kινούμενη Άμμος | Η νέα σειρά εγκλήματος του Netflix έρχεται από τη Σουηδία

The Marvelous Ms. Maisel: η βραβευμένη με Emmy σειρά επιστρέφει

Το Amazon Prime δεν έχει την ίδια αναγνωρισιμότητα που έχει το Netflix όπως ούτε και τα ίδια original shows. Έτσι, θέλοντας και μη, το streaming service υστερεί σε περιεχόμενο αλλά και ποικιλία πρωτότυπων σειρών. Αυτό βέβαια δεν του στερεί την ικανότητα να παράγει αξιόλογες σειρές που μάλιστα χαίρουν εκτίμησης από κοινό και κριτικούς. Ο λόγος γίνεται για την εξαιρετική, πρωτότυπη, αστεία και άκρως διασκεδαστική σειρά ‘The Marvelous Mrs. Maisel’ που έρχεται με την υπογραφή της Amy Sherman-Palladino· δημιουργό των ‘Gilmore Girls’. Η Σέρμαν Παλαντίνο κέρδισε Emmy καλύτερου σεναρίου και σκηνοθεσίας για το πιλοτικό επεισόδιο της σειράς, η Ρέιτσελ Μπροσνάχαν βραβείο Α′ Γυναικείου ρόλου, η Άλεξ Μπόρστιν βραβείο Β′ Γυναικείου και η σειρά το βραβείο καλύτερης κωμωδίας, την Χρυσή Σφαίρα και το βραβείο των Κριτικών Τηλεόρασης (Critics Choice Television Awards) το 2018 και όχι αδίκως.

Στον πυρήνα της το ‘The Marvelous Mrs. Maisel’ αποτελεί μια σειρά αρκετά φεμινιστική (με την καλύτερη των καλύτερων έννοια) αλλά και ρομαντική. Παρουσιάζει την επιθυμία της γυναίκας για ανεξαρτησία και χειραφέτηση την δεκαετίας του ’50 – μια δεκαετία αρκετά σοβινιστική και αντροκρατούμενη – με τον καλύτερο αλλά και γλυκύτερο τρόπο.

Η καταπληκτική κα Μέιζελ, είναι μια εξαιρετικά δυναμική νοικοκυρά της δεκαετίας του ’50, η οποία υποστηρίζει τον άντρα της στην –άκαρπη- προσπάθειά του να γίνει σταρ της stand-up comedy. Κοινωνική, έξυπνη κι ετοιμόλογη πάντα καταφέρνει να περάσει το δικό της σε ό,τι αποφασίσει πως θέλει να κάνει. Δε θα μπορούσε κανείς να πει το ίδιο για τον κο Μέιζελ, ο οποίος δεν θα είχε καταφέρει τίποτα στη ζωή του χωρίς τη θαρραλέα γυναίκα του και τις διασυνδέσεις της οικογένειάς του.

Ως εκ τούτου η απόφασή του να την αφήσει σοκάρει όλους μας εκτός από την ίδια. Συνέρχεται αμέσως από το άκουσμα της απόφασής του, παίρνει τη ζωή της στα χέρια της και κοιτάζει μπροστά βρίσκοντας νέο νόημα στη ζωή της μέσω του πηγαίου ταλέντου στo stand-up comedy

Η σειρά ακροβατεί αριστοτεχνικά μεταξύ κωμωδίας, δράματος αλλά –θα τολμούσα να πω- και μιούζικαλ με σαφείς επιρροές από “Γουντιαλενικές” σκηνοθετικές προσεγγίσεις.Η μουσική, η οποία πλαισιώνει τη σειρά, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον: ναι μεν, ταιριάζει με την εποχή, αλλά δεν είναι απαραίτητα της εποχής κι εδώ βρίσκεται άλλο ένα στοιχείο, το οποίο ξεχωρίζει την κα Μέιζελ από τις άλλες κωμικές σειρές. Από Barbara Streisand κι Elvis μέχρι David Bowie κι Elton John, από το 1940 μέχρι τα 90s κάθε τραγούδι δένει τέλεια με την πλοκή, αλλά και το στυλ της πρωταγωνίστιρας.

Η Rachel Brosnahan που υποδύεται την υπέροχη Miriam “Midge” Maisel στη σειρά δικαίως απέσπασε την πρώτη της Χρυσή Σφαίρα για τον ρόλο της (όπως και η σειρά στην κατηγορία μιούζικαλ/κωμωδίας) αφού είναι μοναδικά εκπλητική. Οι ερμηνείες των Tony Shalhoub και Marin Hinkle είναι ξεκαρδιστικές, καθώς ο πρώτος υποδύεται έναν ευερέθιστο μαθηματικό και η δεύτερη την υπερ-δραματική, σχεδόν αλκοολική, που πιστεύει σε μέντιουμ μαμά. Ολα φαίνονται τέλεια, μέχρι που εμφανίζεται η Penny Pann (Holly Curran) και κυριαρχεί στην μικρή οθόνη με τον εκκεντρικό της ρόλο. Μια μοντέρνα ματιά σε μια συντηριτική εποχή, η οποία θέλει τη γυναικα στο περιθώριο, να ζει στη σκιά του άντρα της. Δημιουργημένη από γυναίκα και βασισμένη στην πρωταγωνίστρια Midge Meisel η σειρά αποπνέει έναν αέρα πρώιμου μα καθαρού φεμινισμού, κάτι το οποίο άλλωστε εκφράζει κι η πρωταγωνίστρια αρκετές φορές. Ο στόχος της σειράς, όμως, σύμφωνα με τους δημιουργούς της, είναι να σε κάνει να χαμογελάσεις ακόμη κι αν οι συνθήκες δεν το ευνοούν πάντα και τα καταφένει θαυμάσια. Μετά από δύο άκρως επιτυχημένες σεζόν έρχεται η τρίτη για να μας συναρπάσει την Παρασκευή, στις 6 Δεκεμβρίου.

Πηγές:

https://www.moveitmag.gr/news/marvelous-mrs-maisel-axize-tis-hryses-sfaires/57231

https://www.huffingtonpost.gr/entry/the-marvelous-mrs-maisel-ti-kanei-aete-te-seira-ten-kaletere-oste-na-apospasei-ta-perissotera-emmys_gr_5ba2119be4b013b097807701

«Πόλεμος και Ειρήνη»: μια πρόσφατη τηλεοπτική μεταφορά του εμβληματικού έργου

Παρά τη γενική πεποίθηση ότι το «Πόλεμος και Ειρήνη» είναι ένα από τα πιο πολυδιασκευασμένα στο σινεμά και την τηλεόραση έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η μίνι σειρά των έξι επεισοδίων που φέρει την υπογραφή του BBC είναι μόλις η τρίτη τηλεοπτική μεταφορά του αριστουργήματος του Τολστόι – η πρώτη και πιο διάσημη ήταν το 1971 πάλι από το BBC με πρωταγωνιστή τον Αντονι Χόπκινς και η δεύτερη μια σχετικά άγνωστη μίνι σειρά το 2007 σε ευρωπαϊκή συμπαραγωγή και βάση την Ιταλία.

«Το “Πόλεμος και Ειρήνη” δεν είναι μόνο ένα σπουδαίο βιβλίο. Παρέχει πέρα από αυτό και απίστευτο υλικό για μια τηλεοπτική σειρά. Μια συναρπαστική, αστεία και σπαραξικάρδια ιστορία αγάπης, πολέμου και οικογένειας. Οι χαρακτήρες είναι τόσο φυσικοί, ανθρώπινοι και μπορείς τόσο εύκολα να ταυτιστείς μαζί τους», δηλώνει ο Άντριου Ντέιβις που ανέλαβε όχι μόνο μέρος της παραγωγής αλλά και τη σεναριακή διασκευή του πολυσέλιδου βιβλίου του Λέοντα Τολστόι, έχοντας ήδη διαπρέψει στο «είδος» με τα σενάρια για το κλασικό «House of Cards», το θρυλικό τηλεοπτικό «Pride and Prejudice» του 1995 με τον Κόλιν Φερθ, το «The Line of Beauty» και το «Sense and Sensibility» που έγραψαν τη δική τους τηλεοπτική ιστορία.

Ο Άντριου Ντέιβις ομολογεί ότι διάβασε το βιβλίο του Τολστόι, μόνο αφού το BBC του πρότεινε να αναλάβει τη μεταφορά.

«Δεν το είχα διαβάσει ποτέ πριν. Το κρατούσα για την κατάλληλη στιγμή. Με εξέπληξε απόλυτα η αίσθηση του πόσο φρέσκο, ζωντανό και μοντέρνο μου φάνηκε. Αν αφαιρέσεις τα κομμάτια στα οποία ο Τολστόι διαπραγματεύεται με τον εαυτό του θεωρίες γύρω από την Ιστορία , αυτό που μένει είναι μια ολοζώντανη, αστεία και πολύ συγκινητική πλοκή με πραγματικά ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Το ερωτεύτηκα.»

Με γυρίσματα σε τρεις χώρες και δύο χρόνια προετοιμασίας , η σειρά ευτύχησε όχι μόνο να είναι μια παραγωγή του BBC – με ό,τι αυτό σημαίνει για την προσοχή στη λεπτομέρεια και την πιστή απόδοση του κλασικού κειμένου – αλλά και να συγκεντρώσει ένα καστ ηθοποιών που μοιάζουν να περίμεναν εδώ και καιρό τη στιγμή που θα υποδύονταν τους χαρακτήρες του Τολστόι. Με την σκηνοθετική μαεστρία του Τομ Χάρπερ και μερικές εξαιρετικές ερμηνείες, το “Πόλεμος και Ειρήνη” αναδεικνύεται σε μία σειρά που μετά το Downton Abbey, επιβεβαιώνει ότι οι Βρετανοί ξέρουν καλύτερα από τον καθένα να γυρνούν σειρές εποχής.

Τη Νατάσα Ρόστοβα (αυτή που ο Άντριου Ντέιβις θεωρεί την πιο αγαπητή ηρωίδα της παγκόσμιας λογοτεχνίας – ακόμη περισσότερο και από την Ελίζαμπεθ Μπένετ του «Περηφάνεια και Προκατάληψη» της Τζέιν Οστεν) υποδύεται η Λίλι Τζέιμς που τη θυμάστε όλοι από το «Cinderella» του Κένεθ Μπράνα, αλλά και το μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο της στο «Downton Abbey». Τον Πιερ Μπεζούκοφ υποδύεται ο Πολ Ντέινο – ένας από τους σπουδαιότερους και πιο αθόρυβους νέους ηθοποιούς (θυμηθείτε τον στο «There Will Be Blood» του Πολ Τόμας Αντερσον ή ως Μπραίαν Γουίλσον στο «Love & Mercy»). Τον Αντρέι Μπολόνσκι υποδύεται ο ανερχόμενος Τζέιμς Νόρτον, ενώ τη νέα φρουρά ηθοποιών φωτίζουν με την εμπειρία τους μερικοί από τους πιο σπουδαίους βετεράνους του σινεμά και της τηλεόρασης: ο Στίβεν Ρία, ο Μπράιαν Κοξ, η Γκρέτα Σκάκι, η Τζίλιαν Αντερον και ο Τζιμ Μπρόουντμπεντ.

Μιλάμε για μια εποχή με πρίγκηπες και ευγενείς, μια εποχή πολέμων, μια εποχή αναγέννησης και διαφωτισμού σε κάποια κομμάτια της Ευρώπης. Από το πρώτο κιόλας επεισόδιο, αναρωτιέσαι πώς θα ήταν να ζει κανείς σε αυτόν τον κόσμο. Μιλάμε για μία πολύ ρεαλιστική απόδοση του κλίματος της εποχής, με σκηνοθεσία που σε κάνει να νιώθεις κοινωνός εκείνης της ζωής.


Μιας ζωής που μοιάζει ανώφελη και μάταια. Μέσα στα πλούτη και τη χλιδή από τη μία και στη δείνη ενός παράλογου πολέμου από την άλλη. Ο Ναπολέων προελαύνει στα εδάφη της Ρωσίας και εμείς, από τη μεριά των Ρώσων, παρακολουθούμε τις εξελίξεις του 1805.

Ο νεαρός Πιερ είναι o κεντρικός μας ήρωας. Αντικομφορμιστής, έτοιμος να διακηρύξει τις αλήθειες της Γαλλικής επανάστασης και στην πατρίδα του, παγιδεύεται στα πλούτη και την αριστοκρατική ζωή των Ρώσων ευγενών. Με την πανέμορφη Τίπενς Μίντλετον να τυλίγει τα δίχτυα της γύρω του και την επίσης υπέροχη Λίλυ Τζέημς να μοιάζει η μόνη σανίδα σωτηρίας του.

Το να μεταφέρεις ένα κλασσικό βιβλίο της παγκόσμιας λογοτεχνίας στην τηλεόραση περιλαμβάνει μερικές αντικειμενικές δυσκολίες. Πρώτον, δεν μπορείς να συμπεριλάβεις όλες τις λεπτομέρειες αν είναι μεγάλο, ή θα πρέπει να προσθέσεις πράγματα από το μυαλό σου αν το υλικό δεν σε καλύπτει τόσο. Δεύτερον, κάποια πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα να τα δεχτεί η τηλεόραση, οπότε θα πρέπει να αλλάξεις στοιχεία της ιστορίας. Στο “Πόλεμος και Ειρήνη” το έκαναν και εν τέλει τα κατάφεραν καλά. Κατόρθωσε να αναδείξει την υψηλότερη αισθητική που χαρακτηρίζει για χρόνια το BBC, με την οσμή της ιστορικής εποχής του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Η σειρά αυτή καταφέρνει να αφηγηθεί με πολύ ρεαλιστικό τρόπο τις ανησυχίες, τα προβλήματα και τα αδιανόητα για την εποχή μας διλλήματα ενός κόσμου πλασμένου στη γκρίζα ζώνη ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη.

Εκτός από το ότι αξίζει να τη δει κανείς για να πάρει μια γεύση από τον αγαπημένο αυτό συγγραφέα, η σειρά είναι καλοστημένη, προσεγμένη, με εξαιρετικές ερμηνείες. Γενικά αποτελεί μια αξιόλογη προσπάθεια για παραγωγή ενός ποιοτικού θεάματος για τους λάτρεις των σειρών εποχής, της ιστορίας, της λογοτεχνίας αλλά και για κάθε θεατή που προτιμά από το να αφιερώσει το χρόνο του γνωρίζοντας τους ανθρώπους μιας μακρινής εποχής, τα πάθη και τις αδυναμίες τους που στην πραγματικότητα είναι τόσο κοντινά όσο δεν φαντάζεται! Την προτείνουμε ανεπιφύλακτα!

Πηγές:

http://flix.gr/news/war-and-peace-tv.html

https://m.oneman.gr/pop-code/t/tileorasi/reviews/to-war-and-peace-myrizei-san-to-xarti-apo-to-agaphmeno-soy-vivlio.3870824.amp.html#aoh=15740820578332&amp_ct=1574082347264&csi=1&referrer=https%3A%2F%2Fwww.google.com&amp_tf=%CE%91%CF%80%CF%8C%20%251%24s

https://www.reader.gr/tv-movies/war-and-peace-sto-bbc-milane-rosika-kai-ta-milane-kala?amp#aoh=15740820578332&amp_ct=1574082715404&csi=1&referrer=https%3A%2F%2Fwww.google.com&amp_tf=%CE%91%CF%80%CF%8C%20%251%24s

The Morning Show: Η μεγάλη επιστροφή της Jennifer Aniston και η αποκαλυπτική πλευρά της Reese Witherspoon

Η νέα σειρά του Apple TV+, The Morning Show, μια δημιουργία των Michael Ellenberg (The Leftovers) και Kerry Ehrin έκανε πρεμιέρα στη νέα υπηρεσία streaming της εταιρείας στις αρχές του Νοεμβρίου. Η σειρά βασίζεται στο βιβλίο του Brian Stelter, Top of the Morning:Inside the Cutthroat World of Morning TV, που πραγματεύεται την πιεστική καθημερινότητα ενός παρουσιαστή πρωινής εκπομπής.

Η δραματική σειρά των 10 επεισοδίων αποτελεί μία από τις οκτώ πρωτότυπες παραγωγές της νέας συνδρομητικής τηλεόρασης. Εξετάζει θέματα που πρόβαλε το κίνημα #MeToo, το οποίο τράβηξε την προσοχή στο φαινόμενο της σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης των γυναικών στους τομείς της ψυχαγωγίας, του επιχειρείν και της πολιτικής, όπως και στον ηλικιακό ρατσισμό. Συγκεκριμένα, η Jennifer Aniston υποδύεται μια γνωστή τηλεοπτική δημοσιογράφο σε μια πρωινή εκπομπή, της οποίας ο συμπαρουσιαστής, τον οποίο υποδύεται ο Steve Carell, απολύεται έπειτα από τις κατηγορίες σε βάρος του για σεξουαλική παρενόχληση.

Πιο συγκεκριμένα η Aniston ενσαρκώνει την Alex Levy, μία καταξιωμένη παρουσιάστρια του “The Morning Show” το οποίο υποτίθεται ότι αποτελεί ένα από τα πιο επιτυχημένα πρωινά προγράμματα ειδήσεων που ήδη από τότε που ξεκίνησε προκάλεσε σημαντικές μεταβολές στο εν λόγω τοπίο της επικοινωνίας. Όταν μετά από δέκα πέντε χρόνια, ο Mitch Kessler (Steve Carell), σύζυγος της ηρωίδας απολύεται έπειτα από ένα σεξουαλικό σκάνδαλο που πλήττει το όνομά του, η Alex θα παλέψει σκληρά για να κρατήσει την θέση της στο κανάλι καθώς και όλα όσα κατέκτησε μέχρι τώρα. Μεταξύ αυτών όμως, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει και μία φιλόδοξη αντίπαλό της, την δημοσιογράφο Bradley Jackson (Witherspoon) που επιζητά μία καλή ευκαιρία για να πάρει εκείνη τα ηνία στην δουλειά της.

Η σειρά αποτελεί την επιστροφή της Aniston στην τηλεόραση δεκαπέντε χρόνια αφότου είπε αντίο στον χαρακτήρα της “Rachel Green” από τη σειρά “Friends” (“Φιλαράκια”), για τον οποίο ρόλο μάλιστα είχε κερδίσει και βραβείο Emmy. Βέβαια, το αν η Aniston με τη Witherspoon και τον Steve Carell καταφέρουν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των θεατών θα είναι μια πρώτη δοκιμασία για την απόφαση της Apple να δημιουργήσει πρωτότυπο streaming πολυμεσικό περιεχόμενο. Πρωταγωνιστούν, επίσης, οι Billy Crudup, Gugu Mbatha-Raw, Nestor Carbonell και Mark Duplass.

Αυτοπροσδιορίζεται ως μία dramedy, με το κωμικό στοιχείο να μην είναι το πιο έντονο και να είναι διαφορετικής υφής από την κωμωδία που έχουν συνηθίσει να υπηρετούν όλα αυτά τα χρόνια η Άνιστον με τον Καρέλ κυρίως και σε δεύτερο βαθμό η Γουίδερσπουν. Το κόστος παραγωγής εκτιμάται ότι προσέγγισε τα 15 εκατομμύρια δολάρια ανά επεισόδιο, ποσό που συγκρίνεται μόνο με το τεράστιο κόστος της τελευταίας σεζόν του «Game of Thrones» του HBO.

Εκτός από τος εκπληκτικές ερμηνείες, στην σειρά ξεχωρίζει ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται τα προβλήματα και η πίεση που αντιμετωπίζουν οι πρωταγωνιστες , γίνεται με τρόπο που προσθέτει το απαραίτητο δράμα στην σειρά χωρίς ιδιαίτερες υπερβολές. Επίσης παρουσιάζει τα παρασκήνια της τηλεόρασης με αρκετά αληθοφανή τρόπο βλέποντας τους υπεύθυνους των προγραμμάτων να υποτιμούν την νοημοσύνη του κοινού προσπαθώντας να το χειραγωγήσουν με τα σωστά λόγια ώστε να υπάρξει κέρδος. Κάτι που σίγουρα γίνεται καθώς η τηλεόραση αποτελεί τεράστια πηγή ενημέρωσης και φυσικά βασικό μέσο χειραγώγησης. Επιπλέον παίρνουμε και μια γεύση των προσωπικών προβλημάτων των ατόμων που δουλεύουν για την τηλεόραση, πόσος λίγος χρόνος τους μένει για την προσωπική τους ζωή και τις οικογένειες τους και ποσό πιεσμένοι είναι για να βγει ένα σωστό αποτέλεσμα.  Ο χώρος του θεάματος είναι σκληρός και αυτό προβάλεται πολύ σωστά στον χαρακτήρα της Alex να είναι στα πρόθυρα ψυχολογικής κατάρρευσης και συνεχώς να έχει ανασφάλειες για την τέλεια εικόνα της και για το υλικό που θα προβάλει στο κοινό της. Θα φτάσει στα άκρα για να κρατήσει την πολυπόθητη θέση της, χωρίς να υπολογίζει κανέναν και τίποτα.

Η σειρά είναι επηρεασμένη από τα γεγονότα του κινήματος #MeToo, την φωνή γυναικών, ειδικά στον χώρο της ψυχαγωγίας, που έχουν πέσει θύματα παρενόχλησης από συναδέλφους ή εργοδότες τους και φαίνεται ότι προσπαθεί να περάσει αρκετά κοινωνικά μηνύματα. Ωστόσο, αρκετές φορές προσπάθησε να δικαιολογήσει τις πράξεις του θύτη Mitch, ο οποίος υποστηρίζει ότι είναι αθώος.  Δεν είναι λάθος να δείχνεις διάφορες οπτικές σε ένα πρόβλημα όλο αυτό ίσως εμποδίζει από το να καταλάβει κανείς την σοβαρότητα των κατηγοριών, καθώς εύκολα o χαρισματικός Steve Carell κερδίζει την συμπόνια του θεατή.

Οι κριτικές είναι ανάμεικτες, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι αν και οι ερμηνείες είναι αδιαμφισβήτητα καταπληκτικές και κερδίζουν τον θεατή, το σενάριο και η ροή της σειράς θα μπορούσαν να είναι καλύτερα. Το The Morning Show είναι μια πολύ διαφορετική σειρά με ένα εξαιρετικό κάστ, ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα και όλες τις προσδοκίες του Apple TV+ από πίσω του, καθώς αποτελεί το μεγαλύτερο στοίχημα τους με την ακριβότερη παραγωγή. Γι’αυτό τον λόγο έχει ήδη ανανεωθεί για 2η σεζόν. Το μόνο που μένει είναι να δούμε αν θα καταφέρει να βοηθήσει το ανερχόμενο ιντερνετικό δίκτυο να κοντράρει το κολοσσό του Netflix.

https://youtu.be/eA7D4_qU9jo

Πηγές:

https://mikrofwno.gr/2019/08/the-morning-show-i-nea-dramedy-tou-apple-tv-me-protagonistria-ti-jennifer-aniston/

https://www.capital.gr/forbes/3391223/i-apple-pontarei-stin-jennifer-aniston-kai-sto-the-morning-show-gia-to-ntempouto-tis-sti-streaming-platforma

https://lordoftheseries.gr/the-morning-show-entyposeis-meta-tin-premiera-tis-seiras/

https://www.hollywoodreporter.com/live-feed/apples-morning-show-what-critics-are-saying-1250328

Unbelievable: η νέα σειρά του Netflix που μιλά για μια ανατριχιαστική “απίστευτη” αλήθεια

Στις 13 Σεπτεμβρίου ανέβηκε στην πλατφόρμα του Netflix η μίνι σειρά οκτώ επεισοδίων (διάρκειας περίπου 45 λεπτών) με τον τίτλο «Unbelievable». Και είναι πραγματικά απίστευτη η ιστορία που πραγματεύεται και ανατριχιαστικά απίστευτο το γεγονός ότι βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία. Για την ακρίβεια, η σειρά των Susannah Grant, Michael Chabon και Ayelet Waldman μετέφερε στη μικρή οθόνη τα ακριβή γεγονότα τα οποία είχε φέρει στη δημοσιότητα το άρθρο των ρεπόρτερ T. Christian Miller και Ken Armstrong, για το οποίο κέρδισαν το βραβείο Πούλιτζερ το 2015.

Το 2008, η δεκαοχτάχρονη Marie είναι ενταγμένη σε ένα πρόγραμμα στήριξης ενηλίκων που, καθώς έχουν περάσει από πολλές ανάδοχες οικογένειες, προσπαθούν να ανεξαρτητοποιηθούν. Η σειρά ξεκινάει με την ίδια να καταγγέλλει τον βιασμό της και αφού την έχουμε δει ήδη να περιγράφει στην αστυνομία όσα πρόλαβε να δει και να αντιληφθεί από τον δράστη, της ζητάνε να ξαναδώσει κατάθεση. Και ξανά. Και να καταγράψει τα γεγονότα σε χαρτί, μέχρι που, καθώς τη βλέπουμε να αναμετριέται με τις τραυματικές σκέψεις της, ο ντετέκτιβ εντοπίζει τυφλά σημεία μεταξύ των καταθέσεων και κάποιων λεπτομερειών που συζήτησε με έναν φίλο της.

Παράλληλα, μία από τις ανάδοχες μητέρες της προσάπτει στη Marie το στίγμα του ταλαιπωρήμενου παιδιού που το μόνο που θέλει είναι να τραβήξει την προσοχή. Εξηγεί στον ντετέκτιβ πώς και η ίδια έχει πέσει θύμα βιασμού, αλλά δεν είχε αντιδράσει κατά αυτόν τον τρόπο, τον τρόπο της Marie. 

Η Marie (Kaitlyn Dever) καλείται να αντιμετωπίσει μια καθημερινότητα στην οποία η ζωή της πέφτει σαν ντόμινο. Τρία χρόνια αργότερα και αρκετά χιλιόμετρα μακριά, οι δρόμοι δύο γυναικών ντετέκτιβ, της Γκρέις Ράσμουσεν και της Κάρεν Ντουβάλ συναντιούνται καθώς οι υποθέσεις βιασμών οι οποίες έχουν αναλάβει να εξιχνιάσουν σε κοντινές περιοχές του Colorado έχουν τόσες ομοιότητες έτσι που το πιθανότερο είναι να έχουν γίνει από το ίδιο πρόσωπο, ή πως υπάρχουν μιμητές του. 

Το πρώτο επεισόδιο εστιάζει στην περίπτωση της Μαρί και δίνει το στίγμα της σκηνοθετικής ματιάς. Απουσία ωμών και σκληρών σκηνών χωρίς λόγο, έλλειψη ακραίων συναισθηματικών εξάρσεων που σκοπό έχουν να πουλήσουν τον ανθρώπινο πόνο. Οι σκηνές του βιασμού γίνονται αποσπασματικά, σαν στιγμιαία καρέ, θραύσματα αναμνήσεων που έρχονται και φεύγουν καθώς το θύμα καταθέτει. Η κάμερα εστιάζει στις αντιδράσεις, στις αλλαγές που αποτυπώνονται στις εκφράσεις του προσώπου, στα συναισθήματα που αλλάζουν με τρομακτική ταχύτητα. Η Μαρί αναγκάζεται να σκύψει το κεφάλι, να θέσει στον τοίχο τον ίδιο της τον εαυτό και να ομολογήσει πως τίποτα δεν συνέβη, πως όλα ήταν μια φαντασίωση, ένας εφιάλτης που δεν έχει καμία βάση αλήθειας. Δέχεται την κατακραυγή, την απόρριψη φίλων και γνωστών, τα λόγια πίσω από την πλάτη, τον οίκτο στα μάτια των άλλων, και μένει κενή. Μετέωρη. Να ζει παθητικά, χωρίς συναισθήματα. Εγκλωβισμένη μέσα στον βιασμό για χρόνια. Η Κέιτλιν Ντέβερ ως Μαρί είναι απόλυτα πειστική, σε παραπλανά και σε οδηγεί όπου εκείνη θέλει. Τη μία στιγμή δείχνει εύθραυστη, ευάλωτη, φοβισμένη, και το επόμενο λεπτό μεταμορφώνεται σε κακομαθημένο κοριτσάκι που δεν έχει όρια και δεν υπακούει σε κανόνες. Το πρόσωπό της είναι σαν μια μάσκα και δεν επιτρέπει σε κανέναν να καταλάβει τι πραγματικά κρύβεται από κάτω.

Από το δεύτερο επεισόδιο η ιστορία ακολουθεί δρόμους παράλληλους: από τη μία παρακολουθείς την εξέλιξη της ζωής της Μαρί μετά την αναίρεση της κατάθεσής της και από την άλλη τις έρευνες των δύο ντετέκτιβ καθώς προσπαθούν να ανακαλύψουν έναν φαινομενικά καθ’ έξιν βιαστή. «Αν δεν βλέπουμε τον δρόμο, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει».

Η Τόνι Κολέτ και η Μέριτ Γουίβερ, ως Γκρέις Ράσμουσεν και Κάρεν Ντουβάλ αντίστοιχα, χτίζουν μια αστυνομική έρευνα from the scratch. Σκάβουν βαθιά, ερευνούν κάθε λεπτομέρεια, σκύβουν το κεφάλι και ψάχνουν, ψάχνουν, ψάχνουν. Αναζητούν ένα ίχνος. Μια χιονονιφάδα που μπορεί να κρύβει DNA, ένα γάντι, ένα σημάδι εκ γενετής, μια φράση που ειπώθηκε κατά τη διάρκεια του βιασμού. Μεθοδικά και αργά, κατορθώνουν να βρουν κομμάτια του παζλ. Ύψος, βάρος, χρώμα, ματιών και μαλλιών, μάρκα παπουτσιών, χρώμα σακιδίου. Ανούσιες πληροφορίες, δηλαδή. Πληροφορίες που φωτογραφίζουν εκατοντάδες πολίτες. Και όμως εκείνες συνεχίζουν να ελπίζουν και να το παλεύουν κόντρα σε όλα τα προγνωστικά. Με αποφασιστικότητα και πάθος. Αντιμάχονται τη φρίκη και τη δυσπιστία ερευνώντας εξονυχιστικά. Τελικά ο λευκός καμβάς στον τοίχο γεμίζει. Βασανιστικά αργά, αλλά γεμίζει. Και οδηγεί κάπου…

Οι δύο αυτές γυναίκες ταυτίζονται συναισθηματικά και κατορθώνουν με αυταπάρνηση, πείσμα, προσωπικό αγώνα και επιμονή να φτάσουν στην άκρη του νήματος και να προσφέρουν γαλήνη και δικαίωση σε εκείνες τις γυναίκες που βιάστηκαν ξανά από την πολιτεία με την αμφισβήτηση των λόγων τους, την καχυποψία και την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε το δράμα τους. Γυναίκες που τρελαίνονται στη σκέψη ότι όλο αυτό τελικά μάλλον το ονειρεύτηκαν ενώ την ίδια στιγμή αισθάνονται διαλυμένες, εξευτελισμένες, καταρρακωμένες, φοβισμένες, τρομοκρατημένες και καλούνται να συνεχίσουν τη ζωή τους. Σαν μη συνέβη τίποτα. Γιατί η αστυνομία δεν μπορεί να βρει την άκρη, δεν τους δίνει την πρέπουσα σημασία, δεν πολυπιστεύει όσα καταθέτουν. Γυναίκες τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο και ο τρόπος που βιώνουν την επώδυνη και οδυνηρή αυτή κατάσταση. Τα τραύματά τους είναι εκεί, στέκουν σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια τους κάθε φορά που επιχειρούν να αφήσουν τον εφιάλτη πίσω τους.

Αν περιμένετε από μια σειρά σκηνοθετική πρωτοτυπία, τότε το Unbelievable δεν είναι για εσάς. Αν πάλι προσδοκάτε από μια αστυνομική σειρά την ένταση που προκαλείται όταν το μυστήριο λύνεται στο παρά πέντε ή σας εντυπωσιάζουν οι μέθοδοι συλλογής αποδεικτικών στοιχείων από τους τόπους των εγκλημάτων, μάλλον ούτε τότε θα σας συγκινήσει, αν και το Unbelievable ξετυλίγει προσεκτικά την πορεία της αστυνομικής έρευνας. 

Η σειρά έχει τρεις πολύ δυνατούς γυναικείους χαρακτήρες.  Όμως, αυτό που κάνει το Unbelievable- must watch είναι το γεγονός ότι πραγματεύεται κάτι πραγματικά σοβαρό. Μιλά για την κοινωνία που έχει μάθει να αναγνωρίζει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στο τραύμα. Αν διαφοροποιείσαι στο πώς εκφράζεσαι συναισθηματικά από τους γύρω σου, αντιμετωπίζεσαι με καχυποψία, ακόμα κι αν έχεις βιαστεί. Γιατί αυτό ήταν που γέννησε σε όλο της τον περίγυρο την αμφιβολία απέναντι στη Marie. 

Κι αυτό ήταν για εκείνην ένας δεύτερος, απανωτός βιασμός. Ίδιας σημασίας. Ως θύμα έχει την ολόδική της εμπειρία και αυτή της την παίρνουν. Το μοναδικό πράγμα που είχε ήταν αυτό που έζησε και αυτό της το αφαίρεσαν. Και γι΄αυτό μένει κενή. Να κοιτάζει, αλλά να λειτουργεί παθητικά κάθε της αίσθηση.

Γι΄αυτό, άλλωστε, η Μαρί Άντλερ και το παράλληλο storyline της είναι αυτό που μένει θέλοντας και μη στο τέλος. Η αστυνομική έρευνα πάει κατ΄ευχήν, οι δύο επικεφαλής ικανοποιούνται που μπορούν να κοιτάζουν τα θύματα χωρίς ενοχές, χωρίς ντροπή, αλλά η κηλίδα μένει. Και στην Μαρί μένει πολύ περισσότερο, αφού στο διάστημα της αμφισβήτησης, γίνεται περίγελος και στοχοποιείται ως μια ψεύτρα που καπηλεύεται τον πόνο πραγματικών θυμάτων.

Το Unbelievable σχολιάζει τις διακρίσεις φύλου χωρίς να λέει τις λέξεις, παρά ακολουθώντας την πορεία της έρευνας για τον βιασμό πολλών γυναικών. Αναφέρεται στην καχυποψία του μηχανισμού δικαιοσύνης απέναντι σε όσους δεν έχουν μεγαλώσει «σε ένα καλό σπίτι», απέναντι σε εκείνους που πρέπει να αποδεικνύουν συνέχεια ότι δεν νοσούν ψυχικά από τις ταλαιπωρίες που έχουν υποστεί.

Δείχνει την βάναυση γραφειοκρατία που καλείται να περάσει μια γυναίκα που έχει βιαστεί. Κι ότι από τη στιγμή που η επίλυση ενός τέτοιου είδους εγκλήματος βρίσκεται στα χέρια της αστυνομίας και της δικαιοσύνης, άνθρωποι τραυματισμένοι βρίσκονται στην ανασφαλή θέση για τον αν θα πέσουν «σε κάποιον καλό», σε εκείνους που θα νοιαστούν πραγματικά για την υπόθεσή τους. 

Την πρώτη μου χρονιά στη δουλειά με κάλεσαν για διατάραξη οικογενειακής γαλήνης. Σ’ ένα ωραίο σπιτάκι όπου ο σύζυγος είχε μόλις σπάσει στο ξύλο τη γυναίκα. Η μύτη της έτρεχε αίμα, τα μάτια της ήταν πρησμένα. Τον συλλάβαμε και προσπάθησα να στείλω τη γυναίκα στο νοσοκομείο, αλλά δεν πήγαινε. Οι διασώστες την περιποιήθηκαν και μετά φύγαμε…

Δεν μου φάνηκε σωστό. Σκέφτηκα ότι θα πήγαινα αργότερα να δω πώς ήταν. Τελείωσα τη βάρδια, γύρισα στο τμήμα, κι όλοι ήθελαν να πάμε για μπύρες. Προσπάθησα να αρνηθώ, μα ξέρεις πως είναι “έλα, ρε Duvall, μην είσαι ξενέρωτη”. Τέτοιες βλακείες. Ενέδωσα λοιπόν, πήγα, σαν καλή συνάδελφος. Και, μάντεψε. Όσο έπινα τη μπύρα μου με τα παιδιά, αυτός πλήρωσε την εγγύηση, γύρισε σπίτι κι αποτελείωσε τη δουλειά. Της έσπασε το πόδι και της ράγισε το κρανίο. Την άφησε με μόνιμη εγκεφαλική βλάβη. Οπότε, όταν ακούω τη φωνούλα μέσα μου να λέει “μη φύγεις ακόμα”, την προσέχω». 

Αυτός ο μονόλογος που παρακολουθούμε στο έβδομο από τα οκτώ επεισόδια της μίνι σειράς του Netflix Unbelievable είναι ένας μονόλογος που καταδεικνύει ένα από τα κοινωνικά αγκάθια τα οποία αποκρύπτονται διαχρονικά και θίγει η σειρά, αυτό της ενδοοικογενειακής βίας. 

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στην ντετέκτιβ Karen Duvall ( Merritt Wever). Απέναντί της κάθεται η συνάδελφός της Grace Rasmussen (Toni Collette). Καθώς τα επεισόδια προχωράνε, οι δύο γυναίκες αναπτύσσουν σταδιακά μια φιλική σχέση. Στην πραγματικότητα δεν έγινε ποτέ αυτό μεταξύ τους. Γιατί το Unbelievable βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και αυτό είναι το πιο ανατριχιαστικό του κομμάτι. 

Δεν έχει κάτι υπέρτατο σε ερμηνείες ή σκηνοθεσία το Unbelievable. Έχει μια τρομερά δυνατή ιστορία. Και ορισμένες φορές αυτό είναι υπεραρκετό για να σε κάνει να απομυζήσεις μια τηλεοπτική σειρά ή ένα οποιοδήποτε περιεχόμενο.

Αυτή είναι και η ιδιαιτερότητα του Unbelievable. Εκεί που έχεις πειστεί ότι το ενδιαφέρον σου είναι καθαρά εγκληματολογικό και ενθουσιάζεσαι στις σκηνές εξεύρεσης των στοιχείων, στο τέλος, χάρη και στην σχετική ευκολία με την οποία βρίσκεται ο υπαίτιος, αναρωτιέται για την Μαρί Άντλερ πώς συνεχίζει. Βλέπεις ένα υφιστάμενο πρόβλημα που ταλανίζει μια τεράστια χώρα.

Απηχεί σε σκουριασμένες κλειδώσεις της αμερικάνικης κοινωνίας το Unbelievable. Όχι μόνο γιατί πρόκειται για αληθινά γεγονότα, αλλά και γιατί οι κοινωνίες αυτές δείχνουν να μη μαθαίνουν από τα λάθη τους. Λειτουργούν ξανά με τον ίδιο τρόπο.

ΠΗΓΕΣ: https://www.athensvoice.gr/culture/tv/581618_unbelievable-i-nea-mini-seira-toy-netflix-poy-prepei-oposdipote-na-deis , https://menshouse.gr/sires-tenies/116502/unbelievable-i-nea-mini-seira-toy-netflix-einai-ayto-poy-leei-o-titlos-tis , https://popaganda.gr/art/unbelievable-netflix/

H ένοικος του Γουάιλντφελ Χωλ,ένα κρυμμένο φεμινιστικό διαμάντι του ΒΒC

Οι αδελφές Μπροντέ είναι μια ευρέως γνωστή οικογένεια της Βικτωριανής λογοτεχνίας. Ιδίως, τα έργα των δύο πρώτων: Ανεμοδαρμένα ύψη και Τζέην Έυρ έχουν μείνει στο βάραθρο των εξιδανικευμένων ερωτικών ιστοριών, με τιςπρωταγωνίστριές τους Κάθριν καιΤζέην να συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά μιας τραγικής ηρωίδας και στα πρόσωπα των Χίθκλιφ και κ. Ρότσεστερ να αποτυπώνονται δύο εντελώς διαφορετικοί, αλλά εξίσου γοητευτικοί μέσα στα ελαττώματα τους.

Η μικρότερη, η Αν, αδίκως παραμελημένη από την ελληνική εκδοτική και μεταφραστική κοινότητα διαφοροποείται αισθητά από τις αδελφές της. Αν και μένει στο ίδιο μοτίβιο της ηθογραφικής προσέγγισης των ηρωών και της κοινωνίας στην οποία ζουν και δρουν, στην εμβάθυνση στον ψυχισμό τους, όπως αυτός διαμορφώνεται από τα ερεθίσματα που παίρνουν από τους γύρω τους και από τη δική τους ιδιόρρυθμη ιδιοσυγκρασία, προχωρά ένα βήμα παρακάτω από τις αδεφλές της και εντάσσει στο έργο της κοινωνκά μηνύματα.

Προτού, όμως, μιλήσουμε για το εξαιρετικό της λογοτεχνικό έργο, ας δούμε κάποια στοιχεία για τη ζωή της. Ανν Μπροντέ γεννήθηκε το 1820 στο Θόρντον του Γιορκσάιρ και ήταν το έκτο και τελευταίο παιδί του αιδεσιμώτατου Πάτρικ Μπροντέ και της Μαρίας Μπράνγουελ. Αδέλφια της ήταν η Μαρία (1814-1825), η Ελίζαμπεθ (1815-1825), η Σαρλότ (1816-1855), ο Πάτρικ Μπράνγουελ (1817-1848) και η Έμιλι (1818-1848). Λίγους μήνες μετά τη γέννησή της, ολόκληρη η οικογένεια μετακόμισε στο Χάουορθ, όπου έζησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους. Το 1821 η μητέρα της απεβίωσε και την ανατροφή των παιδιών ανέλαβε η αδελφή της, Ελίζαμπεθ Μπράνγουελ. Η Ανν υπήρξε η αγαπημένη της θείας της και ήταν επίσης πολύ δεμένη με την αδελφή της Έμιλι. Μέχρι τα 15 της χρόνια έλαβε κατ’ οίκον μόρφωση από τη θεία της και τον πατέρα της. Όπως και οι αδελφές της, διδάχτηκε μουσική και ζωγραφική και μελέτησε τους κλασικούς συγγραφείς. Στα δεκαπέντε της στάλθηκε για 2 χρόνια εσωτερική στο Roe Head School, στο οποίο δίδασκε η μεγαλύτερη αδελφή της Σάρλοτ. Σε ηλικία 19 ετών εργάστηκε για πρώτη φορά ως γκουβερνάντα. Λόγω της απειρίας της δεν κατάφερνε να επιβληθεί στα παιδιά και έτσι ύστερα από λίγους μήνες την απέλυσαν. Από το 1840 έως το 1845 εργάστηκε ως γκουβερνάντα στο σπίτι του αιδεσιμώτατου Ρόμπινσον. Επισκεπτόταν την οικογένειά της μόνο 2 φορές το χρόνο, τον Ιούνιο και στις γιορτές των Χριστουγέννων. Με την οικογένεια Ρόμπινσον έκανε διακοπές κάθε καλοκαίρι στην παραθαλάσσια κωμόπολη του Σκάρμπορο, την οποία και λάτρεψε.

Αφού εγκατέλειψε την εργασία της ως γκουβερνάντα, αφοσιώθηκε στη συγγραφή. Το 1846, η Σαρλότ, η Έμιλι κι η Άννα εξέδωσαν μια ποιητική συλλογή με τα ψευδώνυμα Κάρερ, Έλλις και Άκτον Μπελ. Η συνεισφορά της Ανν στη συλλογή ήταν 21 ποιήματα. Το Δεκέμβρη του 1847 δημοσιεύτηκε το πρώτο της μυθιστόρημα Agnes Grey (Άγκνες Γκρέι), εμπνευσμένο από τις εμπειρίες της ως γκουβερνάντα πλούσιων και κατά κανόνα κακομαθημένων παιδιών και τον Ιούνιο του 1848 δημοσίευσε αυτό που έμελλε να είναι το τελευταίο της μυθιστόρημα The Tenant of Wildfell Hall (H μισθώτρια του Γουάιλντφελ Χωλ), όπου ξεδιπλώνονται οι φεμινιστικές της θέσεις. Και τα δυο έργα τα εξέδωσε με το ανδρικό ψευδώνυμο Άκτον Μπελ, που είχε υιοθετήσει για τα ποιήματά της.Το τελευταίο αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης τη σειράς για την οποια ετοιμάσαμε το σημερινό μας άρθρο.

Το δεύτερο μυθιστόρημά της συνάντησε αμέσως μεγάλη επιτυχία και μέσα σε 6 εβδομάδες είχε κιόλας εξαντληθεί η πρώτη έκδοση. Πολλούς τους σόκαρε η φεμινιστική στάση της ηρωίδας, που παίρνει την τύχη στα χέρια της και εγκαταλείπει τον αλκοολικό και φιλήδονο άντρα της πηγαίνοντας όχι μόνο ενάντια στις βικτωριανές αντιλήψεις αλλά και ενάντια στους βρετανικούς νόμους. Δρα σαν αυθύπαρκτο ον και όχι σαν διακοσμητικό στολίδι, έρμαιο των ανδρών, όπως όριζαν οι κανόνες της εποχής. Από την άλλη μεριά, η συγγραφέας κατακεραυνώνει τους άνδρες που καταστρέφουν την οικογενειακή γαλήνη του σπιτιού τους εξαιτίας του αλκοολισμού, κάτι που γνώριζε και η ίδια πολύ καλά λόγω του εθισμού του αδελφού της Μπράνγουελ, ο οποίος, αφού δημιούργησε ουκ ολίγα προβλήματα στις αδελφές του, τελικά απεβίωσε τον Σεπτέμβρη του 1848.

Μετά τον Μπράνγουελ, ήταν η σειρά της Έμιλι, η οποία απεβίωσε τον Δεκέμβρη του 1848. Στην Ανν κόστισε πολύ ο θάνατος της αγαπημένης της αδελφής και όταν ο γιατρός την επισκέφθηκε, δεν της έδωσε ελπίδες, αφού η φυματίωση ήταν σε τελευταίο στάδιο. Καθώς παρουσίασε όμως μια μικρή βελτίωση, αποφάσισε να πάει στο παραθαλάσσιο Σκάρμπορο, με την αμυδρή ελπίδα πως ο θαλασσινός αέρας θα την ωφελούσε. Στις 24 Μαΐου έφυγε με την αδελφή της Σάρλοτ για το Σκάρμπορο, όπου άφησε την τελευταία της πνοή το απόγευμα της 28ης Μαΐου 1849. Η αδελφή της αποφάσισε να μην τη μεταφέρει στον τόπο κατοικίας τους αλλά να την θάψει στο Σκάρμπορο.

Η Σάρλοτ Μπροντέ ήταν αντίθετη με το θέμα του έργου της Ανν The Tenant of Wildfell Hall και γι’ αυτό δεν επέτρεψε μετά το 1850 την ανατύπωσή του. Έτσι, κοινό και κριτικοί ξέχασαν για πολλά χρόνια τη μικρότερη από τις αδελφές Μπροντέ. Τα τελευταία χρόνια όμως, με το ενδιαφέρον που υπήρξε για τις γυναίκες συγγραφείς, τα έργα της Ανν Μπροντέ βγήκαν από τη λήθη και το The Tenant of Wildfell Hall, ακριβώς για το θέμα του, θεωρείται από πολλούς ένα από τα πρώτα φεμινιστικά έργα και ένα κλασικό της αγγλικής λογοτεχνίας.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια μικρή και κλειστή κοινωνία της Βρετανικής εξοχής, στην οποία καταφθάνει ξάφνου μια μυστηριώδης γυναίκα με το γιο της. Αυτό θα συνταρράξει τους ολιγάριθμους, αλλά πολύ περίεργους κατοίκους, οι οποίοι μέσα από εικασίες, αδιάκριτες ερωτήσεις για τη ζωή και τις πεποιθήσεις προσπαθούν, μάταια βέβαια, να βρουν την άκρη του νήματος. Όλοι νομίζουν πως πρόκειται για χήρα, μα αργότερα αποκαλύπτεται πως η γυναίκα αυτή δεν έχει χάσει, αλλά έχει εκούσια εγκαταλύψει τον μέθυσο βίαιο και άπιστο άντρα της. Κάτι τέτοιο είναι σκανδαλιστικό για την ελισαβετιανή εποχή. Ωστόσο, για την πρωταγωνίστρια ήταν απλά μια ανάγκη να σώσει τον εαυτό της και το παιδί της από την αυτοκαταστροφικότητα του άνδρα της και πατέρα του. Η Έλεν, όπως ονομάζεται ο κύριος χαρακτήρας, θα τα εκμυστηρευτεί αυτά μόνο στον Γκίλμπερτ,έναν νέο αγρότη που την ερωτεύεται παράφορα. Οι δυσκολίες που περνούν λόγω της μικροπρέπειας του κόσμου που τους περιβάλλει, της μισαλλοδοξίας και του δήθεν καθωσπρεπισμού, αλλά και τα εμπόδια που θέτει ο σύζυγος της Έλεν μένει να φανεί αν θα σταθούν τροχοπέδη στον έρωτά τους .

Το 1996, το BBC, αποφασίζει να μεταφέρει το έργο στη μικρή οθόνη σε σκηνοθεσία του Μάικ Μπέικερ. Και η προσπάθεια στέφεται με επιτυχία. Με τους Τάρα Φιτζέραλντ στο ρόλο της Έλεν Γκράχαμ, τον Ρούπερτ Γκρέιβς στον ρόλο του συζύγου της Άρθουρ Χάντινγκτον και τον Τόμπι Στίβενς στο ρόλο του Γκίλμπερτ Γκράχαμ, το έργο φτάνει και στα βραβεία BAFTA. Η σκηνοθεσία, σκοτενή όπως το μυστηριώδες κλίμα που πλαισιώνει το έργο, μεταφέρει υπέροχα στο σκηνικό στο οποίο ξεδιπλώνεται η ιστορία. Η Τάρα ως Έλεν είναι μαγευτική. Δυναμική, αγέρωχη, στοργική, ανοιχτόμυαλη, ένας μαχητής της ζωής για τη σωτηρία του εαυτού και του παιδιού της, που όμως ενλω πληγώθηκε δεν αρνείται από φόβο τον έρωτα ή την ευτυχία. Ο έξοχος Τόμπυ Στίβενς που μας έχει χαρίσει μια εξίσου καλή ερμηνεία και σην Τζέην Έυρ ως Έντουαρτ Ρότσεστερ, έρχεται σε έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο, αυτό του γλυκού, αθώου και αγαθού Γκίλμπερτ, τον οποίο υποστηρίζει για άλλη μια φορά άψογα να αποδώσει με μια υποκριτική ακρίβεια τον χαρακτήρα που η Αν Μπροντέ αποτύπωσε στο βιβλίο της.

Οι δύο πρωταγωνιστικές ερμηνείες μαζί με όσες τις πλαισιώνουν, η επιλογή της ζοφερής σκηνοθεσίας, τα πολύ όμορφα βικτωριανά κουστούμια και η ωραια μουσική συνθέτουν μια σειρά 3 επεισοδίων που δεν πρέπει να χάσετε.

Πηγές: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD_%CE%9C%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AD#%CE%98%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%C

Περηφάνια και Προκατάληψη: Η καλύτερη μεταφορά του βιβλίου

Η Τζέην Ώστεν έχει αναγνωριστεί διεθνώς ως μια από τις πιι σπουδαίες συγγραφείς της Βικτωριανής περιόδους που παρά τον σύντομο βό της κατάφερε να ολοκληρώσει πολλά σημαντικά έργα που άφησαν ιστορία στην λογοτεχνία. Η κορωνίδα όλων αυτών ίσως υπήρξε το “Περηφάνεια και Προκατάληψη”. Αυτό το βιβλίο αγαπήθηκε όσο λίγα ρομαντικά μυθιστορήματα. Το ίδιο και οι ήρωές του: η ασυμβίβαστη κι ανεξάρτητη Ελίζαμπεθ Μπένετ και ο αινιγματικός και εσωστρεφής κύριος Ντάρσι. Ο έρωτας τους τόσο δαιδαλώδης , όσο και οι χαρακτήρες τους και τόσο βαθύς, όσο και η ηθογραική προοπτική που έχει χαρίσει η πέννα της συγγραφέως μέλλει να θριαμβεύσει στο τέλος του λαβυρίνθου που ξεδιπλώνεται στο βιβλίο.

Η Ελίζαμπεθ με τις αδελφές της: Μαίρη, Λίντια, Κίττυ, Τζέην

Ήταν αναμενόμενο ένα έργο τέτοιου ενδιαφέροντος να μεταφερθεί στη μικρή και στη μεγάλη οθόνη. Πράγματι αυτό συνέβη με πολλές φορές με εξίσου μεγάλη επιτυχία. Στον κινηματογράφο, η Κίρα Νάιτλι και ο Μάθιου Μακφάιντεν ενσάρκωσαν τους δύο πρωταγωνιστές το 2005 στην πιο γνωστή, ίσως, στο ευρύ κοινό μεταφορά του βιβλίου. Είχε προηγηθεί το 1940 μια αρκετά διαφορετική από την πραγματική ιστορία μεταφορά στο σινεμά, όπως και ακολούθησε μια ακόμη περισσότερο διαφορετική στην τηλεόραση. Αν έπρεπε όμως να διαλέξουμε την πιο άρτια μεταφορά του έργου, από κάθε άποψη, χωρίς δεύτερη σκέψη θα καταλήγαμε στην σειρά του 1995 του BBC σε σενάριο του Άντριου Ντέιβις (βραβευμένος με ΕΜΜΥ «Pride and Prejudice», «Bleak House», «Mr. Selfridge»), σκηνοθεσία του Σάιμον Λάνγκτον και τους Κόλιν Φερθ και Τζένιφερ Ελ.

Η υπόθεση; Ορίστε:Στην επαρχιακή Αγγλία του 19ου αιώνα, ο κύριος και η κυρία Μπένετ έχουν πέντε κόρες που είναι όλες ανύπαντρες. Όταν ένας πλούσιος και ευχάριστος νέος μετακομίζει στη γειτονιά, η κυρία Μπένετ ελπίζει να τον εξασφαλίσει ως γαμπρό για την όμορφη μεγαλύτερη κόρη της, δίδα Τζέιν Μπένετ. Η εκκολαπτόμενη σχέση όμως σαμποτάρεται από τον υπερόπτη φίλο του νεαρού, κύριο Ντάρσι, που θεωρεί το προξενιό ακατάλληλο. Όταν ο κύριος Ντάρσι με τη σειρά του ερωτεύεται τη δεύτερη κόρη των Μπένετ, δίδα Ελίζαμπεθ Μπένετ, η συγκαταβατική πρότασή του για γάμο απορρίπτεται από την Ελίζαμπεθ με ειρωνεία και η προσέγγιση φαίνεται να σταματά. Εντούτοις, τα γεγονότα συνωμοτούν για να συνδέσουν τα διάφορα μέλη, παρά τα εμπόδια και τις παρεξηγήσεις που τα χωρίζουν. Η περηφάνια της μιας πλευράς και η προκατάληψη της άλλης σιγά-σιγά προσπερνιούνται και οι χαρακτήρες αποκομίζουν μεγαλύτερη γνώση του εαυτού τους και των άλλων.

Η συγκεκριμένη τηλεοπτική παραγωγή πέτυχε μέσα σε μόλις έξι επεισόδια των 50 λεπτών περίπου τον καθένα να ταξιδέψει τον τηλεθεατή σε μια εντελώς μακρινή από τον ίδιο εποχή, διαφορετική από αυτή που ζούμε και γνωρίζουμε, αλλά και όμοια σε πολλά πράγματα. Στην εποχή αυτή ο έρωτας και οι ανθρώπινες σχέσεις φαίνονται να είναι πιο ανεπιτήδευετες και αγνές από σήμερα, παραμένουν όμως περίπλοκες, κι απαιτητικές, αφού παρεισφρύουν στοιχεία όπως η κοινωνική θέση, η περιουσιακή κατάσταση, οι γνωριμίες. Ο ρόλος της γυναίκας ήταν σαφώς περιορισμένος, ειδικά εκείνης η οποία στερούταν την περιουσία που θα την καθιστούσε ως ένα βαθμό αυτόνομη. Και για τον άνδρα όμως ισχύει το ίδιο, στις περιπτώσεις που είτε δεν έχει επαρκείς πόρους είτε η κατεύθυνση της ζωής του δίδεται κατόπιν υποδείνξεων των συγγενών στους οποίους είναι οικονομική αγκυστρωμένος. Υπό αυτές τις συνθήκες οι ήρωες της Ώστεν καλούνται να γνωριστούν, να προσεγγιστούν και να πάρουν αποφάσεις που θα καθορίσουν τη μετέπειτα ζωή τους , σχεδόν σ’ ελάχιστο χρόνο και με ελάχιστη προσωπική επαφή. Αυτό δεν είναι διόλου εύκολο, αφού οι προσωπικότητες δεν φανερώνονται εξ ολοκλήρου, πτυχέςτου χαρακτήρα μένουν κρυμμένες ή παρερμηνεύονται, γνώμες στηριγμένες σε φήμες και μισαλλοδοξίες σχηματίζονται. Ο χαρακτήρας του βιβλίου και της σειράς καλείτα να ξεπεράσει όλα αυτά τα εμπόδια, όλες τις ταμπέλες που θέτει ο ανθρώπινος νους και η κοινωνική αδιακρισία μασκαρεμένη με ένα δήθεν ενδιαφέρον για τον πλησίον. Μέσα από αυτή τη διαδιακασία δεν γνωρίζει απλά τον άλλον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί του, αλλά τον ίδιο του το εαυτό. Μοιάζει σαν να βλέπει σε έναν καθρέφτη την αντανάκλασή του, με τα ελαττώματα και τις ατέλειές της. Τότε μόνο υπερβαίνει την περηφάνεια και την προκαταλάψη, που δίνουν τη θέση τους στην κατανόηση και στον έρωτα.

Την “Ελίζαμπεθ Μπένετ” ενσαρκώνει η Jennifer Ehle, μια ηθοποιός που θα έλεγε κανείς πως μοιάζει εμφανησιακά με την Λίζι της Ώστεν και όμως με μια γυναίκα εκείνης της περιόδου. Η ερμηνεία της είναι ακριβής, χωρίς υπερβολές, αλλά με μια ένταση, όπως αρμόζει και στον ρόλο που υποδύεται. Σίγουρα, τα υπέροχα φορέματα, το προσεγμένο σκηνικό προσδίδουν μια αληθοφάνεια.

Αυτό που ξεχώρισε όμως ήταν αδιαμφισβήτητα ο Colin Firth. Το βλέμμα, οι κινήσεις ήταν πολύ δυνατά στοιχεία του ηθοποιού που οδήγησαν το κοινό να τον ταυτίσει απόλυτα με τον Ντάρσι, που από εγωκεντρικός, περήφανος και αδιάλλαχτος χαρακτήρας, αναστράφηκε σε μυστηριώδης και κλειστός στ αμάτια του. Η ερμηνεία του ήταν αριστουργηματική. Δεν κέρδισε άδικα παγκόσμια φήμη μετά απ’ αυτή τη σειρά. Μάλιστα η ιστορική σκηνή με τον “κύριο Ντάρσι” να βγαίνει μέσα από τη λίμνη με βρεγμένο πουκάμισο κολλημένο πάνω του κι απ’ το πουθενά να πέφτει πάνω στην αποσβολωμένη “Ελίζαμπεθ Μπένετ” ανακηρύχτηκε μια από τις 100 καλύτερες στιγμές της βρετανικής τηλεόρασης.

Με τη σειρά της, η μεταφορά αυτή απέσπασε πολλάβραβεία (Βραβείο EMMY – Κοστουμιών σε Μίνι Σειρά, Βραβείο BΑFTA – Α΄ Γυναικείου Ρόλου, Βραβείο BANFF – Καλύτερης Μίνι Σειράς, Broadcasting Press Guild Awards – Ανδρικού Ρόλου, Βραβείο OFTA, Βραβείο TCA και Writers’ Guild of Great Britain – Καλύτερη Δραματοποιημένη Σειρά) και αναγνωρίστηκε ως μια από τις καλύτερες. Δε χρειάζεται κανείς να είναι θαυμαστής της Ώστεν για να αγαπήσει τον τρόπο που ενσαρκώνονται οι ρόλοι, την ένταση στην ατμόσφαιρα, την εναλλαγή μεταξύ τρυφερότητας και απεέχθειας, αγάπης και αδιαφορίας. Το μόνο που χρειάζεται είναι μια διάθεση να ερωτευτείτε γιατί αυτή η σειρά σίγουρα θα σας δώσει την ευκαιρία. Καλή θέαση!

Πηγές:

«Περηφάνια και προκατάληψη» στην ΕΡΤ2 -Το τέταρτο επεισόδιο

https://tisfanistisfanikeoraio.wordpress.com/2016/02/14/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7-%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9/

Looking for Alaska: Αναζητώντας την μεγάλη αλήθεια της ζωής

Το πρώτο βιβλίο του John Green, που εκδόθηκε το 2005 και μεταφράστηκε στα ελληνικά με τίτλο Αναζητώντας την Αλάσκα έγινε σειρά οκτώ επεισοδίων από το Hulu με πρωταγωνιστές τους Kristine Froseth και Charlie Plummer και έκανε πρεμιέρα εχθές, Παρασκευή 18 Οκτωβρίου.

Στο μυθιστόρημα του Green την ιστορία αφηγείται ο έφηβος Miles “Pudge” Halter, ο οποίος ξεκινάει τη φοίτησή του σε ένα ιδιωτικό σχολείο όπου γνωρίζει την νεαρή Alaska Young. Ο Pudge ερωτεύεται την Alaska, όμως όταν εκείνη φύγει ξαφνικά από τη ζωή, αναγκάζεται να ερευνήσει την αλήθεια πίσω από τον θάνατό της και να συμβιβαστεί με αυτήν.

Η σειρά αποτελείται από 8 επεισόδια και θα είναι μίας σεζόν, γενικά έχει αρκετά καλές κριτικές μετά την πρεμιέρα του πρώτου επεισοδίου. Άλλοι ηθοποιοί που παίζουν στην σειρά είναι οι Denny Love (Κόλονελ), Jay Lee (Τακούμι), Sofia Vassilieva (Λάρα), Landry Bender (Σάρα), Uriah Shelton (Λόνγκγουελ), and Jordan Connor (Κέβιν). Ο John Green ηταν παραγωγός της σειράς και παρεβρέθηκε σε όλη την διάρκεια των γυρισμάτων στο σετ, καθοδηγώντας και συμβουλεύοντας τους ηθοποιούς. Κάθε επεισόδιο τελειώνει με κάποιο μυστηριώδες και φαινομενικά φοβερό γεγονός και μία αντίστροφη μέτρηση προς την μεγαλύτερη ανατροπή ολόκληρης της σειράς. Εάν δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο, ετοιμαστείτε για ένα μεγάλο σοκ.

Το Αναζητώντας την Αλάσκα δεν είναι το μοναδικό αριστούργημα στο είδος του, αλλά έχει μοναδικά μηνύματα. Καταγράφει με μοναδικό τρόπο την ανεξίτηλη επίδραση που μπορεί να ασκήσει μια ζωή πάνω σε μια άλλη. Ο Miles για πρώτη φορά θα γνωρίσει την έννοια της συντροφικότητας.Θα βιώσει τι σημαίνει αλληλεγγύη.Πάνω από όλα όμως στο πρόσωπο της «αιρετικής» συμφοιτήτριας του, Αλάσκα, με το απρόσμενο όνομα και τον απροσδόκητο χαρακτήρα- θα μάθει τι σημαίνει αγάπη, θα δοκιμάσει την ανατροπή των σταθερών του και την οδύνη που μπορεί να φέρει η απώλεια του έρωτα, οδηγώντας όμως έτσι στην ανάδυση της ενήλικης “ταυτότητάς” του.

Πρώτη φορά οι νεαροί μας έφηβοι θα βιώσουν την έννοια της Απώλειας όχι μόνο ενός προσώπου, αλλά και της ίδιας της ψευδαίσθησης «αθανασίας» που ψευδεπίγραφα παρέχει η απολυτότητα της εφηβικής σκέψης απέναντι στα πράγματα.Καθένας θα αναζητήσει νέους ρόλους μετά την υποχώρηση αυτής της σταθεράς κι η οδύνη θα κατευθύνει προς στην αυτογνωσία.

Έτσι ο Μάιλς Χάλτερ θα ανακαλύψει πως ο Άνθρωπος δεν μπορεί να απαντήσει το Μεγάλο Ίσως της ζωής του περιχαρακωμένος στον εαυτό του.

Διότι μπορεί η απάντηση να είναι προσωπική υπόθεση του καθενός όμως η συνύπαρξη με τους γύρω, η ένταξη σε ένα σύνολο, η Φιλία κι η ψυχική επαφή με τον Άλλον δίνουν στο άτομο το ψυχικό σθένος να αναμετρηθεί με τα ερωτήματα της ύπαρξης.Έννοιες όπως η αλληλεγγύη, η αγάπη, η αυτοθυσία και η ακεραιότητα νοηματοδοτούν την εφήμερη ύπαρξη του ανθρώπου.

Γιατί αν τα «τελευταία λόγια» του ανθρώπου, σαν αυτά που γοητεύουν τον Χάλτερ, αποτυπώνουν την απώτερη αλήθεια του καθενός, υπάρχουν και κάποιες αλήθειες που πρέπει να τις αρθρώσει κανείς αρκετά πριν την Ύστατη Ώρα, με ανώτερο το αίσθημα της αγάπης, για να δικαιούται να αναφωνήσει στο τέλος «Έζησα».

https://www.youtube.com/watch?v=rWNlrgNNVm4

Πηγές:

https://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=197427

Πρώτες φωτογραφίες από τη σειρά που βασίζεται στο βιβλίο “Αναζητώντας την Αλάσκα” του John Green

https://ew.com/tv/2019/10/16/looking-for-alaska-hulu-adaptation-john-green-cast-interviews/

The Handmaid’s Tale: η τρομακτική δυστοπία που πρέπει να παραμείνει fiction

Το 2017 συνέβη κάτι τεράστιο στον χώρο της μικρής οθόνης. Η σειρά The Handmaid’s Tale είναι μια δυστοπία όχι αυτού που θα μπορούσε να εμφανιστεί. Αλλά εκείνου που έχει απαντήσει σε πολλές περιπτώσεις η ιστορική καταγραφή. Και αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά του έργου σε σχέση με άλλα.

Μέχρι σήμερα το τηλεοπτικό πεδίο αναζητούσε τις δυστοπίες που ενέχουν μέσα τους μια ισχυρή δόση φουτουρισμού. Αφορούν δηλαδή μια αποκλίνουσα προοπτική ενός μέλλοντος που ο άνθρωπος θέλει και κυνηγάει εδώ και χρόνια. Πλέον, έχουμε το πρώτο δείγμα από ένα είδος δυστοπίας που διαφέρει. Δεν το αποζητά η κοινωνία, γιατί έδωσε και εξακολουθεί να δίνει αγώνες για να το εξαλείψει.

Η ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ ως επιστέγασμα όσων περιφρονητικών έχει πει για τις γυναίκες έδωσε το έναυσμα για θεωρήσεις ότι το The Handmaid’s Tale ίσως να έχει χαρακτήρα ντοκιμαντέρ. Το βιβλίο της Μάργκαρετ Άτγουντ που το Hulu μετέτρεψε σε σειρά, ευτυχώς ως σήμερα δεν περιέχει κάποιο ντοκιμαντερίστικο στοιχείο. Είναι fiction και εκεί θα (πρέπει να) παραμείνει. Πρόκειται για μια ιστορία εμπνευσμένη και γραμμένη από μια γυναίκα που κατάφερε να μην οριστεί από το αρσενικό σε μια πιο βαθιά συντηρητική εποχή, πίσω στο 1985. Ίσως στάθηκε τυχερή γιατί γεννήθηκε στον Καναδά. Σε κάθε περίπτωση η πολύ δραστήρια Άτγουντ θέλησε να κάνει χαρτί, λέξεις, συνεκτικότητα και κυρίως φαντασία, εκείνο που κάποτε υπήρξε, αλλά δεν θα ξαναϋπάρξει.

Το σύμπαν του βιβλίου και πλέον της σειράς μιλάει για ένα καθεστώς. Οι ΗΠΑ δεν υπάρχουν πια. Υπάρχει η Νέα Αγγλία ή το Κράτος του Γκίλεντ. Οι Γιοι του Ιακώβ, μια φαλλοκρατική αίρεση, κατέλυσε το πολίτευμα και εγκαθίδρυσε τον κόσμο όπου η γυναίκα είναι πιο υπό κι από υπό. Κεντρική φιγούρα είναι η υπηρέτρια Offred(Of Fred, δηλαδή ανήκει στον κύριο της/συσχετισμός και με το offered, δηλαδή αυτή που προσφέρεται). Η θέση της Offred (Elisabeth Moss) στη νέα τάξη πραγμάτων βρίσκεται στον πάτο της κοινωνικής κλίμακας. Στην κάστα των Marthas. Υπάρχουν γυναίκες με καλύτερη μοίρα από αυτήν. Όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά επειδή χρειάζεται ένας βοσκός να μαζεύει τα πρόβατα.

Οι υπηρέτριες έχουν έναν σκοπό: την υποταγή στον αφέντη. Υποταγή όχι μόνο με τα μάτια, αλλά και με το σώμα. Δεν υποχρεούνται να κατεβάζουν το βλέμμα και να κρύβονται από την κοινή θέα. Υποχρεούνται να κάνουν έρωτα με τον αφέντη τους για να τις γονιμοποιήσει και μετά να τους πάρει το παιδί. Κι όχι μόνο με τον αφέντη. Με κάθε αρσενικό. Η ανώτερη θέση που μπορεί να πάρει μια γυναίκα στη χώρα του Γκίλεντ είναι σύζυγος κάποιου αφέντη. Έχει περισσότερες ανέσεις και ελευθερίες σαφώς, όμως οφείλει να κανονίζει τις ερωτικές συνευρέσεις του άντρα της. Στο Handmaid’s Tale αυτόν τον ρόλο τον έχει η Yvonne Strahovski.

Η ιστορία εστιάζει στην κεντρική ηρωίδα, Offred, η οποία ενώ ζούσε μια κανονική οικογενειακή ζωή, από την μια μέρα στην άλλη, θρησκόληπτοι διέλυσαν την οικογένεια της, της πήραν την κόρη, της άλλαξαν το όνομα και την έκαναν σκλάβα του σεξ στην ίδια της τη χώρα. Σε μια χώρα στην οποία πλέον κυριαρχεί η βία και ο θάνατος για όποιον δεν θέλει να μπει στα καλούπια του νέου καθεστώτος, η Offred προσπαθεί να βρει την κόρη της και να επιβιώσει χωρίς να χάσει τον εαυτό της και να ανακαλύψει αν υπάρχει κάποια διέξοδος από αυτό τον εφιάλτη. Και θα το κάνει πάση θυσία.

Με τις εκφράσεις να αντικαθιστούν το make up στο καθαρό πρόσωπό της, η γνωστή από το «Mad Men», Elisabeth Moss, μπαίνει στο κέντρο της κάμερας και καθρεφτίζει στις αντιδράσεις της την πάλη μιας γυναίκας να επιβιώσει σε ένα πατριαρχικό σύστημα. Από την υποταγή μέχρι τον πόνο και από την απόγνωση μέχρι τα νεύρα, αυτή η πρωταγωνίστρια δικαίως πήρε και το Emmy καλύτερης ηθοποιού σε δραματική σειρά.

Όπως λέει και ο Guardian, μετά το τέλος κάθε επεισοδίου σου παίρνει ώρα να βγεις από την οθόνη και να γυρίσεις στην πολύχρωμη πραγματικότητα. Η τηλεόραση σκουραίνει, τα ρούχα παίρνουν συγκεκριμένη απόχρωση και παίζουν τον δικό τους ρόλο και ένας καινούργιος περίεργος κόσμος ανοίγεται μπροστά σου.

Δεν είναι πολλές οι σειρές που μπορούν να σε ακουμπήσουν με αυτόν τον τρόπο. Μετά από ορισμένα επεισόδια νιώθεις πραγματική απέχθεια για το ανθρώπινο γένος και πολλές φορές αισθάνεσαι και κάτι να σε βαραίνει: για αυτό ευθύνεται είναι η σύνδεσή που άθελά σου έχεις κάνει με την κοινωνία που ζούμε και την καταπίεση που βιώνουν συχνά σε αυτή οι γυναίκες αλλά και οι άντρες. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια αργή και ατμοσφαιρική σειρά, που καταφέρνει να τρομάζει τον θεατή, χωρίς να χρησιμοποιεί “φτηνά” jump scares, άλλα με έναν εσωτερικό τρόμο που πηγάζει από το πόσο οικείο φαντάζει αυτό το εναλλακτικό σύμπαν στο οποίο διαδραματίζεται η πλοκή.

Η ίδια η συγγραφέας, η θρυλική πλέον Margaret Atwood, εμφανίζεται στον πιλότο της σειράς υποδυόμενη την Aunt που χαστουκίζει την Offred. Αν και το δυστοπικό μέλλον που απεικονίζεται στην ιστορία του The Handmaid’s Tale μπορεί να φαίνεται αδιανόητο σενάριο στον πραγματικό κόσμο, η Atwood σε άρθρο της στη Guardian το 2012 είχε επισημάνει ότι σκοπός της ήταν να αποτυπώσει όλες τις φρικαλεότητες που οι άνθρωποι έχουν ιστορικά διαπράξει ο ένας εναντίον του άλλου μέσα στα χρόνια, τις δεκαετίες και του αιώνες. Τόνισε μάλιστα ότι επ’ ουδενί δεν ήθελε να κατηγορηθεί ότι παραπλανεί τους θεατές, παρουσιάζοντας τον άνθρωπο ικανό για τερατώδεις πράξεις.

Παρά την καναδική της καταγωγή, η Atwood επέλεξε η ιστορία της να διαδραματίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή πίστευε ότι για το καναδικό κοινό δεν θα έμοιαζε αληθοφανές ένα ακραίο ολοκληρωτικό καθεστώς στη χώρα τους. Σε συνέντευξή της στο Teen Vogue, σημείωσε: “Θα προκαλούσε αντιδράσεις στο Κεμπέκ, μιας και ιστορικά ο Καναδάς ήταν, είναι και μάλλον θα είναι το μέρος που δεν εγκαταλείπεις, αλλά καταφεύγεις σ’ αυτό για μια καλύτερη ζωή”. Η σειρά, ωστόσο, γυρίστηκε στον Καναδά, σε Τορόντο και Οντάριο.

Εκτός από τον βασικό χαρακτήρα που ξεδιπλώνεται αναζητώντας κάθε φορά διαφορετικούς τρόπους επιβίωσης – από τον έρωτα μέχρι την υποκρισία –, όσο περνούν τα επεισόδια βλέπεις την εξέλιξη και στους υπόλοιπους χαρακτήρες – οι οποίοι αναδεικνύονται με μοναδικές ερμηνείες. Από την Aunt Lydia μέχρι την Janine και τον Nick, η οθόνη πλημμυρίζει συναισθήματα. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι αυτή της Moira, η οποία στο βιβλίο είναι λευκή και την ενσαρκώνει στην οθόνη η Samira Wiley. Σύμφωνα με το μυθιστόρημα, όλοι οι μαύροι πολίτες εξοστρακίζονται στη Δύση από το ρατσιστικό καθεστώς. Ωστόσο, ο παραγωγός Bruce Miller σκέφτηκε ότι αυτό είναι κάτι που δύσκολα θα απεικονιζόταν διαρκώς στην οθόνη και θα προκαλούσε δυσφορία στους θεατές, οπότε αποφάσισε να αλλάξει αυτή τη λεπτομέρεια.

Οι στολές των πρωταγωνιστών έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς οι στολές των handmaids είναι, σύμφωνα με την Atwood, κόκκινες, επειδή το κόκκινο παραπέμπει στο αίμα της γέννας και στη Μαρία Μαγδαληνή. Επίσης, είναι ένα χρώμα που ξεχωρίζει από μακριά, κάτι που είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στο να εντοπίζονται εύκολα οι γυναίκες που τρέπονται σε φυγή από το καθεστώς. Αντιθέτως εξηγεί ότι τα κοστούμια των συζύγων είναι μπλε ακριβώς λόγω της αγνότητας (χρώμα της καθαρότητας της Παρθένου Μαρίας).

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το ότι αρχικά η Atwood είχε τιτλοφορήσει το μυθιστόρημά της, Offred. Αργότερα, κι ενώ η συγγραφή του ήταν εν εξελίξει, αποφάσισε να το ονομάσει The Handmaid’s Tale για να τιμήσει το “Οι ιστορίες του Καντέρμπερυ” του Geoffrey Chaucer, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα 100 σημαντικότερα βιβλία όλων των εποχών. Η υπόθεσή του επιγραμματικά αφορά μια ομάδα από τριάντα περίπου άντρες και γυναίκες, που για να απαλύνουν τη μονοτονία και την πλήξη της οδοιπορίας τους, λένε ιστορίες μεταξύ τους, που αντανακλούν τα ήθη, την κουλτούρα και την κοινωνία του 14ου αιώνα στην Αγγλία…

Πάντως, είτε αυτή η επική σειρά έχει εμπνευστεί από τον πουριτανισμό, όπως ορισμένοι υποστηρίζουν, είτε από την σύγχρονη Αμερική, οι βιασμοί, τα τεράστια διλήμματα, οι σκηνές αιματοχυσίας, ο έρωτας, οι απόπειρες αυτοκτονίας και οι γέννες σίγουρα θα σε κάνουν να λυγίσεις. Δεν σταματά να σε βάζει απότομα σε σκέψεις που αγγίζουν μέχρι και την καθημερινότητά σου, γιατί δείχνει τι ακριβώς συμβαίνει όταν η ανθρωπότητα σιωπά μπροστά στην γυναικεία κακοποίηση. Είναι η σειρά “γροθιά στο στομάχι” που όλοι οφείλουν να δουν. Γιατί δεν πρέπει να συμβεί. Γιατί πρέπει να παραμείνει απλά έτσι. Μέσα από μία οθόνη.

Δείτε το τρέιλερ των 3 σεζόν παρακάτω. Η σειρά αναμένεται να έχει και τέταρτη σεζόν σύντομα. Μπορείτε να παρακολουθήσετε το teaser trailer αυτής παρακάτω.

Nolite te bastardes carborundorum, bitches.

= Don’ t let the bastards grind you down

ΠΗΓΕΣ: https://luben.tv/nerdcult/series/114988 , https://menshouse.gr/sires-tenies/35452/handmaids-tale-mia-skliri-dystopia-pou-apeti-gero-stomachi-gia-na-tin-dis , http://www.gazzetta.gr/entertainment/1139011/10-logoi-gia-na-xekiniseis-handmaids-tale-vid , https://esquire.com.gr/culture/tv/3172/25-pragmata-pou-pithanon-den-gnorizes-gia-to-the-handmaids-tale