Αφιέρωμα στο “βασιλιά” των σουρρεαλιστών, Σαλβαδόρ Νταλί


«Η μόνη διαφορά μου από τους σουρρεαλιστές είναι πως εγώ είμαι σουρρεαλιστής»

Μια από τις γνωστότερες ατάκες του Σαλβαδόρ Νταλί, περικλείει σε πολύ λίγες λέξεις την κοσμοθεωρία του Ισπανού καλλιτέχνη, αλλά και την πραγματικότητα: Τα έργα του είναι ίσως η πιο αγνή μορφή σουρεαλισμού που έχουμε δει στην ιστορία της ζωγραφικής και των Καλών Τεχνών γενικότερα. Με αφορμή το θάνατό του, στις 23 Γενάρη 1989, παρουσιάζουμε ένα μικρό δείγμα -σ.σ είχε φτιάξει πάνω από 1.500 πίνακες- της ιδιοφυίας του, μέσα από τα γνωστότερα έργα του, απ’όλες τις διαφορετικές φάσεις της καριέρας του.

«Η μόνη διαφορά μου από τους σουρρεαλιστές είναι πως εγώ είμαι σουρρεαλιστής». Μια από τις γνωστότερες ατάκες του Σαλβαδόρ Νταλί, περικλείει σε πολύ λίγες λέξεις την κοσμοθεωρία του Ισπανού καλλιτέχνη, αλλά και την πραγματικότητα: Τα έργα του είναι ίσως η πιο αγνή μορφή σουρεαλισμού που έχουμε δει στην ιστορία της ζωγραφικής και των Καλών Τεχνών γενικότερα. Με αφορμή το θάνατό του, στις 23 Γενάρη 1989, παρουσιάζουμε ένα μικρό δείγμα -σ.σ είχε φτιάξει πάνω από 1.500 πίνακες- της ιδιοφυίας του, μέσα από τα γνωστότερα έργα του, απ’όλες τις διαφορετικές φάσεις της καριέρας του.

Ο Σαλβαδόρ Νταλί είναι ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς ζωγράφους και συνδέεται με το καλλιτεχνικό κίνημα του υπερρεαλισμού.Είναι αναμφισβήτητα μία από τις πιο εκκεντρικές φυσιογνωμίες της σύγχρονης τέχνης. Ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης, σκηνογράφος, φωτογράφος, συγγραφέας, σχεδιαστής κοσμημάτων. «Η ζωγραφική είναι μόνο ένα απειροελάχιστο κομμάτι της προσωπικότητας μου» έλεγε ο ίδιος, σε πείσμα όλων όσων ήθελαν να αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του μόνο τον ζωγράφο. Ο ίδιος δήλωνε: «Στις επερχόμενες γενιές, θέλω ν’ αφήσω περισσότερο τα βιβλία μου, παρά τους πίνακές μου». Η πολυσχιδής προσωπικότητά του και το πραγματικά ανεξάντλητο σε όλους τους τομείς ταλέντο του, τον δικαίωσαν.

Η ζωή και το έργο του Σαλβαδορ νταλι σε 15 γεγονοτα:

1)Το πλήρες όνομά του είναι Salvador Domingo Felipe Jacinto Dalí i Domènech.

2)Γεννήθηκε στις 11/5/1904 στην πόλη Figueres στην Καταλονία και πέθανε στις 23/1/1989 σε ηλικία 84 ετών στη γενέτειρά του.

3)Ο μεγαλύτερος αδερφός του είχε το ίδιο όνομα με εκείνον και πέθανε λίγους μήνες πριν γεννηθεί ο ζωγράφος Dalí. Ο πατέρας του, επίσης με το όνομα Salvador, και η μητέρα του πίστεψαν πως ο δεύτερος γιος τους ήταν μετενσάρκωση του πρώτου, ιδέα που μετέδωσαν στο γιο τους από την ηλικία των 5.

4)Το 1921, πεθαίνει η μητέρα του από καρκίνο του μαστού, όταν ο ίδιος είναι 16 χρονών. Ο πατέρας του παντρεύεται την αδερφή της νεκρής γυναίκας του.

5)Το 1922, σε ηλικία 18 ετών, πηγαίνει στη Μαδρίτη και ξεκινά σπουδές στην Ακαδημία Τεχνών του Σαν Φερνάντο ( Real Academia de Bellas Artes de San Fernando). Εκεί ήρθε σε επαφή με το ρεύμα του κυβισμού αλλά και με τον ντανταϊσμό και γίνεται φίλος με τον Lorca και τον Buñuel.

6)To 1926, αποβλήθηκε λίγο πριν την αποφοίτησή του από τη Σχολή Καλών Τεχνών στη Μαδρίτη όπου φοιτούσε, επειδή δήλωσε ότι κανένας από τους καθηγητές του δεν ήταν ικανός να τον κρίνει. Συγκεκριμένα, είπε: «Λυπάμαι πολύ, αλλά είμαι απείρως πιο έξυπνος από αυτούς τους τρεις καθηγητές και γι’ αυτό αρνούμαι να εξεταστώ από αυτούς. Γνωρίζω το θέμα πάρα πολύ καλά».

7)Το 1929, συνεργάζεται με τον σκηνοθέτη Luis Buñuel για τη δημιουργία της ταινίας μικρού μήκους «Ανδαλουσιανός Σκύλος» (Un Chien Andalou). Ο Dalí βοηθά στο σενάριο της ταινίας, η οποία αποτελεί έως σήμερα την πιο καθαρή εφαρμογή του υπερρεαλισμού στον κινηματογράφο. Την επόμενη χρονιά, συμμετείχε στη δημιουργία της ταινίας του Buñuel «Η εποχή του χρυσού» ( L’Age d’Or).

8)Την ίδια χρονιά γνωρίζει τη Ρωσικής καταγωγής ElenaIvanovna Diakonova, γνωστή ως Gala, ένα πρόσωπο καταλυτικό για τη ζωή του. Η Gala άφησε για χάρη του τον σύζυγό της, τον ποιητή Paul Eluard. Παντρεύτηκαν το 1934 με πολιτικό γάμο και ξαναπαντρεύτηκαν στην εκκλησία το 1958.

9)To 1932 συμμετέχει στην πρώτη μεγάλη υπερρεαλιστική έκθεση στην Αμερική και αποσπά διθυραμβικές κριτικές.

10)Λίγο αργότερα, ο André Breton τον διαγράφει από το υπερρεαλιστικό κίνημα λόγω της υποστήριξής του στον δικτάτορα Φράνκο της Ισπανίας και των πολιτικών του θέσεων εν γένει. Ο Dalí δηλώνει το γνωστό πλέον «Ο υπερρεαλισμός είμαι εγώ» και ο André Breton επινοεί τον περίφημο αναγραμματισμό του ονόματος του Dalí, ”Avida Dollars” (που σημαίνει «άπληστος για δολάρια»), ασκώντας με αυτό τον τρόπο κριτική στο αμιγώς εμπορικό πνεύμα που κατά τη γνώμη των υπερρεαλιστών είχε αναπτύξει ο Dalí.

11)Θεωρήθηκε θερμός υποστηρικτής του φασιστικού καθεστώτος του Φράνκο και χαρακτηρίστηκε δυσμενώς για τις πολιτικές του θέσεις. Ο ίδιος το 1970 χαρακτήρισε τον εαυτό του «αναρχο-μοναρχικό» και δήλωσε ότι «δεν έχει πολιτική θέση, είναι αναρχικός, αλλά και μοναρχικός, και τα δύο όμως σε μεταφυσικό επίπεδο και όχι σε πολιτικό».

12)Οι σχέσεις με τον πατέρα του δεν ήταν καλές και η σύγκρουση μαζί του θα πρέπει να του κόστισε. Ο πατέρας του δεν ενέκρινε τη σχέση του γιου του με το κίνημα του Υπερρεαλισμού ούτε με τη Gala. Όταν ο τελευταίος απειλούσε να τον αποκληρώσει, ο Νταλί, μέλος τότε της ομάδας των υπερρεαλιστών, του έστειλε ένα προφυλακτικό που περιείχε το σπέρμα του με ένα σημείωμα όπου έγραφε «τώρα δεν σου χρωστώ πλέον τίποτε».

13)Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Πού είναι το ρολόι μου»;

14)Πέθανε από καρδιακό επεισόδιο στην πόλη όπου γεννήθηκε και ο τάφος του βρίσκεται μέσα στο μουσείο του στην πόλη Figueres, όπως είχε ζητήσει ο ίδιος.

15)Την επομένη του θανάτου του, η εφημερίδα «Le Monde» έγραφε: «Ainsi finit Dali, clown et génie du 20ème siécle» («Έτσι τελείωσε ο Νταλί, κλόουν και ιδιοφυΐα του 20ού αιώνα»).

Ο Dalí και η Gala

Γνωρίστηκαν το 1929, ενώ η Gala ήταν ακόμα παντρεμένη με τον ποιητή Paul Eluard. Παντρεύτηκαν το 1934 με πολιτικό γάμο και ξαναπαντρεύτηκαν στην εκκλησία το 1958.

Ο Buñuel υπήρξε μάρτυρας της πρώτης τους συνάντησης και στα απομνημονεύματα του λέει: «Μέσα σε μια νύχτα ο Νταλί άλλαξε τόσο που δεν τον αναγνώριζες. Το μόνο που έκανε ήταν να μιλάει για τη Γκαλά, επαναλαμβάνοντας καθετί που είχε πει εκείνη. Μια πλήρης μεταβολή». Για να περιγράψει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Dalí χρησιμοποίησε τις λέξεις «μεταμορφωμένος», «ξετρελαμένος», «μαγεμένος».

Για τον Νταλί, η Gala αποτελούσε πάντα την ενσάρκωση του απολύτου. Σύντροφος, φίλη, μούσα: Η Gala ήταν πάντα παρούσα στη ζωή και την καλλιτεχνική του πορεία. Ο ίδιος συχνά την απεικόνιζε ως ενσάρκωση μυθολογικών προσώπων της αρχαιότητας και την θεωρούσε «αγία». Αποτελούσαν περισσότερο ένα αχώριστο «δίδυμο», παρά ένα αμιγώς ερωτικό ζευγάρι.

Εκείνος ήταν απόλυτα εξαρτημένος από εκείνη και αρκούνταν στο να παρακολουθεί τις συχνές ερωτικές συνευρέσεις της με νέους άνδρες, χωρίς ποτέ να συμμετέχει. Ο Buñuel τον χαρακτήριζε «ανέραστο, που έχει ως μοναδικό έρωτα την Τέχνη».

Ο ίδιος έλεγε: «Φωνάζω τη σύζυγό μου: Γκαλά, Γκαλούσκα, Γκραντίβα. Ολίβα λόγω του οβάλ του προσώπου της και του χρώματος της επιδερμίδας της. Ολιβέτα, χαϊδευτικό του Ολίβα. Και αυτά που πηγάζουν από την τρέλα της: Ολιουέτα, Οριουέτα, Μπουριμπέτα, Μπουριουετέτα, Σιλιουέτα, Σολιμπουμπουλέτα, Ολιμπουριμπουλέτα, Θιουέτα, Λιουέτα. Επίσης τη φωνάζω Λιονέτ, γιατί όταν εκνευρίζεται, βρυχάται σαν το λιοντάρι της Metro Goldwyn Mayer». Άλλη φορά δήλωνε: «Αγαπώ τη Γκαλά περισσότερο από τη μητέρα μου, περισσότερο από τον πατέρα μου, περισσότερο από τον Πικάσο και ακόμη περισσότερο από το χρήμα. Σε εκείνη οφείλω πάνω από όλα την πεποίθηση ότι δεν είμαι τόσο μέτριος όσο νόμιζα».

Η Gala δήλωνε: «Κάθε πρωί µετά το πρόγευµα, µου αρέσει να ξεκινάω τη µέρα µου κερδίζοντας 20.000 δολάρια». Η ίδια «λάτρευε το χρήµα, όπως ο αλκοολικός το ποτό». Οι βιογραφίες αναφέρουν πως εκείνη κατάφερε να μετατρέψει τον 25χρονο τότε Dalí σε ένα «τέρας υπερβολής και μεγαλομανίας, όπως ήταν και η ίδια». Οι πολλές βιογραφίες, οι μαρτυρίες και οι φήμες δηλώνουν ομόφωνα πως εκείνη αποζητούσε συνεχώς νέους εραστές και εκείνος της είχε πάρει ένα κάστρο για να τους δέχεται εκεί, σπαταλώντας όλα τα χρήματα που έβγαζε στο να κάνει κάθε επιθυμία της πραγματικότητα.

Η Gala αρχίζει να του χορηγεί ένα κοκτέιλ υπνωτικών φαρμάκων που σταδιακά βλάπτει το νευρικό του σύστημα και δεν καταφέρνει να ξαναζωγραφίσει ποτέ ούτε να δημιουργήσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Κάποιοι λένε πως προσπαθούσε να τον δηλητηριάσει, άλλοι πως πήραν και οι δύο τα φάρμακα με τη θέλησή τους.

Το 1982, η Gala πεθαίνει και θάβεται φορώντας Dior, όπως είχε ζητήσει. Ο θάνατός της τον κλόνισε σε τεράστιο βαθμό. Αποπειράται να αυτοκτονήσει και κλείνεται στον πύργο του, αρνούμενος να φάει ή να δει κανέναν.

Πεθαίνει μετά από λίγο καιρό, εμφανώς καταβεβλημένος σωματικά. Η τελευταία του επιθυμία ήταν να μην ταφεί δίπλα της και έτσι, ο τάφος του βρίσκεται σήμερα μέσα στο μουσείο του στην πόλη Figueres.

Ο Ian Gibson, ένας από τους βιογράφους του, που έγραψε το βιβλίο «Η επαίσχυντη ζωή του Σαλβαντόρ Νταλί» (“The Shameful Life of Salvador Dali”, εκδόσεις Faber&Faber) λέει: «Χωρίς την Γκαλά η ζωή του Σαλβαντόρ θα ήταν σίγουρα μια άλλη -και ίσως ωραιότερη-ιστορία». Ίσως. Αλλά δε θα το μάθουμε ποτέ. Και κανείς δε μπορεί να ξέρει στ’ αλήθεια τι συμβαίνει μέσα σε μία σχέση, αν δεν είναι ο ένας από τους δύο πρωταγωνιστές. Και τι σημασία έχει τελικά να αρχίσουμε τα «αν»; Εδώ δε μπορούμε να λύσουμε ο καθένας τα δικά του.

20 ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ

The Persistence of Memory (1931)
Soft Construction with Boiled Beans (Premonition of Civil War) (1936)
Swans Reflecting Elephants (1937)
Meditative Rose (1958)
The Temptation of Saint Anthony (1946)
Enigma of Hitler (1939)
Visage of War (1940) (διαβάστε το αφιέρωμά μας εδώ)
 Raphaelesque Head Exploding (1951)
Slave Market with the Disappearing Bust of Voltaire (1940)
The Elephants (1948)
Christ of Saint John of the Cross (1951)
Soft Self-portrait with Fried Bacon (1941)
Face of Mae West Which May Be Used as an Apartment (1935)
Endless Enigma (1938)
The Ship (1943)
Gala Contemplating the Mediterranean Sea Which at Twenty Meters Becomes the Portrait of Abraham Lincoln (Homage to Rothko) (1976)
Apparition of a Face and Vase on a Beach (1938)
Galatea of the Spheres (1952)
Anthropomorphic Chest of Drawers (1936)
The Swallowtail (σ.σ, ο τελευταίος του πίνακας, 1983)

ΠΗΓΕΣ:
https://www.athensvoice.gr/58997_5-pragmata-poy-moy-emathe-o-salvador-dali-gia-ti-zoi ,
https://popaganda.gr/stories/20-charaktiristiki-pinakes-tou-salvador-ntali/

Κωνσταντίνος Παρθένης: ο πατέρας του Ελληνικού Μοντερνισμού

Σαν σήμερα, στις 10 Μαΐου 1878, γεννιέται στην Αλεξάνδρεια ο μεγάλος αναμορφωτής της νεοελληνικής ζωγραφικής, δάσκαλος του Τσαρούχη και του Εγγονόπουλου: πολεμήθηκε, απομονώθηκε και η ζωή του παραμένει ακόμα και σήμερα τυλιγμένη με πέπλο μυστηρίου.

Ο Κωνσταντίνος Παρθένης αντιπροσωπεύει την ηρωική φάση του ελληνικού μοντερνισμού των αρχών του 1900 που ήρθε σε ρήξη με το καλλιτεχνικό κατεστημένο της εποχής, ενώ με το μοναδικό του ύφος ενσωματώνει τις ποικίλες επιδράσεις που δέχτηκε. Είναι κατά πολλούς ο σημαντικότερος Έλληνας ζωγράφος του 20ού αιώνα. Ο γλύπτης Γιώργος Ζογγολόπουλος έχει γράψει γι’ αυτόν: «Θεωρούσαμε τον Παρθένη στήριγμα της μοντέρνας τέχνης στην Ελλάδα».

Η κοσμοπολίτικη παιδεία του, οι σπουδές του στη Βιέννη, η μουσική παιδεία που έλαβε αλλά και ο ιδεαλισμός και η πνευματικότητα που τον χαρακτήριζε οδηγούν στη δημιουργία των περίφημων έργων του στα οποία είναι διακριτά τα ίχνη του γερμανικού συμβολισμού, η Sezession, η βιεννέζικη εκδοχή του συμβολισμού και της Art Nouveau, η ανάπτυξη της σύνθεσης στη επιφάνεια, ο υψηλός ορίζοντας χωρίς ουρανό, η διακοσμητική σχηματοποίηση, η στιγμογραφία και τα ψυχρά χρώματα. Η καλλιτεχνική αυτή ομάδα με προεξάρχοντα τον Γκούσταφ Κλιμτ σύμφωνα με τη διακήρυξη του Χέρμαν Μπαρ στον κατάλογο της πρώτης έκθεσης της ομάδας αποτελούσε μία «μάχη για την πρόοδο των σύγχρονων καλλιτεχνών ενάντια στα γεράκια που αυτοαποκαλούνται καλλιτέχνες αλλά έχουν εμπορικό συμφέρον να παρακωλύουν την άνθιση της τέχνης».

Στο «Boehms Künstlerhaus», πραγματοποίησε το 1899 την πρώτη έκθεση έργων του, ενώ στην Ελλάδα, συμμετείχε το 1900 με έργα του στην «Έκθεση των Φιλότεχνων» και στις εκθέσεις του ομίλου «Παρνασσός» το 1902 και το 1903 στη «Διεθνή Έκθεση» Αθηνών.

Το καλοκαίρι του 1903 επέστρεψε κι εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου ασχολήθηκε με την αγιογραφία. Ταξίδεψε στην ελληνική επαρχία,στη Μακεδονία, την Κωνσταντινούπολη και τον Πόρο, ζωγραφίζοντας ιμπρεσιονιστικά τοπία και πορτρέτα. Εκεί συνδέθηκε με τον κύκλο των διανοουμένων της Αθήνας, ενώ ο Δημήτριος Πικιώνης, του ζήτησε να τον συμπεριλάβει στους μαθητές του. Φιλοτεχνεί αγιογραφίες σε εκκλησίες όπως το ναό του Αγίου Γεωργίου, συνδυάζοντας την βυζαντινή παράδοση με τη δυτική τέχνη. Στο νησί του Πόρου γνωρίζεται με την Ιουλία Βαλσαμάκη, κόρη πολιτικού, και την παντρεύεται στο Αργοστόλι το 1909. Εκείνη τη χρονιά μετακομίζει στο Παρίσι, στη Μονμάρτη. Στην πρωτεύουσα της τέχνης έρχεται σε επαφή με τα μετα-ιμπρεσιονιστικά και πρωτοποριακά ρεύματα της εποχής και εξοικειώνεται με το έργο του Σεζάν, του Πικάσο και άλλων, διαμορφώνοντας το ώριμο ύφος του. Παίρνει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις, βραβεύεται για τον πρώτο του «Ευαγγελισμό» το 1911 και την ίδια χρονιά επιστρέφει μόνιμα στην Ελλάδα, ύστερα από επιθυμία της συζύγου του, συγκεκριμένα στην Κέρκυρα, όπου πολιτογραφήθηκε Έλληνας υπήκοος, ενώ το 1917 έγινε δημότης Κέρκυρας. Εκεί θα γεννηθούν τα δυο τους παιδιά, ο Νίκος και η Σοφία. Ζουν μια κοσμοπολίτικη ζωή, συνομιλούν μεταξύ τους στα ιταλικά, ο ζωγράφος υπογράφει τα έργα του στα γαλλικά και έχει επαφές με τη βασιλική οικογένεια. Ο Παρθένης αρχίζει να ενδιαφέρεται για τη βυζαντινή τέχνη, η οποία επιδρά στις μορφές των έργων του και στη χρωματική του παλέτα.

Μετακομίζει στο σπίτι της οδού Αριστοτέλους 17 στην Αθήνα, παίρνοντας την ελληνική υπηκοότητα και συμμετέχει μαζί με τον Νικόλαο Λύτρα, τον Κωνσταντίνο Μαλέα και το Θεόφραστο Τριανταφυλλίδη, στην «Ομάδα Τέχνη», που είχε ως στόχο την ανατροπή του συντηρητικού ακαδημαϊσμού. Στην πρώτη έκθεσή της, ο Ελευθέριος Βενιζέλος δηλώνει ότι η Εθνική Πινακοθήκη οφείλει να αγοράσει τον «Ευαγγελισμό», άποψη η οποία βρίσκει αντίθετο τον συντηρητικό διευθυντή της, Γιώργο Ιακωβίδη. Συνεχίζει το έργο της αγιογραφίας, ενώ το 1920 εγκαινιάστηκε, στο Ζάππειο Μέγαρο, μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του παρουσία πολλών σημαντικών φιλελεύθερων πολιτικών της εποχής και το Μάρτιο του ίδιου χρόνου μετά από εισήγηση του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τιμήθηκε μαζί με τον Ιωάννη Γρυπάρη, «…κλειστοίς όμμασι παμψηφεί..», για το έργο του «Eυαγγελισμός», με το Aριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών, το οποίο του απένειμε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Κατά τη διάρκεια της απονομής ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου θα πει: «Ένας καλλιτέχνης εσωτερικός. Είναι ένας ποιητής και ανήκει εις το λυρικόν ρεύμα του αιώνος αυτού που λέγεται συμβολισμός, ρεύμα το οποίον συνέχεται με το λυρικόν ρεύμα των πριμιτίφ και με άλλες ανοίξεις της ανθρώπινης ψυχής εις την ιστορίαν της τέχνης. Είναι ένας ιδεαλιστής. Ιδεαλισμός, για να πάρω τον απλούν ορισμόν ενός φιλοσόφου, είναι η παρά-στασις των αντικειμένων επί του ψυχικού τύπου του ανθρώπου, επί των γεγονότων της συνειδήσεως. Αυτός είναι ο Παρθένης».

Το φθινόπωρο του 1923 υπέβαλε υποψηφιότητα για τη θέση του καθηγητή στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, όμως στην ψηφοφορία της 15ης Οκτωβρίου εκλέχθηκε, με απόλυτη ομοφωνία, ο Νικόλαος Λύτρας. Οι συντηρητικοί καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών καταψηφίζουν την υποψηφιότητα του Παρθένη για την έδρα της ζωγραφικής. Μαθητές του θα υπάρξουν ο Τσαρούχης, ο Εγγονόπουλος, ο Τέτσης, ενώ άλλοι, όπως ο Μόραλης και ο Καπράλος, θα φοβηθούν την αυστηρότητά του και θα αλλάξουν δάσκαλο. Ο Τσαρούχης σημειώνει: «Έδωσε στη ζωγραφική μας κάτι μεγάλο: την πειθαρχία στον “τόνο” και στη “σύνθεση”».

Το 1925 αγόρασε το οικόπεδο στην οδό Ροβέρτου Γκάλι 40, κάτω από την Ακρόπολη, όπου έκτισε, με σχέδια δικά του και του Δημήτρη Πικιώνη, το σπίτι στο οποίο εγκαταστάθηκε ως το τέλος της ζωής του. Δίδαξε ζωγραφική στα Αρσάκεια Εκπαιδευτήρια και στην Eπαγγελματική Σχολή του Aμαλιείου Oρφανοτροφείου, την οποία ίδρυσε ο ίδιος.

Το 1929 με ειδικό νόμο διορίστηκε καθηγητής στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, έπειτα την επανεκλογή του Βενιζέλου. Τα επόμενα χρόνια η σύγκρουση του με τους συναδέλφους του καθηγητές στη Σχολή κι ιδιαίτερα με τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη, κορυφώθηκε και ο Δημητριάδης ζήτησε από το υπουργείο Παιδείας τη διακοπή της μισθοδοσίας του Παρθένη. Ο αποκλεισμός των έργων του από τους καταλόγους των εκθέσεων καθώς και των σπουδαστών του εργαστηρίου, μεταξύ τους οι Γιάννης Τσαρούχης, Νίκος Εγγονόπουλος και ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος, από τις εκθέσεις και τα βραβεία συνεχίστηκε με ένταση επί σειρά ετών.

Το 1938 ο Παρθένης συμμετείχε στην Mπιενάλε της Bενετίας, μαζί με το γλύπτη Μιχάλη Τόμπρο και το χαράκτη Άγγελο Θεοδωρόπουλο, με εξήντα έργα και πάρα πολλά σχέδια, ενώ η Ιταλική κυβέρνηση αγόρασε το έργο του «Eυαγγελισμός» υπό την προστασία του Ιωάννη Μεταξά, του οποίου είχε φιλοτεχνήσει και πορτρέτο. Δεν θα πρέπει ωστόσο να εξαχθούν συμπεράσματα για τις πολιτικές αντιλήψεις του ζωγράφου, μια και ο Μεταξάς υποστήριζε τους πρωτοπόρους καλλιτέχνες, παρά τις αντιδράσεις των συντηρητικών ακαδημαϊκών κύκλων. Άλλωστε, ο ελληνοκεντρισμός του Παρθένη δεν θα μπορούσε να τον αφήσει ασυγκίνητο.

Το 1947 παραιτήθηκε από τη θέση του καθηγητή στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Με την επιμονή και την παρέμβαση κάποιων από τους μαθητές του έγινε δυνατό να του χορηγηθεί σύνταξη ελάχιστου ποσού. Δέχεται διαρκή πόλεμο και αποφασίζει να κλειστεί στο σπίτι του να μην εκθέτει και να μην πουλά τα έργα του.Οι αντίπαλοί του θα καταφέρουν να αποτρέψουν τη βράβευσή του στην Πανελλήνια Έκθεση το 1947 για το έργο του «Αποθέωση του Αθανάσιου Διάκου», γεγονός που τον οδηγεί σε πλήρη απομόνωση, μέχρι το θάνατό του.

Το 1960 ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής ζήτησε την, με κάθε κόστος, απαλλοτρίωση του σπιτιού της Ροβέρτου Γκάλι, προκειμένου να γίνει ανάπλαση του χώρου γύρω από την Ακρόπολη. Η προσπάθεια του υφυπουργού Οικισμού Εμμανουήλ Κεφαλογιάννη να απαλλοτριώσει αναγκαστικά το οικόπεδο, δημιούργησε κλίμα εντάσεως και ο ζωγράφος κατάφερε να τη ματαιώσει, απειλώντας ότι θα αυτοπυρποληθεί μαζί με τα έργα του. Το σπίτι βέβαια θα γκρεμιστεί μετά το θάνατό του… Ο θάνατος της συζύγου του το 1966 τον βρίσκει σχεδόν παράλυτο και σε κατάσταση μεγάλης αδυναμίας.

Ο Παρθένης «ήταν ξαπλωμένος σ’ ένα στρώμα, στο πάτωμα, ύστερα από υπόδειξη των γιατρών, οι οποίοι ανησυχούσαν μην πέσει από το κρεβάτι και το σώμα του έμοιαζε με το κορμάκι μικρού παιδιού. Το σπίτι στο οποίο κατοικούσε ήταν πνιγμένο στη σκόνη και την υγρασία και ο Παρθένης που έπασχε από κιρσούς που οφείλονταν στην ορθοστασία και στην πολλή δουλειά δεν μπορούσε να σηκωθεί από το πάτωμα», έγραφε η Μαρία Καραβία στις Εικόνες.

Στις 18 Ιουλίου 1967 ο Παρθένης εισήχθη για νοσηλεία στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». Πέθανε το ξημέρωμα της 25ης Ιουλίου.

Μα συνεχίζει να ζει μέσα από τα έργα του. Ας ρίξουμε μια ματιά στα σημαντικότερα:

Καισαριανή, 1909 (82 Χ 90 εκ.)

Σχετικά πρώιμο έργο του Παρθένη, στο οποίο συνδυάζονται θαυμάσια ιμπρεσιονιστικοί και φωβιστικοί τύποι, με την έμφαση από τη μια πλευρά στον καθοριστικό ρόλο του φωτός και από την άλλη στις μεγάλες, ενιαίες χρωματικές επιφάνειες. Με θέματα που έχουν καθαρά οργανωτικό ρόλο -τη μεγάλη πόρτα της εκκλησίας αριστερά και τη λίγο μικρότερη δεξιά-, και με τη γυναικεία μορφή-μέτρο για να καταλάβουμε και τα στοιχεία του χώρου, ο Παρθένης μας δίνει ένα θαυμάσιο σύνολο. Η εκκλησία ύστερα από κάποια γιορτή, ίσως της Παναγίας, όπως έχει υποτεθεί από τα βάγια πάνω από την πόρτα και το μεγάλο κυπαρίσσι αριστερά, στο πρώτο επίπεδο, στο οποίο απαντούν άλλα κυπαρίσσια στο βάθος, διακρίνεται για τη συνθετική ασφάλεια και τη χρωματική ευγένεια. Ο καλλιτέχνης συνδυάζει, με εξαιρετικά πειστικό τρόπο, τα ενεργητικά, πολύ θερμά χρώματα στις δύο πόρτες με τα ψυχρά στους τοίχους, για να μας περάσει πάλι στα συγκρατημένα θερμά του καμπαναριού, της στέγης και του τρούλου του ναού, στοιχεία τα οποία δίνουν ένα σχεδόν μελωδικό περιεχόμενο στο σύνολο. Ανάλογα συνδυάζονται τα οριζόντια θέματα του δαπέδου και του πεζουλιού, έξω από την εκκλησία, με τα ενεργητικά κάθετα που έχουμε στις πόρτες, το κωδωνοστάσιο και το κυπαρίσσι, ώστε να καταλήγουν σε ένα σύνολο το οποίο διακρίνεται για την ισορροπία και την ποιότητα της ζωγραφικής γλώσσας του. Και, ενώ σε ορισμένα σημεία, όπως στα κλαδιά πάνω από την πόρτα και λιγότερο στον κορμό του κυπαρισσιού, ο Παρθένης χρησιμοποιεί τις ιμπρεσσιονιστικές αξίες, με το φως που τρώει τα περιγράμματα των μορφών, σε άλλες περιοχές δίνει, με καθαρά φωβιστικό τρόπο, μεγάλες επιφάνειες με μια κάπως φαρδιά πινελιά, που πλουτίζουν τη σύνθεση και με νέες εκφραστικές προεκτάσεις. Πρόκειται για έργο στο οποίο αποδεικνύεται όχι μόνο η αφομοίωση όλων των γνωριμιών του καλλιτέχνη, αλλά και η επιβολή των καθαρά προσωπικών συνδυασμών και τύπων.

Αποθέωση του Αθανασίου Διάκου, 1931 (117,5 Χ 117 εκ.)

Θέμα που απασχόλησε πολλές φορές τον Παρθένη, η θυσία του Αθανασίου Διάκου, και για το οποίο θα ζωγραφίσει την «Αποθέωση», διακρίνεται για το συνδυασμό γνωστών και από άλλα έργα του τύπων και νέων χαρακτηριστικών. Έτσι έχουμε στην ξαπλωμένη γυναικεία μορφή, προσωποποίηση της Ελλάδος, τον ίδιο τύπο που έχουμε και στην «Αυγή» και τη «Νύχτα», όπως και σε άλλα του έργα, τύπο ο οποίος κατάγεται, όπως έχει εύστοχα σημειωθεί, από τη βυζαντινή Παναγία της Γέννησης τον Χριστού. Και με τον αρχαίο πολεμιστή, αναφορά στον Λεωνίδα, όπως δηλώνεται από το κράνος, ο οποίος πέθανε στις Θερμοπύλες, κοντά δηλαδή στο χώρο που πολέμησε και ο Αθανάσιος Διάκος, έχουμε τον άγγελο σε άλλα έργα του Παρθένη. Νέα στοιχεία είναι η απόδοση του Διάκου με το ασκητικό ένδυμα του μοναχού, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται ο χώρος, με ένα συνδυασμό γεωμετρικών και βιόμορφων τύπων. Με τις δύο από τις τρεις μορφές να αιωρούνται στον αέρα και με την τρίτη στο έδαφος, καθώς και με τα παραπληρωματικά θέματα -άνθη και δέντρα, σύννεφα στον ουρανό, φτερά του Λεωνίδα-, ο Παρθένης μας δίνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σύνθεση, που βασίζεται στο συνδυασμό οριζοντίων, καθέτων, διαγωνίων και κυκλικών τύπων. Στην κατεύθυνση των ιδεαλιστικών τάσεων και των αλληγορικών τύπων, ο καλλιτέχνης μας δίνει με την οργάνωση -κάθετα και διαγώνια θέματα- ένα σύνολο που διακρίνεται για τον θριαμβικό του χαρακτήρα, με τον Διάκο να υποδέχεται στον ουρανό τον Λεωνίδα, μια χαρακτηριστική και τυπικά ιδεαλιστική σύνδεση του παρόντος με το παρελθόν ή της νεότερης με την αρχαία ιστορία. Πέρα από τα συνθετικά στοιχεία και τα θεματικά χαρακτηριστικά, το έργο διακρίνεται και για το προσωπικό μορφοπλαστικό λεξιλόγιό του, με τον θαυμάσιο συνδυασμό γραμμικών τύπων και χρωματικών αξιών και με την ιδιαίτερη έμφαση στο γαλάζιο και τους τόνους του. Γιατί μ’ αυτό ο Παρθένης κατορθώνει σαφέστερα να ολοκληρώσει το περιεχόμενο του θέματος, την Αποθέωση, με τις μορφές λουσμένες στο γαλάζιο, χρώμα του ουρανού και του απείρου.

Ευαγγελισμός (110 Χ 100 εκ.)

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα όψιμα έργα του Παρθένη και τυπικό παράδειγμα του γεροντικού στυλ του. Σαν αφετηρία του έργου πρέπει να θεωρηθούν παραλλαγές του Ευαγγελισμού, αφού έχουμε όχι μόνο τον ίδιο χώρο και περίπου τις ίδιες μορφές, αλλά και μερικά από τα ίδια ανεκδοτολογικά θέματα -τα οικοδομήματα και τη σκάλα αριστερά, έναν τύπο που θυμίζει τη βρύση, ακόμη και μια γλάστρα με λουλούδια κάτω δεξιά. Και όμως το θέμα είναι άλλο, αφού ο άγγελος είναι δοσμένος όπως ακριβώς και στον Ευαγγελισμό, με ανυψωμένα τα φτερά, αλλά με μια λύρα στο χέρι, και η Παναγία στην ίδια με τον Ευαγγελισμό θέση, με τον μικρό Χριστό στην αγκαλιά της, ενώ στη θέση της βρύσης πίσω της έχουμε τη μορφή ενός αγίου. Αλλά δεν είναι τόσο τα θεματικά χαρακτηριστικά που διαφέρουν από αυτά του Ευαγγελισμού• είναι πολύ περισσότερο το μορφοπλαστικό λεξιλόγιο, με την πολύ προχωρημένη σχηματοποίηση, που κάνει σχεδόν φασματικές τις μορφές, με τα εξαιρετικά αραιά χρώματα, που επιτρέπουν να ενεργοποιηθεί και ο ρόλος του καμβά, και με τα καθαρά υπαινικτικά στοιχεία, που δίνουν έναν καθαρά μυστηριακό χαρακτήρα στην όλη ατμόσφαιρα. Είναι όλα αυτά στοιχεία του γεροντικού στυλ του Παρθένη, που το σημειώνει κανείς και στην αστάθεια και στον ελλειπτικό χαρακτήρα του σχεδίου, στην προτίμηση στα μεικτά χρώματα -σε αντίθεση με πρώιμα και ώριμα έργα του, όταν χρησιμοποιεί τα καθαρά χρώματα-, στα σχεδόν αφηρημένα χαρακτηριστικά. Όλα αυτά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι καταλήγουν σε μια αποπνευμάτωση της ζωγραφικής επιφάνειας και μια επιβολή του συμβολικού και του υπερβατικού. Ο σκόπιμα ακαθόριστος χώρος, με τα οικοδομήματα γύρω, ίσως είναι μια αναφορά στον hortus clausus, υπαινιγμό στην παρθενικότητα της Παναγίας, ένα στοιχείο που τονίζει ακόμη περισσότερο το συμβολικό περιεχόμενο της εικόνας. Με την υπαινικτική απόδοση του αγίου, είδος βυζαντινής τοιχογραφίας, και με τονισμένη μετωπικότητα, πίσω από την Παναγία, εντάσσει ο Παρθένης και άλλο ένα στοιχείο, που διευρύνει το εκφραστικό περιεχόμενο του θέματος.

Ορφέας νυκτερινός (58,5 X 49 εκ.)

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσπάθεια του Παρθένη σε ένα θέμα που τον είχε απασχολήσει συχνά και που διακρίνεται για ένα σχεδόν διονυσιακό πάθος. Ο Ορφέας εικονίζεται, σχεδόν στο μέσο του πίνακα και με μνημειακές διαστάσεις, να παίζει τη λύρα του, αλλά και ταυτόχρονα να χορεύει, όπως μας επιτρέπει να δεχτούμε η θέση των ποδιών του. Με ένα πολύ μικρό κεφάλι και το πρόσωπο να μισοκρύβεται, καθώς είναι δοσμένο από το πλάι, παίζει την άρπα του και φαίνεται να τον έχει συνεπάρει η μουσική του. Είναι νύχτα, όπως δείχνει το φεγγάρι στη χάση του, και η σκηνή διαδραματίζεται σε ένα νησιώτικο ή παραλιακό τοπίο, όπως δείχνει λίγη θάλασσα πάνω αριστερά -αλλά η φύση δεν φαίνεται να ησυχάζει. Η μουσική του Ορφέα, ο οποίος έχει δοθεί με ποδήρη χιτώνα, όπως οι μουσικοί της αρχαιότητας, με τη χλαμύδα να ανεμίζει, το σώμα σε τυπική μανιεριστική figura serpentinata, φαίνεται ότι παρασύρει όλα τα στοιχεία του φυσικού χώρου. Έτσι δεν είναι μόνο τα χρώματα, που αναπτύσσονται γύρω από τον Ορφέα σαν να παρακολουθούν τους ήχους της μουσικής του• και τα δέντρα, οι μικρές καχεκτικές ελιές δεξιά και αριστερά από τα πόδια του, τα άλλα δέντρα, που βρίσκονται μακρύτερα ακόμη, και τα κυπαρίσσια, δεν διακρίνονται για την τονισμένη καθετότητα -εμφανίζονται να τρώγονται, κατά κάποιο τρόπο, από τη μουσική του Ορφέα, σαν να υποτάσσονται στη μαγεία της. Ιδιαίτερη εντύπωση κάνει ο τρόπος με τον οποίο ο Παρθένης, για να επιβάλει τον καθαρά εκστατικό και διονυσιακό χαρακτήρα του θέματος, χρησιμοποιεί τις μεγάλες, μπαρόκ κινήσεις, που από τη μορφή του Ορφέα μεταφέρονται σε όλο τον φυσικό χώρο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εδώ ο Παρθένης κατορθώνει να συλλάβει και να μεταφέρει σε καθαρά ζωγραφικές αξίες όλο το εσωτερικό περιεχόμενο του θέματος, όλο τον εκστατικό και διονυσιακό χαρακτήρα της μουσικής του Ορφέα τη νύχτα. Εκφράζει όλο το ουσιαστικό περιεχόμενο της αρχαίας παράδοσης, με τον Ορφέα που συγκινούσε τα έμψυχα και τα άψυχα, και τα παρέσυρε με τη μουσική του.

Εν γένει τα ώριμα έργα του χαρακτηρίζονται από πιο εγκεφαλικά σχήματα και το χρώμα λιγοστεύει, ενώ η τονική κλίματα περιορίζεται. Ο λυρικός και γαλήνιος κόσμος του ξεθωριάζει και ο καλλιτέχνης επιλέγει το «υψηλό» από το ωραίο. Ο Παρθένης προτείνει μια ιδεατή Ελλάδα και κατατάσσεται στους διαμορφωτές της Γενιάς του ’30». Οι ολύμπιοι θεοί, οι βυζαντινοί άγιοι και οι ήρωες της Επανάστασης συνυπάρχουν σε έναν υπερβατικό χώρο. Τα ώριμα έργα του μοιάζουν με «θεοφάνειες».Φαίνεται να αντλεί στοιχεία τόσο από την παράδοση της Βυζαντινής αγιογραφίας, όσο και από τον Ελ Γκρέκο, ενώ εντοπίζονται και κυβιστικές επιρροές. Ο χωρόχρονος παρουσιάζεται υπερβατικός στα έργα του, ενώ ο ορατός κόσμος έχει μετατραπεί σε πλατωνικά αρχέτυπα, χάρη στην ιδιαίτερη χρήση του χρώματος, που δίδει στις μορφές μια “άυλη” διάσταση. Ο όψιμος Παρθένης είναι επίσης έντονα μεταφυσικός, με το μοτίβο της θεοφάνειας να επανάρχεται τακτικά.

Ο Παρθένης, παρότι ομόφωνα αναγνωρίζεται ως πρωτοπόρος, εξακολουθεί να παραμένει τυλιγμένος με ένα πέπλο μυστηρίου. Η σιωπή του συχνά ταυτίστηκε με την παράνοια, με αποτέλεσμα την αμηχανία των ιστορικών απέναντί του. Ο μαθητής του Νίκος Εγγονόπουλος γράφει: «Ο Παρθένης ήταν ένας άνθρωπος υψηλόφρων, ευθύς, άτεγκτος και ανεπηρέαστος στον δρόμο της αρετής, μεγάλης καλλιέργειας, αφάνταστου ψυχικού πλούτου και μεγαλείου, κομψότατος, απέραντα καλός, ένας αληθινός αριστοκράτης του πνεύματος και της ζωής». Όπως επισημαίνει ο κ. Δ. Παυλόπουλος, «φυσιογνωμίες σαν τον Παρθένη είναι μετεωρίτες. Η ιδιαίτερη και βαθιά πνευματική ζωγραφική του δεν άφησε επιγόνους και όσοι μιλούν για ένταξή του σε τάσεις και κινήματα κάνουν λάθος».

Πηγές: https://www.elculture.gr/blog/article/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b8%ce%ad%ce%bd%ce%b7%cf%82-%ce%bf-%ce%bc%ce%ad%ce%b3%ce%b1%cf%82-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%ce%ae%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82-%ce%b6%cf%89%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82/

https://m.lifo.gr/articles/arts_articles/153124/o-reystos-pamfotos-kosmos-toy-konstantinoy-partheni

http://www.eikastikon.gr/zografiki/parthenis/Scan0023.html

Ο κουβαλητής λουλουδιών: ένα αντικαπιταλιστικό ή αντιρατσιστικό έργο;

Το 1935, ο Diego Rivera δημιούργησε τον πίνακα The Flower Carrier, ελληνιστί Κουβαλητής Λουλουδιών (γνωστό στην γλώσσα του ως Cargador de Flores). Όπως και πολλοί από τους πίνακες του Rivera, έτσι και ο συγκεκριμένος έχει δημιουργηθεί με απλότητα, αλλά ταυτόχρονα είναι συμβολικός και με βαθύτατο νόημα. Τα ζωντανά χρώματα τρίβονται στο μασονίτη, μια πιο κοινή μέθοδο για τη ζωγραφική σε σκληρές επιφάνειες. Ο Rivera είχε διαμορφώσει ήδη το προσωπικό του ύφος, επηρεασμένος από το κίνημα του κυβισμού και τις νωπογραφίες της Αναγέννησης. Και είχε επίσης μεταπηδήσει στον μετά-ιμπρεσιονισμό εμπνευσμένος από τον Σεζάν. Τότε ξεκίνησαν και οι πίνακες του να προσελκύουν την προσοχή και είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει τα έργα του σε διάφορες εκθέσεις, όπως και αυτός.

Ο πολύχρωμος αυτός πίνακας εμφανίζει έναν αγρότη με λευκά ρούχα και κίτρινο σομπρέρο, να αγωνιζεται με όλες τους τις δυνάμεις με ένα δραματικά υπερμέργεθες καλάθι λουλουδιών που είναι κολλημένο στην πλάτη του. Μια γυναίκα, πιθανότατα η γυναίκα του , στέκεται πίσω του προσπαθώντας να τον βοηθήσει, όσο αυτός προσπαθεί να σταθεί καλά στα πόδια του. Ενώ τα λουλούδια στο καλάθι είναι εντυπωσιακά όμορφα για τον θεατή, ο άνθρωπος δεν βλέπει την ομορφιά τους, αλλά μόνο την αξία τους, καθώς τα μεταφέρει στην αγορά για πώληση ή ανταλλαγή. Τα γεωμετρικά σχήματα προσφέρουν τολμηρές και έντονες αντιθέσεις, με κάθε φιγούρα και κάθε αντικείμενο που απεικονίζεται να αντανακλά την ατομικότητα του. Παρατηρήστε τα τολμηρά, φωτεινά χρώματα που χρησιμοποιεί. Με τη χρήση σκιών κάνει το θέμα να ξεχωρίζει από το φόντο του πίνακα σχεδόν σαν να ξεχωρίζει το κάθε αντικείμενο. Πώς επαναλαμβάνει τα χρώματα; Συγκρίνετε το μέγεθος του άνδρα με το μέγεθος της γυναίκας. Ο άνδρας φέρει το βαρύ φορτίο, αλλά φαίνεται να είναι μικρότερος από τη γυναίκα που βάζει το φορτίο στην πλάτη του.

Οι ανθρώπινες φιγούρες μοιάζουν ταλαιπωρημένες και σκηθρωπές ακόμα και τα χρώματα που χρησιμοποιεί εξυπηρετούν σε αυτό. Η εικόνα που λαμβάνει ο παρατηρητής του έργου έρχεται σε αντίθεση με το χρώμα των λουλουδιών που οδηγεί τη σκέψη αβίαστα στην αναγέννηση και την πηγαία χαρά. Για αυτό το λόγο, κάποιοι πιστεύουν ότι το τεράστιο καλάθι που βρίσκεται δεμένο στην πλάτη του άνδρα αντιπροσωπεύει τα βάρη ενός ανειδίκευτου εργάτη σε έναν σύγχρονο, καπιταλιστικό κόσμο. Η αντίφαση αυτή πράγματι επιβεβαιώνει εν μέρει την παραπάνω θεωρία. Ίσως λόγω της φυλής στην οποία τοποθετεί τους εργάτες ο πίνακας να αποτελεί μια κραυγή αγωνίας και συμπαράστασης σε όσους υφίστανται φυλετικές διακρίσεις. Συγχρόνως, όμως, σε κάθε περίπτωση το λουλούδι είναι το υλικό αγαθό και ο αγρότης είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος, η θυσία για το αγαθό αυτό. Νοείται όμως η θυσία για κάτι τέτοιο να είναι ανθρώπινη;

Στην ερώτηση που θέσαμε στον τίτλο, η απάντηση για εμάς είναι διττή. Για τον καθένα όμως είναι διαφορετική. Ελπίζουμε να σας προβληματίσαμε ωστόσο.

Πωλ Γκωγκέν: ο καλλιτέχνης που ζωγράφισε το “εξωτικό”…

Ο Γάλλος ζωγράφος Πωλ Γκωγκέν πέθανε σαν σήμερα, σε ηλικία 54 ετών στη Γαλλική Πολυνησία, μόνος και αυτοεξόριστος. Το σημερινό άρθρό μας είναι αφιερωμένο στη ζωή και το έργο του μεγάλου ζωγράφου.

Βιογραφία

Ο Γκωγκέν, με καταγωγή από Ισπανούς αποίκους στη Λατινική Αμερική, γεννήθηκε στο Παρίσι αλλά πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην πρωτεύουσα του Περού, Λίμα. Σπούδασε στην Ορλεάνη της Γαλλίας και αμέσως μετά ταξίδεψε ανά τον κόσμο με εμπορικά πλοία και αργότερα με το Γαλλικό Ναυτικό για ένα διάστημα περίπου έξι ετών. Επέστρεψε στη Γαλλία το 1870, όπου και εργάστηκε ως βοηθός χρηματιστή. Παράλληλα με αυτή την ιδιότητά του, ο Γκωγκέν περνούσε μέρος του χρόνου του ζωγραφίζοντας με τον Καμίλ Πισαρό και τον Πωλ Σεζάν. Αν και οι πρώτες προσπάθειές του ήταν αδέξιες, σημείωσε σταδιακά αξιοσημείωτη πρόοδο. Την περίοδο 1876–1886, ο Γκωγκέν βρίσκονταν σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές καλλιτέχνες και συμμετείχε με έργα του στις εκθέσεις τους.


Σπουδή γυμνού, ή Η Σουζάννα ράβει, 1880

Το 1884 μετακόμισε με την οικογένειά του στην Κοπεγχάγη, όπου προσπάθησε να ακολουθήσει, χωρίς όμως επιτυχία, επαγγελματική σταδιοδρομία στις επιχειρήσεις. Τελικά, επέστρεψε στο Παρίσι το 1885, αφήνοντας την οικογένειά του στη Δανία και αποφασισμένος να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη ζωγραφική. Χωρίς επαρκείς πόρους επιβίωσης, η σύζυγος και τα παιδιά του επέστρεψαν στην οικογένειά της.


Καφενείο της νύχτας στην Αρλ, 1888

Την περίοδο 1886–1891, ο Γκωγκέν έζησε κυρίως στην περιοχή της Βρετάνης, όπου ζούσαν επίσης αρκετοί πειραματικοί ζωγράφοι που εντάσσονται συχνά στη λεγόμενη «Σχολή της Pont-Aven». Επηρεασμένος από τον ζωγράφο Εμίλ Μπερνάρ, ο Γκωγκέν μετάβαλε σημαντικά το ύφος της ζωγραφικής του. Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ζωγραφικής του έγιναν η χρήση μεγάλων επιφανειών και έντονων χρωμάτων. Ο Γκωγκέν δήλωνε πλέον απογοητευμένος από τον ιμπρεσιονισμό και στράφηκε περισσότερο στην αφρικανική τέχνη και την τέχνη της Ασίας. Παράλληλα γύρω στο 1888, ήρθε σε επαφή με το έργο του Βίνσεντ βαν Γκογκ, έργο το οποίο αναγνώρισε ως ιδιαίτερα σημαντικό, και συνδέθηκε φιλικά μαζί του, τόσο ώστε να συγκατοικήσουν για 2 μήνες στην Αρλ. Εξαιτίας όμως της κατάθλιψης από την οποία έπασχαν αμφότεροι, η συγκατοίκηση αυτή κατέληξε σε έντονη διαμάχη μεταξύ τους με αποτέλεσμα ο βαν Γκογκ να κόψει μέρος του αριστερού αυτιού του, αφού προηγουμένως είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Γκωγκέν. Για τη θυελλώδη σχέση των δυο ζωγράφων διαβάστε το άρθρο μας εδώ.


Ο Βαν Γκογκ ζωγραφίζοντας ηλιοτρόπια, 1888

Το 1891 η καριέρα του Γκωγκέν είχε πάρει την κατιούσα. Οι περισσότεροι έμποροι τέχνης της Βρετάνης είχαν απορρίψει τους πίνακές του και ο Γκωγκέν ζητούσε χρήματα από τους φίλους του για να ζήσει. Στα 42 του αποφάσισε να φύγει από την Ευρώπη και να ταξιδέψει στην Πολυνησία. Ενθουσιασμένος από τον πολιτισμό των ιθαγενών, πίστευε ότι στην Πολυνησία θα έβρισκε αυτό που η Γαλλία δεν μπορούσε να του προσφέρει. Εγκαταστάθηκε αρχικά στην Ταϊτή και έπειτα στις νήσους Μαρκέζας. Αν και η Ταϊτή ήταν περισσότερο σεξουαλικά απελευθερωμένη συγκριτικά με την Γαλλία, ο Γκωγκέν απογοητεύτηκε, καθώς θεώρησε ότι το νησί είχε «δυτικοποιηθεί ανεπανόρθωτα». Παρόλα αυτά, ο Γκωγκέν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του στη Γαλλική Πολυνησία, δημιουργώντας πολλούς από τους χαρακτηριστικότερους πίνακές του. Επηρεασμένος από την αφρικανική τέχνη και την τέχνη της Ασίας, ο Γκωγκέν ζωγράφιζε κυρίως γυμνές νεαρές κοπέλες.


Γυναίκες της Ταϊτής, 1891

Παράλληλα, τα έργα του εξέπεμπαν έναν έντονο μυστικιστικό και θρησκευτικό χαρακτήρα. Με πολλές από τις μούσες του είχε ερωτικές σχέσεις, ενώ παντρεύτηκε μια 13χρονη ιθαγενή. Μια φορά μόνο επέστρεψε προσωρινά στην Γαλλία. Περίμενε πως θα τον υποδεχτούν ως ήρωα, αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Κανένας πίνακας του δεν πωλήθηκε και έτσι αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο για τη ζωή του στην εξωτική Πολυνησία.


Από πού ερχόμαστε; Τι είμαστε; Πού πάμε;, 1897

Το γαλλικό κοινό δεν ενδιαφέρθηκε κι έτσι ο Γκωγκέν γύρισε στις νήσους Μαρκέζας. Προσβεβλημένος από σύφιλη, πέθανε μόνος, αποκομμένος στον φανταστικό κόσμο της Ταϊτής που ο ίδιος έπλασε στη φαντασία του.


Τα στήθη με τα κόκκινα λουλούδια, 1899

ΤΟ ΕΡΓΟ

Ο Πωλ Γκωγκέν υπήρξε ιδιαίτερη προσωπικότητα. Αναμφίβολα ήταν ένας εξαιρετικός καλλιτέχνης με έναν πολύ ιδιόρρυθμο και αρνητικό χαρακτήρα. Η συγγραφέας του βιβλίου «Paul Gauguin, An Erotic Life», Nancy Mowll Mathews , ανέφερε ότι ο Γκωγκέν είχε ευέξαπτο και άσχημο χαρακτήρα. Ένα αδημοσίευτο γράμμα του γιου του Γκωγκέν, Εμίλ, αποδείκνυε ότι ο ζωγράφος κακοποιούσε σωματικά, λεκτικά και ψυχολογικά την πρώτη του γυναίκα. Ειδικότερα, ο Εμίλ έγραφε: «Όταν ήμουν 10 χρονών, είδα τον πατέρα μου να ματώνει το πρόσωπο της μητέρας μου με τις γροθιές του». Ο Πωλ Γκωγκέν ασχολήθηκε επίσης με τη γλυπτική και την κεραμική. Το ζωγραφικό του έργο εκτιμήθηκε πολύ καιρό μετά τον θάνατό του. Ο μεγάλος Πάμπλο Πικάσο επηρεάστηκε από το έργο του Γκωγκέν, καθώς επίσης και πολλά καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα το ρεύμα του φοβισμού.


Ia Orana Maria (Ave Maria), 1891

Αυτοπροσωπογραφία με φωτοστέφανο, 1889

Vahine no te Tiare (Η γυναίκα με το λουλούδι), 1891

Ο κίτρινος Χριστός, 1889

Ο Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ και οι μελαγχολικοί πίνακες του

Γεννημένος στις 5 Σεπτεμβρίου του 1774, ο Caspar David Friedrich έζησε τα νεανικά και παιδικά χρόνια του στην Greifswald, μια εμπορική πόλη στις όχθες της Βαλτικής, που αποτελούσε κτήση της Σουηδίας μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα. Ήταν γιος του Αδόλφου Φρίντριχ, ιδιοκτήτη εργοστασίου σαπωνοποιίας και κηροποιΐας. Σε ηλικία επτά ετών έχασε τη μητέρα του και στα 14, τον αδελφό του, που πνίγηκε σε προσπάθεια να τον σώσει. Στα 16 του μαθήτευσε στον Γιόχαν Γκούφριτ Κβίστορπ, πανεπιστημιακό καθηγητή καλών τεχνών. Εκεί, θα αποκτήσει τις βάσεις που θα τον συνοδεύσουν στην υπόλοιπη καλλιτεχνική σταδιοδρομία του καθώς και τις πρώτες εικόνες από τα τοπία εκείνα που αργότερα θα επηρεάσουν το έργο του.

Πορτραίτο του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ. Έργο του Γκέρχαρντ φον Κίγκελχεν

Οι σπουδές του θα συνεχιστούν στην Κοπεγχάγη, όπου και θα μυηθεί στα ιδεώδη του Ρομαντισμού, το κίνημα που αποτέλεσε το μεγαλύτερο κεφάλαιο στη ζωή του Γερμανού ζωγράφου. Το 1798 εγκαταστάθηκε στη Δρέσδη, ανθηρό καλλιτεχνικό και πολιτιστικό κέντρο, όπου και έμεινε μόνιμα. Ξεκινά να εργάζεται ως ζωγράφος, αποκτώντας σταδιακά αναγνώριση στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Τρία χρόνια αργότερα επέστρεψε στη γενέτειρα του για μεγάλο διάστημα και γνώρισε τον ρομαντικό ζωγράφο Φίλιπ Όττο Ρούνγκε. Τον επόμενο χρόνο, επέστρεψε στη Δρέσδη και έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τις μεγάλες πανοραμικές απόψεις.

Το 1805 συμμετείχε με δύο έργα με σέπια, σε διαγωνισμό στη Βαϊμάρη και απέσπασε το Α’ Βραβείο, ενώ δύο χρόνια μετά, πραγματοποίησε τις πρώτες προσπάθειες στο τομέα της ελαιογραφίας. Τον επόμενο χρόνο φιλοτέχνησε το πρώτο μεγάλο του αριστούργημα Σταυρός Πάνω Στο Βουνό. Το 1810, έργα του εκτέθηκαν στην Ακαδημία Βερολίνου και αγοράστηκαν από το Φρειδερίκο Γουλιέλμο Γ΄ της Πρωσσίας.

Το 1816 έγινε μέλος της Ακαδημίας της Δρέσδης και δύο χρόνια μετά νυμφεύτηκε την Καρολίνε Μπόμερ, 20 χρόνια μικρότερή του. Παρά την αρχική επαγγελματική επιτυχία και τον γάμο του, από τη δεκαετία του 1820 θα αρχίσει να απομονώνεται. Διακόπτοντας τις κοινωνικές επαφές, επιλέγει έναν μοναχικό δρόμο δημιουργίας. Η απομόνωση αυτή είναι εμφανής και στα τοπία του, τα οποία αποπνέουν συχνά μια έντονη μελαγχολία και μοναχικότητα, εικόνες που αντλούσε από τους συχνούς και μεγάλους περιπάτους που έκανε, μέρα και νύχτα, στα δάση.

Αρχικά, το έργο του αγαπήθηκε πολύ από την κοινωνία της εποχής, μια κοινωνία που διψούσε για τη γερμανικότητα την οποία πρέσβευε ο ρομαντισμός του Friedrich, δεδομένου ότι η τότε Γερμανία ήταν ακόμη μια ομοσπονδία κρατιδίων που αποζητούσαν να ενωθούν. Όμως, η αίγλη του Ρομαντισμού σταδιακά ατόνησε, με αποτέλεσμα ο Friedrich να παραγκωνιστεί και οι περισσότεροι πελάτες του να σταματήσουν τις παραγγελίες και την υποστήριξή τους. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε αποκομμένος από την καλλιτεχνική κοινότητα της εποχής, ενώ για να επιβιώσει ο ίδιος και η οικογένειά του βασίζονταν στη βοήθεια των ελάχιστων κοντινών τους φίλων. Το 1835 παθαίνει βαριά αποπληξία που θέτει τέλος στη παρακμασμένη καριέρα του. Πέθανε πέντε χρόνια αργότερα στη Δρέσδη, στις 7 Μαΐου, σε ηλικία 66 ετών.

Τα στάδια της ζωής, 1835

Το αξιοσημείωτο είναι ότι ο Friedrich, παρότι ξεχάστηκε μετά τον θάνατό του, θα ανακαλυφθεί ξανά από τους καλλιτέχνες του Μοντερνισμού, μεταξύ των οποίων οι Edvard Munch και Max Ernst, που διέκριναν στο έργο του ψυχικό βάθος. Ο Friedrich θα γίνει όμως και πρότυπο καλλιτέχνη για το καθεστώς του Γ’ Ράιχ, που είχε εμμονή με τον γερμανικό Ρομαντισμό και την προβολή της γερμανικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Κατά συνέπεια, ο Friedrich θα λησμονηθεί και πάλι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού έφερνε μνήμες από τις νωπές ακόμη πληγές που είχε προκαλέσει η ναζιστική ιδεολογία στην Ευρώπη. Είναι εντέλει τη δεκαετία του ’70 που η φήμη του αποκαθίσταται, το έργο του επανέρχεται στο προσκήνιο και μελετάται, με πολλούς καλλιτέχνες να βρίσκουν σε αυτό έναν πνευματικό πατέρα.

Η βαθιά θρησκευτική του πίστη κι η αγάπη του για τη γερμανική ύπαιθρο, αποτέλεσαν βασική πηγή έμπνευσής του, προβάλλοντας και εξυμνώντας την πνευματικότητα στη φύση. Το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του καταγράφτηκε στη Δρέσδη, που μετά από αργά μα σταθερά βήματα, έγινε διάσημος με τη πρώτη παραγγελία που ανέλαβε. Στα επόμενα χρόνια καλλιέργησε εντελώς προσωπικό ιδίωμα και φιλοτέχνησε τοπία που διαπνέονται απ’ έντονο μυστικισμό καθώς και θρησκευτικές αλληγορίες.

Το σύνολο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ως ζωγράφου, η μουντή χρωματική παλέτα, η ατμοσφαιρική σύνθεση και η ψυχολογικά βαριά θεματολογία του, καθιστούν τον Caspar David Friedrich μοναδική περίπτωση στην τοπιογραφία. Αυτά τα χαρακτηριστικά της ζωγραφικής του είναι ο λόγος για τον οποίο, σε αντίθεση με πολλούς άλλους τοπιογράφους, ο Friedrich αποτελεί –δύο αιώνες μετά– σταθμό στην ιστορία της δυτικής τέχνης και πηγή έμπνευσης για πολλούς σύγχρονους καλλιτέχνες.

 Γυναίκα στο παράθυρο, 1822

Ο λόγος για τον οποίο πολλοί καλλιτέχνες από τις αρχές του 20ού αιώνα επικαλούνται το έργο του ως μείζονος σημασίας δεν είναι τόσο η τεχνική του αρτιότητα όσο το τρομερό πνευματικό του υπόβαθρο. Πρόκειται για ζωγραφική βαθύτατα προσωπική, που δεν στοχεύει στην ωμή αναπαράσταση ενός γεγονότος ή ενός τοπίου, αλλά στα συναισθήματα που γεννούν αυτές οι εικόνες, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στην έννοια του μεγαλειώδους (sublime). Στα έργα του, ο άνθρωπος δεν αποτελεί το βασικό θέμα παρά είναι θεατής, ενώ το τοπίο είναι σχεδόν πάντα επιβλητικό και με ψυχικό βάρος που συνθλίβει τόσο τα εικονιζόμενα πρόσωπα που το παρατηρούν όσο και τον εξωτερικό θεατή. Συμβολικά στοιχεία βρίσκονται επίσης διάσπαρτα στο έργο του, ανακαλώντας εικόνες από τη γερμανική κουλτούρα, μυθολογία και λαϊκή παράδοση.
Χαρακτηρίστηκε εσωστρεφής και μελαγχολικός, αλλά ήταν επίσης πατριώτης κι αφοσιωμένος οικογενειάρχης. Παρά τη νόσο που τον καθήλωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, οι καλλιτεχνικές του αναζητήσεις ήταν αδιάλειπτες και στους τελευταίους πίνακές του συνδύασε το λυρισμό με μια νέα αντίληψη των χρωμάτων που τον κατέστησε ένα από τους καλύτερους ρομαντικούς ζωγράφους.

Οδοιπόρος επάνω από τη θάλασσα της ομίχλης , 1818

O Κάσπαρ Νταβίντ Φρίντριχ το 1802 ήταν ένας νέος, άγνωστος ζωγράφος που οι συντοπίτες του τον έβλεπαν να τριγυρίζει μόνος στο νησί του Ρίγκεν. Εκεί ο Φρίντριχ ζωγράφιζε αυτό που ένιωθε ότι ο ίδιος ήταν, ένας μικρός, ανώνυμος, ασήμαντος άνθρωπος στοιχειωμένος από το μεγαλείο του περιβάλλοντος ολόγυρά του, απ΄αυτό το αρχετυπικό αίσθημα και την λαχτάρα για το άγνωστο, για το ασύλληπτο, που κρύβεται είτε στη Φύση ή κάπου στο άχρονο παρελθόν πέραν του κόσμου τούτου. Αυτό στη ζωγραφική μπορεί να συμβολίζεται με τη μορφή ενός δάσους, ενός δέντρου μόνου, ενός βράχου, ενός σύννεφου ή της απέραντης θάλασσας.

ο μοναχοσ και η θαλασσα

Μοναχός στην θάλασσα, 1809

Η ευρεία έκταση της θάλασσας και του ουρανού δίνουν έμφαση στο πενιχρό σχήμα του μοναχού που στέκεται μπροστά στην απεραντοσύνη της φύσης. Μία φιγούρα, ντυμένη με ένα μακρύ ένδυμα και με το ένα χέρι στο πηγούνι του, στέκεται πάνω σε ένα χαμηλό αμμόλοφο με αραιά βλάστηση. Το σχήμα, που συνήθως χαρακτηρίζεται ως μοναχός εντελώς μακριά από το θεατή φαίνεται να ερευνά την ταραγμένη θάλασσα, ενώ ένα γκρίζο κενού ουρανού καταλαμβάνει περίπου τα τρία τέταρτα της εικόνας.

θαλασσα απο παγο

Θάλασσα από πάγο, 1824

Ο πίνακας δείχνει το εξωτικό τοπίο των αρκτικών πάγων. Ένα καράβι ναυάγησε και τα συντρίμμια του βρίσκονται τώρα θαμμένα κάτω από τις στιβαρές πλάκες που έχουν γίνει τάφος παγερός. Η πρύμνη του καραβιού φαίνεται στα δεξιά, και στην ταμπέλα επάνω είναι γραμμένο το όνομά του. Πρόκειται για το «HMS Griper», ένα από τα δύο σκάφη που συμμετείχαν στην αποστολή του Ουίλλιαμ Έντουαρντ Πάρρυ στον βόρειο πόλο το 1819-1820. Η σύνθεση του έργου συμπίπτει χρονικά με την περίοδο αποκατάστασης στην Ευρώπη που ακολούθησε μετά την πτώση της Πρώτης Γαλλικής Αυτοκρατορίας, ενώ ταυτόχρονα βρίσκει τον Φρίντριχ σε μια περίοδο καλλιτεχνικής κάμψης. Μέσα σε αυτό το κλίμα ολοκληρωτικής απογοήτευσης και τραγικής αποτυχίας των μεγάλων ιδεωδών, ο Φρίντριχ εμπνεύστηκε από την αρκτική αποστολή για να σχεδιάσει τον αλληγορικό αυτό πίνακα που παρουσιάζει το ολοκληρωτικό και αμετάκλητο μα και άδοξο τέλος όλων των ελπίδων.

Ο ΟνειροΠΟΛΟΣ

Ο Ονειροπόλος, 1820-1840

Το θέμα του πίνακα είναι κατεξοχήν ρομαντικό και φυσικά είναι αγαπημένο θέμα του Γερμανού ρομαντικού ζωγράφου Κάσπαρ Νταβίντ Φρίντριχ. Ένας νεαρός άνδρας, καθισμένος στα γοτθικά ερείπια μέσα σε δάσος, ρεμβάζει το ηλιοβασίλεμα. Ατενίζει πέρα μακριά το αχνά φωτισμένο τοπίο. Δεν διακρίνουμε το πρόσωπό του, αναρωτιόμαστε για τις σκέψεις του, κοιτάζουμε πέρα μακριά μαζί του, αλλά δεν μπορούμε να δούμε αυτό που βλέπει και αισθάνεται. Ο πίνακας αποπνέει την απόλυτη γαλήνη της στιγμής που όλα ετοιμάζονται να ησυχάσουν στη φύση. Ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει. Τα γοτθικά ερείπια-κατάλοιπα μνημεία του γερμανικού παρελθόντος-είναι το πλαίσιο του παρόντος της μαυροφορεμένης φιγούρας, το παράθυρο από ένα σκοτεινό και μυστηριώδη κόσμο σ’ έναν κόσμο ανοιχτό και απέραντο που ο θεατής ονειρεύεται να γνωρίσει…
Ο Φρίντριχ υπογραμμίζει συχνά την ασημαντότητα της ανθρώπινης ύπαρξης μπροστά στην απεραντοσύνη της φύσης και του σύμπαντος, απεικονίζοντας μυστηριώδεις μοναχικές φιγούρες ανθρώπων με μικρές διαστάσεις που δεν αποκαλύπτουν το πρόσωπό τους στο θεατή. Οι μορφές του Φρίντριχ δεν γίνονται ποτέ ένα με το φυσικό τοπίο, είναι θεατές που αναζητούν την υπέρβαση από τα εγκόσμια και την αρμονική ένωση με τη φύση και το Δημιουργό της. 

τα ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑΤΑ

ΤΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Πηγές:

O ζωγράφος Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ (1774 – 1840)

http://www.artcoremagazine.gr/eikastika/beaux-arts/caspar-david-friedrich-topia-kai-sinaisthimata

https://el.wikipedia.org/wiki/ΚάσπαρΝτάβιντΦρίντριχ

http://annagelopoulou.blogspot.com/2011/11/blog-post_09.html

http://homouniversalisgr.blogspot.com/2018/09/caspar-david-friedrich-5-1774-7-1840.html

Το καθιστικό του Φώτη Κόντογλου, ένα έργο τέχνης

Η Οικία Κόντογλου, όπου έζησε ο ζωγράφος, αγιογράφος και συγγραφέας από το Αϊβαλί της Μ. Ασίας Φώτης Κόντογλου, βρίσκεται στον παλαιό αθηναϊκό οικισμό του Κυπριάδου, επί της οδού Βιζυηνού αριθ. 16. Το σπίτι του Κόντογλου κτίστηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρη στα 1931 – 1932. Το ιδιαίτερο με την οικία αυτή είναι πως ο ίδιος ο ζωγράφος φιλοτέχνησε με έργα τέχνης το καθιστικό.

Το καθιστικό του σπιτιού

Συγκεκριμένα, ο Κόντογλου, προσηλωμένος στα ιδεώδη της βυζαντινολαϊκής τέχνης, στολίζει, με την τεχνική της νωπογραφίας (fresco) και μεταβυζαντινή διάταξη, το μπροστινό δωμάτιο του σπιτιού του με τοιχογραφίες, καμωμένες με το χέρι του και με τη βοήθεια του Γιάννη Τσαρούχη και του Νίκου Εγγονόπουλου, που ήταν μαθητές του εκείνο τον καιρό. Σήμερα, το έργο αυτό έχει αποτοιχιστεί και βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη. Σ’ ένα άλλο τοίχο του σπιτιού ξεχωρίζει η μεγάλη σύνθεση με τους πρόσφυγες, ένα είδος σαράντα μαρτύρων που περιμένουν τον κατακλυσμό, έργο που συμβολίζει τα πάθη των Ελλήνων.

Το 1940 ωστόσο, χρόνια της Κατοχής, ο Κόντογλου αναγκάζεται να πουλήσει το σπίτι του για λίγο λάδι κι ένα σακί αλεύρι. Ο νέος ιδιοκτήτης κάλυψε τις νωπογραφίες με ασβέστη. Τα επόμενα χρόνια, ο Κόντογλου μετακομίζει διαρκώς.

Το σεμνό και ασκητικό κτίριο, εργαστήριο και συνάμα κατοικία, σώζεται μέχρι σήμερα. Στην περιοχή του Κυπριάδου, όπου ζούσε ο Κόντογλου, είχαν εγκαταστήσει τα εργαστήριά τους κι άλλοι ζωγράφοι της προοδευτικής Γενιάς του ’30. Ανάμεσά τους ο Σπύρος Παπαλουκάς (με τον οποίο ο Κόντογλου είχε συγκατοικήσει στην Κολοκυνθού), ο Ουμβέρτος Αργυρός, ο Γιάννης Σπυρόπουλος, ο Γιώργος Βακαλό κ. ά. Εκεί έζησε και ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης, με τον οποίο ο Κόντογλου είχε αναπτύξει μεγάλη φιλία.


Αναμνηστική πλάκα στην Οικία Κόντογλου

Ως αγιογράφος ο Κόντογλου, “φανατικός κήρυκας στην επιστροφή στη βυζαντινή παράδοση”, εικονογράφησε κατά τη βυζαντινή τεχνοτροπία γειτονικές με το σπίτι του εκκλησίες, όπως την Εκκλησία του Αγίου Λουκά στην οδό Πατησίων και τη βυζαντινή Ομορφοκκλησιά στο Γαλάτσι, κοντά στα προσφυγικά σπίτια του Περισσού.

Σήμερα, το σπίτι που έζησε ο Κόντογλου, με επιμέλεια της κόρης του Δέσπως Κόντογλου – Μαρτίνου, έχει μετατραπεί σε επισκέψιμο μουσείο. Στην είσοδό του υπάρχει εντοιχισμένη φαγεντιανή πλάκα με την επιγραφή: “Εδώ έζησε και εργάσθηκε ο Φώτης Κόντογλου από Αϊβαλί της Μ. Ασίας”.

Το σπίτι σήμερα

Στο προαύλιο της γειτονικής Εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Κυπριάδου, έχει τοποθετηθεί μια μπρούτζινη προτομή του Φώτη Κόντογλου, φιλοτεχνημένη από το γλύπτη Μιχάλη Ζερβό.

Ο ζωγράφος είχε πει για την τέχνη:

“Οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια, καὶ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, ἐκθέσεις μὲ τερατουργήματα, μπάλλες, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα, ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, ἠλίθιους καρνάβαλους, συλλόγους λογῆς-λογῆς μὲ γεύματα καὶ μὲ σοβαρὲς συζητήσεις γιὰ τὸν ἴσκιο τοῦ γαϊδάρου, συνδέσμους ἀφιερωμένους στοὺς ἀποθεωμένους ἄνδρας τῆς Εὐρώπης κι ἕνα σωρὸ ἀλλὰ τέτοια. Αὐτή, μὲ μιὰ ματιά, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἀνθρωπότητας σήμερα, ποὺ νὰ μὴν ἀβασκαθεῖ! Ποῦ νὰ βρεῖ κανένας καταφύγιο; … -Δόξα στὸν Θεό, ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα κάποιο καταφύγιο γιὰ μᾶς ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε «τὸ μεγαλεῖο της ἐποχῆς μας». Δόξα στὸν θεὸ ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμα κάποιοι τόποι ποὺ δὲν τοὺς ἐξήρανε αὐτὴ ἡ φυλλοξήρα ποὺ λέγεται σύγχρονος πολιτισμός.”

“Καλὸ εἶναι νὰ ὑπάρχεις, ἀλλὰ νὰ ζεῖς εἶναι ἄλλο πρᾶγμα”
“Τι μας λείπει και πάμε στα Παρίσια και στ’ άλλα μέρη της Ευρώπης για να μάθουμε τέχνη, χωρίς να μαθαίνουμε τίποτα; Να δούμε πότε θ’ ανακαλύψουμε εμείς οι Έλληνες την Ελλάδα, όπως ανακάλυψε την Αμερική ο Κολόμβος!” 
Απο το “Η πονεμένη Ρωμιοσύνη”, 1965, Εκδοτικός Οίκος “Αστήρ”

Κατσουσίκα Χοκουσάι, τα διάφορα πρόσωπα του Ιάπωνα καλλιτέχνη

Eπειδή τα περισσότερα από τα έργα του καλλιτέχνη Χοκουσάι (Hokusai) είναι τυπώματα στο χαρτί, τα φώτα είναι χαμηλωμένα σε όλη την έκταση των οκτώ αιθουσών του Grand Palais στο Παρίσι, που τον φιλοξενεί. Ο σπουδαιότερος καλλιτέχνης της Ιαπωνίας, ίσως ο μόνος με τόση επιτυχία στον δυτικό κόσμο, γεννήθηκε το 1770 και πέθανε 89 χρόνια αργότερα έχοντας διανύσει αναρίθμητα καλλιτεχνικά στυλ, δημιουργήσει εξίσου πολλά έργα και αλλάξει παραπάνω από 30 φορές το όνομά του. Οι διαφορετικές ταυτότητες ήταν κάτι σύνηθες για την εποχή και τη χώρα του, αλλά κανένας καλλιτέχνης δεν το δοκίμασε τόσες φορές.

Ο «τρελός για τη ζωγραφική», όπως του άρεσε να αυτοαποκαλείται –αποκαλύπτουν τα γραπτά του– ζωγράφιζε από μικρό παιδί και μέχρι τα βαθιά γεράματά του, μετανιώνοντας που δεν «έζησε μέχρι τα 110 του για να βρει το πραγματικό του ύφος και να φτάσει την τέχνη του στο απόγειό της». Λίγα πράγματα γνωρίζουμε για την προσωπική του ζωή, μεταξύ αυτών, το ότι παντρεύτηκε και χήρεψε δύο φορές, ενώ απέκτησε δύο γιους και τρεις κόρες.

Το έργο του Hokusai σήμανε την αρχή της γαλλοϊαπωνικής φιλίας στην τέχνη, αφού o Γάλλος Félix Bracquemond τον ανακάλυψε –μέσω των μάνγκα– μόλις περίπου 5 χρόνια μετά τον θάνατό του, δίνοντας βάση στις εξαιρετικές του εκτυπώσεις ή σε αποτυπώματα σε χαρτί στιγμιότυπων από τη φύση. Ενώ η ιαπωνική θρησκεία Shinto υμνεί τη φύση, οι επιδράσεις αυτής της ζεύξης στο έργο του καλλιτέχνη είναι συνταρακτικές. Η θάλασσα που υψώνεται σε κύματα και χρώματα απαράμιλλα σε σθένος και δύναμη μόνο και μόνο για να συναντήσει το βουνό – και οι μικροσκοπικές φιγούρες των αγροτών, σημάδι της ελάχιστης επίδρασης που ο άνθρωπος μπορεί να έχει πάνω στο φυσικό στοιχείο.

Ο Hokusai γεννήθηκε με το όνομα Tokitaro στην τότε πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, την πόλη Edo, χωρίς να γνωρίζουμε πολλά για την οικογένειά του. Aν κάτι γνωρίζουμε για τη νεανική ηλικία του καλλιτέχνη, είναι πως ξεκίνησε να χαράζει πλάκες για τη δημιουργία αποτυπωμάτων-γκραβούρων, στην ηλικία των 15 ετών.

Το πρώτο όνομα που υιοθετεί ο Hokusai προέρχεται από τον δάσκαλό του Katsukawa Shunro.

Δεκαπέντε χρόνια θα περάσουν προτού ο καλλιτέχνης, σε ηλικία 34 χρόνων, αφήσει το Shunro και περάσει στο όνομα Sori (δουλεύοντας στην αντίπαλη σχολή Rinpa) – αλλάζοντας παράλληλα και ύφος. Τα επόμενα έργα του αφιερώνονται σε ημερολόγια με εικόνες (egoyomi) όπως και μικρά ποιήματα (kyoka), πρώτα απομονωμένα κι έπειτα σε μεγάλες συλλογές.

Αυτή η περίοδος είναι ακόμη μικρότερη, γιατί σύντομα ο καλλιτέχνης αλλάζει όνομα: Katsushika Hokusai,αλλά είναι ιδιαιτέρως έντονη. Μια τεράστια συμβολή του καλλιτέχνη στα βιβλία ανάγνωσης παρατηρείται κι έπειτα δίνει τη βάση για μια φάση πολύ πιο αισθησιακή: τα τυπώματα με θέμα το σεξ (shunga) είναι λιγότερα, όμως με πολύ χιούμορ.

Ο καλλιτέχνης γρήγορα κουράζεται με το ένα θέμα του και περνάει με ταχύτητα στα εγχειρίδια ζωγραφικής (1810). Αυτό με τη σειρά του θα δώσει έμπνευση για τα Hokusai Manga (1814), που είναι έως σήμερα τα πρώτα γνωστά μάνγκα στον δυτικό κόσμο. Ετερόκλητα θέματα, από τη θρησκεία μέχρι τη φύση. Μέχρι σήμερα παραμένουν οι κύριες εικόνες για τη ζωή στην πρωτεύουσα της εποχής.

Έχοντας περάσει τα 50 χρόνια του και το ενδιαφέρον του στρέφεται προς τα εγχειρίδια ζωγραφικής και πάλι, με στόχο να γίνει περισσότερο γνωστός με το όνομα Taito. Ισως προετοιμάζεται για την επόμενη περίοδο, 1820-1834, οπότε δημιουργεί το πλέον γνωστό του έργο, «36 θέες στο βουνό Fuji», καθώς και άλλα λιγότερο γνωστά. Το βουνό Fuji αποτελεί ιερό τόπο για τους Ιάπωνες, οι οποίοι προσπαθούν έστω μία φορά στη ζωή τους να το ανέβουν. Το γιατί ο καλλιτέχνης αποφάσισε να το δημιουργήσει εξηγείται όχι μόνο με καλλιτεχνικούς όρους, αλλά και ως απάντηση στην άνοδο του εγχώριου τουρισμού.

Όπως γίνεται αντιληπτό,
Ο Χοκουσάι άλλαζε το όνομά του συχνά, ανάλογα με την καλλιτεχνική του ενασχόληση. Τα διάφορα ονόματά του είναι χρήσιμα στο να διαιρέσουμε τη ζωή του σε καλλιτεχνικές περιόδους. Ο Χοκουσάι μαθήτευσε 19 χρόνια στη σχολή του Κατσουκάουα. Φήμες ισχυρίζονται ότι αποβλήθηκε από τη σχολή λόγω παράλληλων σπουδών στην αντίπαλη σχολή Κανό (Kanō). Το 1795, ο Χοκουσάι αλλάζει το καλλιτεχνικό του όνομα σε Σουνρό (Shunrō). Η περίοδος αυτή κατά τον ίδιο ήταν εμπνευσμένη: “Αυτό που αποτέλεσε το κίνητρο για την καλλιτεχνική μου εξέλιξη ήταν η ντροπή που ένιωθα στα χέρια του Σουνκό (Shunkō)”[10]. Ο Σουνκό ήταν ο διευθυντής της σχολής. Το έργο του “Πυροτεχνήματα στη γέφυρα Ριογκόκου” (1790) προέρχεται από την περίοδο αυτή.

Η επόμενη περίοδος του Χοκουσάι ήταν με την σχολή Ταουράουα (Tawaraya) και την υιοθέτηση του ονόματος Ταουράιγια Σόρι. Την περίοδο αυτή ζωγράφισε πολλούς πίνακες για ευχετήριες κάρτες σουριμόνο (surimono), και διακοσμήσεις κουόκα-έχον (kyōka ehon). Το 1798, ο Χοκουσάι δάνεισε το όνομά του σε έναν μαθητή και ξεκίνησε την ανεξάρτητη καλλιτεχνική του καριέρα υιοθετώντας το όνομα Χοκουσάι Τομίσα (Hokusai Tomisa). Το όνομα αυτό κράτησε μέχρι το 1811 οπότε, σε ηλικία 51 ετών, το άλλαξε σε Τάιτο (Taito). Την περίδο αυτή δημιούργησε έργα σε στυλ Χοκουσάι Manga, έτεχον και βιβλία τέχνης[7].

Το 1820 άλλαξε το όνομά του σε Ιίτσου (Iitsu) αρχίζοντας μία περίοδο που του έδωσε μεγάλη φήμη στην Ιαπωνία,αν και παγκόσμια η φήμη του εξαπλώθηκε μόνο μετά τον θάνατό του. Ήταν την περίοδο αυτή που δημιούργησε την ευρέως γνωστή σειρά συνθέσεων του 36 απόψεις του όρους Φούτζι. Επίσης παρήγαγε τις σειρές ξυλογραφιών Μια περιήγηση στους καταρράκτες της επαρχίας και Ασυνήθιστες απόψεις των γεφυριών της επαρχίας. Την επόμενη περίοδο που ξεκινά το 1834, ο Χοκουσάι υιοθέτησε το όνομα Gakyō Rōjin Manji (Ο γέρος άντρας που τρελαίνεται για την τέχνη). Την περίοδο αυτή δημιούργησε τη σειρά Εκατό απόψεις του όρους Φούτζι και άλλες σημαντικές παραστάσεις τοπίων.

Μεταξύ 1796 και 1820, δημιούργησε κοντά στις 30.000 εικονογραφήσεις και εκτυπώσεις πολύχρωμες και υλοποίησε τα πιο μεγάλα έργα του αφού είχε περάσει τα 60χρόνια του.

Ένα από τα αγαπημένα του θέματα, είναι το όρος Φούτζι που ήταν στα μάτια του ένα ισχυρό πνευματικό σύμβολο.

Τα έργα του Χοκουσάι υπήρξαν για τους ιμπρεσιονιστές, μεταξύ των οποίων ο Μονέ, ο Ντεγκά και ο Τουλούζ-Λωτρέκ, μια πηγή έμπνευσης και μια αναφορά σημαντική.

Εμπνευσμένοι οι ζωγράφοι κυρίως Γάλλοι από το έργο του Χοκουσάι ξεκίνησαν στην Ευρώπη ένα νέο ρεύμα ζωγραφικής το οποίο έμελλε να γίνει ιδιαίτερα σημαντικό προς στα τέλη του 19ου αιώνα.

Έργα του Χοκουσάι αγοράστηκαν από τον Μονέ και αυτή την στιγμή διακοσμούν το σπίτι στο οποίο έζησε ο μεγάλος ζωγράφος και το οποίο έχει διασκευαστεί σε μουσείο στο Ζιβερνύ της Νορμανδίας.

Για το πιο γνωστό του έργο, το Μεγάλο Κύμα διαβάστε την ανάλυση μας σε ξεχωριστό άρθρο: https://dromospoihshs.home.blog/2019/03/22/the-great-wave-hokusai/

Πηγές:Βικιπέδια, Καθημερινή

Αφιέρωμα στο Σπύρο Παπαλουκά, σπουδαίο Νεοέλληνα ζωγράφο και τοπιογράφο του Αγίου Όρους

Σπύρος Παπαλουκάς

Ο Σπύρος Παπαλουκάς είναι ζωγράφος με σημαντικότατο έργο μέσα στην ελληνική τέχνη του 20ού αιώνα. Το έργο του έχει διαγράψει μια τροχιά με διακριτές «περιόδους» που στοιχειοθετούν την εξελικτική πορεία του δημιουργού τόσο στο καθαρά μορφοπλαστικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο της συγκρότησης της καλλιτεχνικής προσωπικότητάς του.

Αρσανάς στο Άγιον Όρος, 1935

Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών (1909-1916) με καθηγητές τους Σπύρο Βικάτο, Δημήτριο Γερανιώτη, Γεώργιο Ιακωβίδη, Στέφανο Λάντσα, Γεώργιο Ροϊλό και Παύλο Μαθιόπουλο, κερδίζοντας επτά πρώτα βραβεία κατά τη διάρκεια της φοίτησής του. Tο 1917 πήγε στο Παρίσι, όπου συνέχισε τις σπουδές του στις Ακαδημίες Julian και Grande Chaumiere, σταμάτησε όμως το 1921 για να λάβει μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως πολεμικός ζωγράφος, μαζί με τον Περικλή Βυζάντιο και τον Παύλο Ροδοκανάκη. Τα έργα που ζωγράφισε εκεί παρουσιάστηκαν το 1922 στο Ζάππειο, χάθηκαν όμως στη συνέχεια στην καταστροφή της Σμύρνης.

Αρχονταρίκι Λαύρας Αγ. Όρους, 1924

Την περίοδο 1923-1924 έμεινε στο Άγιον Όρος, όπου μελέτησε τη φύση και τη βυζαντινή τέχνη και ζωγράφισε μια σειρά από πίνακες που εξέθεσε στο τέλος του 1924 στη Θεσσαλονίκη. Έχοντας κερδίσει το 1926 στο διαγωνισμό για την αγιογράφηση της Μητρόπολης της Άμφισσας, ολοκλήρωσε τη διακόσμηση του ναού από το 1927 ως το 1932, ενώ την περίοδο 1932-1933 χρωμάτισε μία πολυκατοικία στα Εξάρχεια, γνωστή από τότε σαν Μπλε πολυκατοικία. Η δραστηριότητά του ως αγιογράφου και διακοσμητού συνεχίστηκε με εικονογραφήσεις άλλων ναών και με τη διακόσμηση του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου, ενώ από το 1926 είχε αρχίσει να ασχολείται και με τη σκηνογραφία, φιλοτεχνώντας σκηνικά για παραστάσεις του Εθνικού, του θεάτρου Κοτοπούλη κ.ά.

Καφενείο στη Μυτιλήνη, 1929

Δίδαξε ελεύθερο και διακοσμητικό σχέδιο στη Βιοτεχνική Σχολή από το 1925, διακοσμητικές τέχνες στη Σιβιτανίδειο από το 1936, ενώ το 1940 διορίστηκε διακοσμητής στην Πολεοδομική Υπηρεσία του Υπουργείου Διοικήσεως Πρωτευούσης και στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων. Ταυτόχρονα ανέλαβε τη διεύθυνση της Δημοτικής Πινακοθήκης. Από το 1943 ως το 1951 δίδαξε ελεύθερο σχέδιο στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Ε.Μ.Π., ενώ το 1956 εξελέγη καθηγητής στο εργαστήριο ζωγραφικής της Σχολής Καλών Τεχνών. Πέθανε στην Αθήνα ένα χρόνο αργότερα στις 3 Μαΐου.

Βάζο με λουλούδια (σκούρα χρώματα), 1956

Την περίοδο 1935-1937 εξέδιδε, μαζί με τον Στρατή Δούκα, τον Νίκο Χατζηκυριάκο – Γκίκα, τον Δημήτρη Πικιώνη και τον Σωκράτη Καραντινό, το πρωτοποριακό περιοδικό Το Τρίτο Μάτι. Ιδρυτικό μέλος της Ομάδας Τέχνη και μέλος του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών, έλαβε μέρος στις εκθέσεις τους, σε ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, καθώς και σε Πανελλήνιες. Το 1976 το έργο του παρουσιάστηκε σε αναδρομική έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη και το 1982 στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων.

Το παιδί με τις τιράντες, 1925

Ασχολήθηκε με την προσωπογραφία και τη νεκρή φύση, επίκεντρο όμως της ζωγραφικής του αποτέλεσε το τοπίο, το οποίο απεικόνισε έχοντας αφομοιώσει τα διδάγματα της βυζαντινής τέχνης αλλά και των μεταϊμπρεσιονιστικών τάσεων, ιδιαίτερα του Gauguin, των Nabis και των Πουαντιγιστών. Στις προσωπογραφίες, με πλέον χαρακτηριστική Το παιδί με τις τιράντες (1925). του υιοθέτησε διάφορες τεχνοτροπίες, ενώ στις αγιογραφίες του προσπάθησε να συνδυάσει τους παραδοσιακούς βυζαντινούς τύπους με στοιχεία σύγχρονων καλλιτεχνικών ρευμάτων.

Τοπίο από τους Δελφούς, 1945

Η επίμονη, μεθοδική έρευνα με τα εκφραστικά του μέσα αποτελεί θεμελιακή σταθερά της τέχνης καθώς και του καλλιτεχνικού πιστεύω του Σπύρου Παπαλουκά, και είναι ένα από τα στοιχεία που τον συνδέουν με τον μοντερνισμό. Από αυτήν την άποψη τα έργα με θέμα το Άγιον Όρος που ζωγράφισε στη διάρκεια της πολύμηνης παραμονής του εκεί, επί τόπου («sur le motif»), καθώς και αυτά της ίδιας θεματικής (συνέχισε να δουλεύει αγιορείτικα τοπία για πολλά χρόνια κατόπιν) που φιλοτέχνησε μερικά χρόνια αργότερα, είναι παραδειγματικά.

Τοπίο

Τα έργα με θέμα τον Άθω νοηματοδοτούν πολλαπλά τη σχέση του Παπαλουκά με τον ελληνικό χώρο, φυσικό και δομημένο. Το τοπίο του Αγίου Όρους με τη γεωμορφολογία του καθώς και τα μοναστήρια, οι σκήτες, τα κονάκια, τα κελλιά, οι αρσανάδες, με την περίπλοκη αρχιτεκτονική, τα χρώματα και το διάκοσμό τους προσφέρουν πολλές και ποικίλες προκλήσεις για το ζωγράφο, και θα αποτελέσουν το πεδίο όπου θα εφαρμόσει τις πλαστικές αναζητήσεις του σε ό,τι αφορά το φως, το χρώμα, τη φόρμα, την αρχιτεκτονική της σύνθεσης, τη δόμηση του ζωγραφικού χώρου, σύμφωνα με αρχές και διδάγματα των κινημάτων του μοντερνισμού του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Παράλληλα, η συστηματική μελέτη της βυζαντινής τέχνης εκεί θα διευρύνει τον ορίζοντα της προβληματικής του, θα ασκήσει την όραση και τη σκέψη του, θα μπολιάσει γόνιμα τον εικαστικό οπλισμό του από την ευρωπαϊκή μαθητεία του σε νεότερες τότε σχολές, δίνοντάς του εναύσματα, για να προσπελάσει, μέσα από άλλους δρόμους, ορισμένες αρχές της μοντέρνας τέχνης.

Σπίτια στου Κυπριάδη, 1938

Τα έργα του Σπύρου Παπαλουκά με θέμα το Άγιον Όρος δεν στοιχειοθετούν μόνον έναν πολυσήμαντο λόγο για τη ζωγραφική και μια ουσιαστική συμβολή στη νεοελληνική τοπιογραφία. Πέρα από τις καθαρά εικαστικές συντεταγμένες τους, είναι φορείς ενός ήθους, μιας στάσης με ευρύτερη σημασία. Με τα έργα αυτά, ο Παπαλουκάς έδωσε μια νηφάλια όσο και τολμηρή απάντηση σε καίρια τότε ζητήματα-αιτήματα, όπως η σχέση με την παράδοση και η εθνική αυτογνωσία, μέσα στα ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα της εποχής στην Ελλάδα.
Συνολικά, επίδραση του Παπαλουκά στους σύγχρονούς του και στους μεταγενέστερους Έλληνες ζωγράφους ήταν καταλυτική, αφού με το έργο του έδειξε πως μοντέρνα τέχνη και ελληνικότητα δεν είναι έννοιες ασύμβατες.

ΠΗΓΕΣ:
https://www.nationalgallery.gr/el/zographikh-monimi-ekthesi/painter/papaloukas-spuros.html ,
https://www.timesnews.gr/o-zografos-spyros-papaloykas-me-to-erg/ ,
https://www.pemptousia.gr/2018/05/o-athos-tou-spirou-papalouka/#3 ,
https://www.elculture.gr/blog/papaloykas-larisa/

Οι “Ζωντανοί” Πίνακες της Alexa Meade

Το έργο της Alexa Meade μπορεί να μοιάζει με κάτι που θα δείτε σε μια γκαλερί τέχνης, αλλά η Meade δεν είναι σαν τους άλλους καλλιτέχνες. Το έργο της είναι διαφορετικό καθώς κυριολεκτικά ζωγραφίζει τους ανθρώπους μετατρέποντάς τους σε ζωντανά πορτρέτα. Η Alexa δημιουργεί την ψευδαίσθηση ενός κόσμου αφού δεν ζωγραφίζει μόνο το ανθρώπινο σώμα αλλά και τρισδιάστατους χώρους για να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ότι η πραγματικότητά μας είναι ένα δισδιάστατο ζωγραφισμένο ονειρικό τοπίο.

Σε αντίθεση με πολλούς μεγάλους κλασσικούς ζωγράφους, η Alexa δεν θέλει να αναδημιουργήσει την πραγματικότητα στους πίνακές της, θέλει να ζωγραφίσει την ίδια την πραγματικότητα και στη συνέχεια να την ισοπεδώσει, ώστε να πάρει μια «τεχνητή», ζωγραφισμένη τελική μορφή. Παίρνει μια κλασσική αντίληψη – trompe l’oeil, την τέχνη του μια δισδιάστατη αναπαράσταση να φαίνεται τρισδιάστατη – και λειτουργεί αμφίδρομα. Στόχος της είναι να κάνει το αντίθετο, ώστε να καταρρεύσει το βάθος και να μετατρέψει τα μοντέλα της πραγματικής ζωής σε επίπεδες εικόνες. Ουσιαστικά, μετατρέπει τρισδιάστατα θέματα – είτε πρόκειται για ανθρώπους, τρόφιμα ή άλλα αντικείμενα – σε δισδιάστατα “έργα” μέσα από το χρώμα, και στη συνέχεια τα “ισοπεδώνει” μέσω της φωτογράφηση τους.

What remains is “a photo of a painting of a person, and the real person hidden somewhere underneath.”

Ζωγραφίζει όλόκληρο το σώμα για να πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Tι κάνει όμως με το παράθυρο της ψυχής, τα μάτια; «Έκανα κάποια πειράματα στο στούντιο ζωγραφίζοντας μάτια πάνω στα κλειστά βλέφαρα», λέει η Meade. “Ωστόσο, συχνά προτιμώ να μην τα ζωγραφίζω. Μου αρέσει να βλέπω την επίδραση της ματιάς του ζωγραφισμένου ατόμου που διαπερνά κάθε χρώμα για να αιχμαλωτίσει τελικά τον θεατή, καθιστώντας όλη τη ζωγραφική μου πραγματικά ζωντανή και δημιουργώντας μια ένταση ανάμεσα στις διαφορετικές διαστάσεις.»

Επίσης, προσλαμβάνει άλλα μοντέλα για να ζωγραφίσει (στην αρχή μόνο οικογένεια, φίλους αλλά και τον εαυτό της) και πολλές φορές χρησιμοποιεί ένα υγρό στα έργα της- το γάλα. Τα ιδιαίτερα χρώματα αναμειγνύονται με τον απρόβλεπτο παράγοντα του γάλατος όταν τα μοντέλα βυθίζονται μέσα σε πισίνες γεμάτες με γάλα. Και όπως αποδείχθηκε, το γάλα δημιουργεί μερικές μοναδικές και όμορφες ζωγραφιές.

Δεν υπάρχει απολύτως καμία χειραγώγηση των φωτογραφιών αφού φωτογραφηθούν τα μοντέλα, το οποίο είναι μερικές φορές το πιο δύσκολο κομμάτι της όλης διαδικασίας.

“… once it’s done, it’s done. You can’t go back and use fresh eyes to touch things up. This is really challenging. Sometimes I’ll make what I think is a perfect painting and then when I later look at the pictures, I might notice a stray brush stroke or something has gone weird. Because I don’t paint in Photoshop, whatever photo I snapped, that is what I’m left with to exhibit.”

Η Alexa Meade παρακολούθησε το κολλέγιο Vassar και αποφοίτησε με πτυχίο στην πολιτική επιστήμη. Αρχικά, σχεδίαζε μια πορεία στην πολιτική, δούλευε για συνασπισμούς και γερουσιαστές στο Καπιτώλιο, και στη συνέχεια εργάστηκε ως βοηθός Τύπου στη προεκλογική εκστρατεία του Μπαράκ Ομπάμα το 2008.

“While working on the campaign, I kind of realized— maybe that’s not what I want to do with my life. And I didn’t know what it was I should be doing, and I thought, you know… I might as well go off and do something ridiculous, and I decided to become an artist.”

Το 2009, μια εργασία στο μάθημα τέχνης πυροδότησε την περιέργεια της. Αποφάσισε να διερευνήσει το χώρο και το φως μέσα από την ιδέα της τοποθέτησης μαύρης βαφής στο έδαφος, στο σημείο όπου πέφτουν οι σκιές. Αργότερα, επεκτάθηκε δημιουργώντας μία κλίμακα για την “χαρτογράφηση του φωτός” μέσω του χρώματος στο ανθρώπινο σώμα. Τότε, συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει την τρισδιάστατη μορφή να φαίνεται σαν ,ία δισδιάστατη ζωγραφιά. Τα αποτελέσματα αυτών των πειραμάτων άλλαξαν την προοπτική της και την ενέπνευσαν να επανεκτιμήσει τους στόχους της σταδιοδρομίας της.

Μετά την αποφοίτησή της, τελειοποίησε την τεχνική της στο υπόγειο των γονιών της, κάνοντας εξάσκηση π’ανω σε άψυχα αντικείμενα, όπως γκρέιπφρουτ, τηγανητά αυγά και λουκάνικο. Η ίδια υποστηρίζει ότι η έλλειψη επίσημης εκπαίδευσης, της επέτρεψε να σκεφτεί μοναδικές ιδέες σχετικά με τις επιφάνειες στις οποίες θα μπορούσε να ζωγραφίσει, δεδομένου ότι δεν αντιλαμβανόταν τη ζωγραφική ως κάτι που αναγκαστικά έπρεπε να γίνει σε καμβά.

“The professor asked us to create a sculpture that felt like a landscape but was not a sculpture of a landscape. I had no idea what that meant, and I kept asking for clarification, and he told me it was up to me to figure out. I came up with this idea of putting black paint on the ground where the shadows were. I decided to see what it would look like if I put black shadows on the human body,” she says. “And then painting not only shadows but also a full mapping of light in grayscale, highlights, darks, everything coming together in a mask of paint. Just by creating a mask of [shadow and] light with paint, it completely transformed the space. After I discovered this, I think I just had to leave politics behind and make my job teaching myself how to paint, through the process of inventing this new style of painting. It felt like an incredible risk because I had been building up my entire life to this one moment of making my debut and having a real job, as my parents called it. And instead of getting a real job, I decided to make my job painting on grapefruits, and eggs, and things you’re not meant to put paint on. It didn’t really seem like it was a career path, but it felt like something I just had to do.”

Απέκτησε για πρώτη φορά δημόσια αναγνώριση τον Μάρτιο του 2010, όταν τα ζωντανά έργα ζωγραφικής της έγιναν viral. Aπό τότε, έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο αποδεικνύοντας ότι ποτέ δεν είναι αργά για να αλλάξει κανείς καριέρα. Η φήμη της παρέχει επίσης μια γυναικεία φωνή στη βιομηχανία του visual art, η οποία πολλοί καλλιτέχνες λένε ότι κυριαρχείται από άνδρες.

Το 2013, η Mini Cooper την προσέλαβε για να να ζωγραφίσει ένα από τα καινούρια τους αυτοκίνητα στην καμπάνια “Not Normal” της Mini Cooper x Alexa Meade. Εργάστηκε επίσης με τον Ralph Lauren για την Denim & Supply Project Warehouse για να προωθήσει τα νέα ρούχα της Ralph Lauren. Συνεργάστηκε με ερευνητές από το Perimeter Institute for Theoretical Physics πάνω στο χωροχρονικό φάσμα, δημιούργησε ψευδαισθήσεις με τον παγκοσμίου φήμης μάγο David Blaine και ζωγράφισε το σώμα της ποπ τραγουδίστριας Ariana Grande για το μουσικό βίντεο του “God is a Woman”. Η εμπνευσμένη TEDGlobal ομιλία της Alexa, με τίτλο Your Body is my Canvas (Το σώμα σου είναι ο καμβάς μου), έχει προβληθεί εκατομμύρια φορές στο Youtube.

Η Alexa έχει λάβει πολλά βραβεία και διακρίσεις. Η μικρού μήκους ταινία Color of Reality με θέμα τον πόλεμο και τον χορό που δημιούργησε βραβεύτηκε με το “Art as Impact Award” από το CNN και συμπεριλήφθηκε στην τελέτή “Freedom Awards Ceremony” του National Civil Rights Museum. Τιμήθηκε επίσης με το “Disruptive Innovation Award” από το Tribeca Film Festival. Αποδέχθηκε πρόσκληση για τον Λευκό Οίκο από τον τότε Πρόεδρο της Αμερικής Μπαράκ Ομπάμα. Το 2018, η Google Arts & Culture επέλεξε την Alexa μαζί με άλλες καλλιτέχνες για την εκστρατεία Faces of Frida για να γιορτάσουν την κληρονομιά της Frida Kahlo και τις γυναίκες που συνεχίζουν να την αναβιώνουν μέχρι σήμερα.

Πηγές:

https://en.wikipedia.org/wiki/Alexa_Meade

About

Artist in Focus: Alexa Meade

The Opposite Of Still Life: The Art Of Alexa Meade

Alexa Meade

Οι δύο όψεις της Πρωτομαγιάς στην ζωγραφική

1. Η εορταστική όψη

Η πρωτομαγιά σηματοδοτεί την αρχή της άνοιξης, μιας άνοιξης που αγγίζει το καλοκαίρι με φως, ήλιο, αναγέννηση της φύσης και της ζωής. Ανά τον κόσμο τα έθιμα για αυτή τη μέρα ποικίλουν. Στην Ελλάδα ο εορτασμός της είναι συνδεδεμένος με το πλέξιμο του στεφανιού λουλουδιών το οποίο κρεμάμε έξω από την πόρτα για καλή τύχη έως ότου τα λουλούδια του μαραθούν. Είναι ελληνικό αλλά όχι μόνο έθιμο. Ιδιαίτερα στα νησιά της Μεσογείου γιορτάζοντας την άνοιξη, την 1η του μήνα Μάη, φτιάχνουν ένα στεφάνι με λουλούδια (συνήθως αγριολούλουδα, μαργαρίτες και πιο σπάνια παπαρούνες) συνήθως από τους αγρούς.

Τα έθιμα και οι δράσεις που συνοδεύουν τη μέρα της Πρωτομαγιάς ξεκινούν από τα βάθη της ανθρώπινης παράδοσης και περνούν από γενιά σε γενιά. Ο Μάιος είναι ο 5ος μήνας του χρόνου που – στην Ελλάδα, τη Ρώμη και μέχρι το Βυζάντιο- ήταν αφιερωμένος στον ετήσιο εορτασμό της θεάς της γονιμότητας και της γεωργίας, Δήμητρας. Η κόρης της, Περσεφόνη, που έρχεται από τον Κάτω Κόσμο αυτόν τον μήνα, από τον Αδη-σύζυγό της, ήταν ο λόγος για τη γιορτή των Ανθεστηρίων, της μεγαλόπρεπης πομπής προς τα ιερά για να προσφέρουν άνθη.

Στη λαϊκή αντίληψη ο θάνατος και η γέννηση, το καλό και το κακό συνυπάρχουν. Ολα τα σπίτια, έκτος από εκείνα που έχουν πένθος, φτιάχνουν στεφάνι για προστασία, υγεία, ευτυχία, για το μάτι, με τον ανάλογο συνδιασμό λουλουδιών.Το μαγιάτικο στεφάνι είναι αυτό που θα το δει στην πόρτα του σπιτιού, θα το ζηλέψει και θα το κλέψει ο γείτονας για να το κρεμάσει στη δική του πόρτα.[3] Το στεφάνι θα παραμείνει στο σπίτι μέχρι τα μέσα του καλοκαιριού. Στη γιορτή του Αη Γιάννη του Κλείδωνα [4] το ρίχνουν στη φωτιά. Ανάβουν φωτιές σε δρόμους και πλατείες και πηδούν πάνω από τη φωτιά τρεις φορές, τρέχοντας.

Αυτή είναι η μία όψη της Πρωτομαγιάς και ιδού οι πίνακες αφιερωμένοι σε αυτήν:

Χαράλαμπος Παχής, Πρωτομαγιά στην Κέρκυρα, π. 1875

Λουκάς Γεραλής (1878-1953), Πρωτομαγιά. Ιδιωτική Συλλογή

Απόστολος Γεραλής (1886-1983), Το μαγιάτικο στεφάνι. Ιδιωτική Συλλογή

Σπύρος Βασιλείου, Μαγιάτικο στεφάνι, λιθογραφία, 1981

Pieter Brueghel the Younger, The Dance around the May Pole, ca. 1625-1630

Francisco de Goya, The Maypole, 1808-12

Lawrence Alma Tadema, Spring (detail), 1895, oil on canvas. J. Paul Getty Museum, Los Angeles

Alma Tadema sumptuously set the Victorian custom of sending children to pick flowers on May 1, or May Day, in Ancient Rome.

Thomas Falcon Μarshall (1818-1878), Πρωτομαγιάτικες γιρλάντες

Benjamin Robert Haydon, Punch or May Day, 1830

Αdrien Moreau, May Day, 1885

Edwin Austin Abbey (1852-1911), May Day Morning

Maurice Brazil Prendergast, May Day, Central Park (1903)

William James Glackens, May Day in Central Park

George Wesley Bellows, May Day in Central Park

Σπύρος Βασιλείου, Πρωτομαγιά στην Ερέτρια, λάδι σε καμβά, 1968

2. Η αγωνιστική όψη

Παράλληλα, λόγω ιστορικών συγκυριών η Πρωτομαγιά απέκτησε μια πτυχή επαναστατική και συνδεδεμένη με το εργατικό κίνημα. Οι αγώνες των εργατών για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους σε μια ιστορική αναδρομή:
Όλα ξεκίνησαν το 1886 μετά τηνολοκλήρωση του συνεδρίου της Ομοσπονδίας Εργασίας των ΗΠΑ όπου αποφασίζεται την 1η Μαΐου να γίνουν απεργιακές κινητοποιήσεις στο Σικάγο. Έτσι, με σύνθημα “Οκτώ ώρες δουλειά, οκτώ ώρες ανάπαυση, οκτώ ώρες ύπνο” οι εργάτες και οι οικογένειές τους αποφάσισαν να διαδηλώσουν στην πλατεία Haymarket.

Ήταν ημέρα Σάββατο, εργάσιμη ημέρα ούτως ή άλλως, όταν η ατμόσφαιρά άρχισε να μυρίζει μπαρούτι από τους εργάτες που είχαν ξεχυθεί στους δρόμους και τις ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις να σημαδεύουν το πλήθος με τα οπλοπολυβόλα.

‘Ολα μαρτυρούν πως τα πράγματα θα ξεφύγουν σύντομα από τον έλεγχο, περιμένοντας την αφορμή που δεν άργησε να έρθει. Ένας “άγνωστος” έριξε μία βόμβα, που εξερράγη ανάμεσα στους εργάτες. Επικράτησε πανικός και αμέσως αναλαμβάνει δράση κι η αστυνομία. Ξεκινά να πυροβολεί προς το πλήθος σκοτώνοντας τέσσερις εργάτες. Είναι το πρώτο αίμα των οργανωμένων διεκδικήσεων.

Ακολουθούν γενικευμένες ταραχές κι οι νεκροί πολλαπλασιάζονται. Χρειάστηκε να περάσουν τρία, ολόκληρα, χρόνια και να φτάσουμε στις 20 Ιουλίου 1889, όταν πια καθιερώθηκε η 1η Μαΐου ως Παγκόσμια ημέρα των Εργατών. Πράγμα που αποφασίστηκε στη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δεύτερης Διεθνούς στο Παρίσι. Το 1890 ο Ρέιμοντ Λαβίν προτείνει διεθνή κινητοποίηση ανήμερα της θλιβερής επετείου των γεγονότων του Σικάγο. Βρίσκει τεράστια απήχηση, που αποτυπώνεται από τη μεγαλειώδη συμμετοχή του κόσμου.

Παρά το γεγονός ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες τα γεγονότα του Σικάγου ξεκίνησαν την 1η Μαΐου κι αποτέλεσαν την απαρχή για την ικανοποίηση των εργατικών αιτημάτων, ωστόσο σε ολόκληρη την βορειοαμερικανική ήπειρο, ως ημέρα των εργατών έχει οριστεί η πρώτη Δευτέρα κάθε Σεπτεμβρίου.

Η Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα οι εργατικές κινητοποιήσεις για τη Πρωτομαγιά ξεκίνησαν το 1893, όταν ο Σταύρος Καλλέργης προσπάθησε να διοργανώσει στο Παναθηναϊκό Στάδιο μία κινητοποίηση μέσω του Σοσιαλιστικού Συλλόγου.

Στη κινητοποίηση έλαβαν μέρος μόλις 2.000 εργάτες, αριθμός που δεν ανησυχεί τις αρχές και δεν απαιτήσε την επέμβασή τους.

Οι συγκεντρωμένοι απαίτησαν 8ωρο, καθιέρωση της Κυριακής ως αργίας κι η ασφάλισή τους από το κράτος. Το ψήφισμά τους εγκρίνεται ομόφωνα, αλλά η κωλυσιεργία ήταν μεγάλη. Το επιδίδουν την 1η Δεκεμβρίου 1893 στον Πρόεδρο της Βουλής. Εκείνος καθυστερεί ακόμη περισσότερο, δεν το εκφωνεί κι αντίδραση του Καλλέργη, τον οδήγησε στη σύλληψή και τον ξυλοδαρμό για δύο ημέρες στο αστυνομικό τμήμα, όπου μεταφέρθηκε.

Το κίνημα ατόνησε κι εξαφανίστηκε. Χρειάστηκε να περάσουν 17 χρόνια για να εορταστεί και πάλι η εργατική πρωτομαγιά το 1911.

Δημιουργήθηκαν δευτεροβάθμιες οργανώσεις και ξέσπασαν πολυήμερες απεργίες σε όλη την επικράτεια. Στη Θεσσαλονίκη χρειάστηκε η επέμβαση της αστυνομίας για τη διάλυση του συγκεντρωμένου πλήθους, συλλαμβάνοντας τα στελέχη της “φεντερασιόν Θεσσαλονίκης”.

Την ίδια στιγμή στην Αθήνα η αστυνομία συνέλαβε τους τρεις επικεφαλής της οργάνωσης των κινητοποιήσεων στο Μετς, με το αιτιολογικό ότι δεν είχαν άδεια. Η επόμενη απόπειρα έγινε το 1919, ένα χρόνο μετά την ίδρυση της ΓΣΕΕ, σε 12 πόλεις πανελλαδικά.

Για αυτή την όψη της Πρωτομαγιάς επιλέξαμε κάποιους ακόμα πίνακες:

Μπόρις Κουστόντιεφ, Πρωτομαγιά

Boris Kustodiev, May Day parade. Petrograd. Mars Field, 1920

Diego Rivera, May Day Procession in Moscow, 1956
Edward William Finley (1907–1979), May Day Procession

Καλημέρα και Καλό Μήνα 🌷