Ελεγείο του Αντώνη Σαμαράκη: ένα ποίημα για τη Χιροσίμα

Ο δρόμος που περιπατείς
δεν είναι πάρεξ μνήμα,
κι είναι μια πόλη ο νεκρός, διαβάτη:
η Χιροσίμα.

Μην ακουμπάς το δάχτυλο
πάνω σ’ αυτή τη σκόνη,
είναι μια σκόνη ο θάνατος που
σε περικυκλώνει.

Σαν σκιά τώρα γλίστρησε και
σφάλισε το στόμα,
ο θάνατος είναι η σιωπή που
χύνεται στο χώμα.

Κόψε και την ανάσα σου
ώσπου να προσπεράσει
ο αγέρας ο θανατερός
που τρέμει μες στα δάση.

Μη στέκεσαι και μην
ακούς,
τενόρος είναι ο θάνατος και
παίζει μαντολίνο.

Τι τον κοιτάς το θάνατο
το κίτρινο ποτάμι,
σκέπασε τα δυο μάτια σου
με τη δεξιά παλάμη.

Σκέπασε την καρδούλα σου
και ζύγωσε, διαβάτη,
ν’ ακούσεις για την πόλη μου
τη Χιροσίμα κάτι…

Η Χιροσίμα μου η νεκρή,
το τσακισμένο βάζο,
να δεις εγώ πώς της μιλώ
και πώς της κουβεντιάζω…

9 Αυγούστου 1945.
6.8.45, ο αφανισμός της Χιροσίμα

Ποιήματα, Αντώνης Σαμαράκης, εκδ. Ψυχογιός

Ακούστε το εδώ:

Λευκάδιος Χερν: Ο Έλληνας λογοτέχνης της Ιαπωνίας

Αντί Προλόγου

Αδιαμφισβήτητα, η Ελλάδα και η Ιαπωνία μοιράζονται πολλά κοινά. Υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι δύο χώρες με σπουδαία λογοτεχνική παραγωγή, εξαιρετικά ετερόκλητη. Έργα θεάτρου, με μύθους και θρύλους, πεζογραφίας, ποίησης συναποτελούν την λογοτεχνική παλέτα αμφότερων, με ελάχιστα, θα παρατηρούσε κανείς, σημεία συνάντησης. Ένα, βέβαια από αυτά, ίσως το κορυφαίο, σηματοδότησε ο Λευκάδιος Χερν, ο ελληνικής καταγωγής διάσημος και αγαπητός λογοτέχνης της χώρας του ανατέλλοντος ηλίου που κατόρθωσε με την προσωπικότητα, το έργο και την παρακαταθήκη του να ενώσει δυο πολιτισμούς που χάρις σε αυτόν δεν φαντάζουν καν τόσο μακρινοί.

Ο Λευκάδιος Χερν (ή Koizumi Yakumo, όπως επέλεξε ο ίδιος να ονομάζεται στην Ιαπωνία), με ιαπωνική ενδυμασία. ‘Εργο του Sekino Jun’ichiro. Βλ. Museum of fine Arts, Boston.
Continue reading “Λευκάδιος Χερν: Ο Έλληνας λογοτέχνης της Ιαπωνίας”

Pachinko: Γιατί η Ν. Κορέα έχει πολλά να μας πει και στην μικρή οθόνη

Αντί Προλόγου

Όταν η Apple TV+ ανακοίνωσε την μεταφορά του παγκόσμιου μπεστ σελερ “Πατσίνκο” της αμερικανο-κορεάτισσας συγγραφέως Μιν Τζιν Λι στην μικρή οθόνη τολμούμε να ομολογήσουμε πως ανησυχήσαμε. Πολλές φορές ιστορίες τόσο μεστές, γεμάτες νοήματα και με βάθος χαρακτήρων δύσκολα αποτυπώνονται τηλεοπτικά. Το αποτέλεσμα του πρώτου, τουλάχιστον, μέρους μας διέψευσε οικτρά. Ετοιμάσαμε, λοιπόν, μια σύντομη, αλλά περιεκτική, θαρρούμε, παρουσίαση μιας σειράς που προτείνουμε ανεπιφύλακτα σε όσους εκτιμούν την καλή σκηνοθεσία, τη αισθητική, την ιστορία και το ανατρεπτικό σενάριο!

Continue reading “Pachinko: Γιατί η Ν. Κορέα έχει πολλά να μας πει και στην μικρή οθόνη”

Ένα αφιέρωμα τέχνης στην χρονιά της τίγρης

Αντί Προλόγου

Το Κινέζικο Νέο Έτος, επίσης γνωστό σαν Σεληνιακό Νέο Έτος ή το Ανοιξιάτικο Φεστιβάλ είναι η πιο σημαντική από τις παραδοσιακές κινεζικές αργίες. Αποτελείται από μια περίοδο εορτασμών που αρχίζουν την κινέζικη πρωτοχρονιά, την πρώτη ημέρα του κινέζικου ημερολογίου. Αυτή είναι η ημέρα της δεύτερης νέας σελήνης μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο. Το Κινέζικο Νέο Έτος τελειώνει με το Φεστιβάλ των Φαναριών, την δέκατη πέμπτη ημέρα του φεστιβάλ. Δεν γιορτάζεται, όμως, αποκλειστικά στην Κίνα, αλλά και σε πολλές χώρες της Ανατολικής Ασίας, όπως στην Κορέα κ.α.

Continue reading “Ένα αφιέρωμα τέχνης στην χρονιά της τίγρης”

Ο ναυτικός που αρνήθηκε την θάλασσα: ένα συνταρακτικό μυθιστόρημα

Αντί προλόγου

Ο Γιούκιο Μισίμα υπήρξε, ίσως, ένας από τους λόγους που ο Δυτικός κόσμος της δεκαετίας του ’70 ήρθε σε επαφή με την λογοτεχνία της χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου. Δεν στηριζόταν, ωστόσο, η γνωριμία αυτή στο έργο του, αλλά στον θεαματικό τρόπο, με τον οποίο έβαλε τέλος στην ζωή του. Η αυτοκτονία του ανέδειξε την αντίφαση του χαρακτήρα του , την μάχη ανάμεσα στο ωραίο και αυτό που θεωρούσε ως αποστολή του. Αν και δεν υπήρξε πολυγραφότατος άφησε πίσω του μια παρακαταθήκη, διόλου ασήμαντη. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται το πιο γνωστό και δουλεμένο μυθιστόρημά του: Ο Ναυτικός που αρνήθηκε την θάλασσα, μια σύντομη παρουσίαση του οποίου ετοιμάσαμε στην σημερινή μας στήλη.

Continue reading “Ο ναυτικός που αρνήθηκε την θάλασσα: ένα συνταρακτικό μυθιστόρημα”

“Μαρκησία ντε Σαντ” του Γιούκο Μισίμα

Αρετή και διαφθορά, ευαισθησία και υποκρισία, έρωτας και βίτσιο σε μια αέναη εναλλαγή μέσα σε ένα σαλόνι της γαλλικής υψηλής κοινωνίας, παρουσιάζονται στο έργο του Ιάπωνα συγγραφέα, με τίτλο “Μαρκησία Ντε Σαντ”.

Continue reading ““Μαρκησία ντε Σαντ” του Γιούκο Μισίμα”

Ουκίγιο-ε: Η πολύχρωμη Ιαπωνική ξυλογραφία

Η τέχνη της ξυλογραφίας

Οι παλαιότερες ξυλογραφίες που σώζονται, βρέθηκαν στην Κίνα και τοποθετούνται χρονολογικά στην εποχή της δυναστεία των Τανγκ, μεταξύ 618-905 μ.Χ.. Οι ξυλογραφίες αυτές ήταν μονόχρωμες και είχαν σκοπό να αναπαραχθούν σε αυτές πολλές εικόνες θρησκευτικών θεμάτων. Οι αρχαιότερες από αυτές χρονολογούνται από το 868 μ.Χ. και ανακαλύφθηκαν το 1907 από τον Άουρελ Στάϊν μέσα σε σπηλιές όπου γινόταν η λατρεία του Βούδα εν Τουν Χουάγκ του Κινεζικού Τουρκεστάν.

Continue reading “Ουκίγιο-ε: Η πολύχρωμη Ιαπωνική ξυλογραφία”

Μια σύντομη ιστορία του Ιαπωνικού θεάτρου Νο

Αντί προλόγου

Οι ξένες από τη δυτική παράδοση τέχνες του θεάτρου, εμπεριέχουν έναν αλλιώτικο κόσμο, σωματικό, συναισθηματικό, διανοητικό και φιλοσοφικό. Πολύ ξένο είναι το ιαπωνικό θέατρο και στις τρεις μορφές του, το κουκλοθέατρο (μπουρακού), την τραγωδία (Νο) και το μελόδραμα (καμπούκι). Φυσικά το να είναι κάτι ξένο και διαφορετικό, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να εντυπωσιάζει. Και αυτό κάνει το θέατρο Νο, λίγα λόγια για το οποίο συνελλέξαμε για να σας αφηγηθούμε.

Continue reading “Μια σύντομη ιστορία του Ιαπωνικού θεάτρου Νο”

“Spirited Away”: Το πρώτο οσκαρικό Anime

Η πλοκή

Η δεκάχρονη Τσιχίρο Όγκινο και οι γονείς της μετακομίζουν με το αυτοκίνητο στο νέο τους σπίτι. Ο πατέρας της όμως παίρνει μια λάθος στροφή και έτσι καταλήγουν έξω από ένα τούνελ. Από περιέργεια οι γονείς της αποφασίζουν να δουν που οδηγεί. Καταλήγουν σε μια έρημη πόλη γεμάτη εστιατόρια, η οποία φαίνεται τελικά ότι είναι ένας κόσμος όπου κυριαρχεί η μαγεία. Οι γονείς της Τσιχίρο πιστεύουν ότι μάλλον βρίσκονται σε ένα εγκαταλελειμμένο πάρκο, και αρχίζουν να τρώνε σα γουρούνια από ένα πάγκο γεμάτο φαγητά. Παράλληλα, η κόρη τους περνά μια γέφυρα και ανακαλύπτει μια επιχείρηση εξαιρετικών λουτρών, όπου ένα νεαρό αγόρι, ο Χακού, την προειδοποιεί να φύγει πριν το επικείμενο ηλιοβασίλεμα. Σαν τρελή, η Τσιχίρο επιστρέφει στους γονείς της, μόνο και μόνο για να δει ότι έχουν κυριολεκτικά μεταμορφωθεί σε γουρούνια. Προσπαθεί να φύγει από την πόλη, αλλά το σημείο απ’όπου ήρθε έχει εξαφανιστεί και βυθιστεί στη θάλασσα.

Μόνη και τρομαγμένη, παρατηρεί τον κόσμο που αποκαλύπτεται ότι είναι ένα πολυτελές μέρος όπου αναζωογονούνται τα πνεύματα. Τελικά τη βρίσκει ο Χακούκαι την προτρέπει να βρει τον Καμάτζι, τον υπεύθυνο της θέρμανσης του νερού των λουτρών, και να απαιτήσει δουλειά από αυτόν. Ο Καμάτζι αποκαλύπτεται ότι είναι ένα αραχνοειδές πλάσμα που αναλαμβάνει τις προετοιμασίες για τις θεραπείες των επισκεπτών. Ο Καμάτζι και η Λιν, μία από τους υπαλλήλους εκεί, στέλνουν την Τσιχίρο στη Γιουμπάμπα, την κακή και τυραννική ιδιοκτήτρια των λουτρών, ώστε να βρει δουλειά. Αρχικά, αυτή αρνείται να βρει δουλειά της Τσιχίρο αλλά τελικά δέχεται, και την προσλαμβάνει με ένα μαγικό συμβόλαιο, με αντάλλαγμα το όνομά της. Το νέο όνομα της Τσιχίρο είναι Σεν.

Ο Χακού την πηγαίνει στο στάβλο όπου βρίσκονται πια οι γονείς της, και της επιστρέφει τα ρούχα της. Μέσα στα ρούχα της βρίσκει την αποχαιρετιστήρια κάρτα της όπου είναι γραμμένο το πραγματικό της όνομα, Τσιχίρο. Ο Χακού της αποκαλύπτει ότι η μάγισσα Γιουμπάμπα ελέγχει τους ανθρώπους παίρνοντας το όνομά τους και πως αν η ίδια ξεχάσει το όνομά της, θα παγιδευτεί στον κόσμο των πνευμάτων, όπως έπαθε και αυτός.

Την ώρα της δουλειάς, η Σεν αφήνει να μπει στα λουτρά ένα σιωπηλό μασκαρεμένο πλάσμα με το όνομα Απρόσωπος, νομίζοντας πως είναι πελάτης. Έπειτα καταφτάνει ένα “πνεύμα βρώμας” και οι αηδιασμένοι ανώτεροι της Σεν αναθέτουν σ’αυτή την φροντίδα του. Η Σεν ανακαλύπτει πως στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα ισχυρό πνεύμα-προστάτη ενός μολυσμένου ποταμού. Ως ένδειξη ευγνωμοσύνης που τον καθάρισε, το πνεύμα δίνει στη Σεν ένα μαγικό πιτάκι και οι συνεργάτες της τής δίνουν συγχαρητήρια. Αργότερα, όταν οι περισσότεροι υπάλληλοι κοιμούνται, ο Απρόσωπος παραπλανεί έναν εργάτη με χρυσάφι. Αυτός πιάνει το δόλωμα και τότε τον καταπίνει ολόκληρο. Μεταλλάσσεται και το μόνο που αποζητά είναι φαγητό, και το παίρνει παραπλανώντας το αφελές προσωπικό με ψεύτικο χρυσάφι. Όταν οι εργάτες τον περικυκλώνουν έχοντας ελπίδες να πάρουν χρυσό, αυτός καταπίνει άλλους δύο και μεγαλώνει.

Η Σεν βλέπει ένα σμήνος χάρτινων πλασμάτων να επιτίθενται σε ένα δράκο, και καταλαβαίνει πως ο δράκος είναι ο Χακού μεταμορφωμένος. Ένα από τα πλάσματα μένει μαζί της. Ο βαριά πληγωμένος Χακού πέφτει στο ρετιρέ της Γιουμπάμπα και η Σεν τον ακολουθεί. Το πλάσμα που κρύφτηκε πάνω της αποκαλύπτεται ότι είναι η Ζενίμπα, δίδυμη αδερφή της Γιουμπάμπα. Μεταφορφώνει τον Μπο -το μωρό της Γιουμπάμπα- σε ποντίκι, το πουλί της -Γιου- σε ένα μικροσκοπικό πουλί, και τα τρία κεφάλια σε ένα ψεύτικο Μπο. Η Ζενίμπα λέει στη Σεν ότι ο Χακού της έκλεψε μια μαγική χρυσή σφραγίδα και την προειδοποιεί ότι κουβαλά μια θανατηφόρα κατάρα. Η Σεν του δίνει με το ζόρι να φάει λίγο από το πιτάκι που της έδωσε το πνεύμα-φύλακας και αυτός κάνει εμετό, βγάζοντας τη σφραγίδα και ένα μαύρο γυμνοσάλιαγκα, τον οποίο η Σεν πατάει με το πόδι της σκοτώνοντάς τον.

Όσο ο Χακού είναι αναίσθητος, η Σεν επιστρέφει τη σφραγίδα στην μάγισσα και ζητά συγγνώμη από μέρους του. Πριν φύγει από τα λουτρά, η Σεν συναντά τον τεράστιο πια Απρόσωπο και τον ταΐζει με το υπόλοιπο πιτάκι. Αυτό την κυνηγά έξω από τα λουτρά, συνεχώς ξερνώντας όσους είχε φάει, με αποτέλεσμα να γυρίσει στην αρχική του μορφή. Η Σεν, ο Απρόσωπος, ο Μπο και ο Γιου ταξιδεύουν με το τραίνο για να βρουν τη Ζενίμπα. Η Γιουμπάμπα κατηγορεί τη Σεν για τις ζημιές που προκάλεσε ο Απρόσωπος, επειδή εξ αρχής τον προσκάλεσε να μπει στο κτήριο και δίνει διαταγή να σφαχτούν τα γουρούνια-γονείς της. Όταν ο Χακού της αποκαλύπτει ότι ο Μπο εξαφανίστηκε, υπόσχεσαι να τον βρει, με αντάλλαγμα να ελευθερώσει τη Σεν και τους γονείς της.

Η Σεν, ο Απρόσωπος, ο Μπο και ο Γιου φτάνουν στο σπίτι της πλέον καλοσυνάτης Ζενίμπα. Αυτή αποκαλύπτει ότι η αγάπη της Σεν για τον Χακού έσπασε την κατάρα της και πως ο μαύρος γυμνοσάλιαγκας που σκότωσε η Σεν ήταν ο τρόπος της Γιουμπάμπα να ελέγχει τον Χακού. Καταφθάνει ο Χακού ως δράκος και γυρίζει στα λουτρά της Σεν, τον Μπο και το Γιου. Ο Απρόσωπος μένει πίσω και γίνεται βοηθός της Ζενίμπα. Στο δρόμο της επιστροφής, η Σεν θυμάται μία ανάμνηση από τα παιδικά της χρόνια: είχε πέσει στον ποταμό Κοχάκου προσπαθώντας να πάρει το παπούτσι της που είχε πέσει μέσα, και την έσυρε ο ποταμός στη στεριά απαλά και με ασφάλεια. Μαντεύοντας ότι στην πραγματικότητα ο Χακού είναι το πνεύμα του ποταμού Κοχάκου και έτσι αποκαλύπτοντάς του το πραγματικό του όνομα, ο Χακού είναι πλέον ελεύθερος από τον έλεγχο της Γιουμπάμπα.

Όταν φτάνουν στα λουτρά η Γιουμπάμπα λέει στη Σεν ότι για να σπάσει την κατάρα των γονιών της, πρέπει να τους αναγνωρίσει ανάμεσα σε μια ομάδα γουρουνιών. Η Σεν λέει πως οι γονείς της δεν είναι κανένα από τα γουρούνια που ήταν εκεί, σπάζοντας την κατάρα τους και το συμβόλαιό της μαζί της. Ο Χακού την οδηγεί στην είσοδο της πόλης και της υπόσχεται πως θα τη δει ξανά στο μέλλον. Η Τσιχίρο ξαναβρίσκει τους γονείς της, οι οποίοι δεν θυμούνται τίποτε απ’ όσα συνέβησαν. Όλοι μαζί επιστρέφουν στο αυτοκίνητό τους, καλυμμένο πια με φύλλα δέντρων και σκόνη, και ξεκινούν πάλι για το νέο τους σπίτι.

Νοήματα πίσω από την ταινία

Πολλοί χρήστες της ιαπωνικής γλώσσας έχουν επισημάνει ότι υπάρχουν οπτικές ενδείξεις στην ταινία που δεν γίνονται κατανοητές από όσους δεν μιλούν ιαπωνικά. Όταν οι πρωταγωνιστές πλησιάζουν το καταραμένο πάρκο με την αγορά στην αρχή της ταινίας, σε ένα καρέ βλέπουμε τον ιαπωνικό χαρακτήρα-κάντζι狗, που σημαίνει σκυλί, ο οποίος, όμως, παραπέμπει και στο ομόηχο «kuniku», το οποίο κυριολεκτικά σημαίνει πικρό κρέας και σηματοδοτεί κάτι που απαιτεί προσωπική θυσία. Ένας άλλος χαρακτήρας που σημαίνει «κόκαλο» μοιάζει να κάνει μια αναφορά στην ιδιωματική φράση «hone-nashi», που σημαίνει «κάποιος που στερείται ηθικού σθένους». Όταν ο πατέρας βαδίζει λαίμαργα κάτω από μια αψίδα, ένας Ιάπωνας θεατής θα πρόσεχε ότι κάποιοι από τους χαρακτήρες είναι γραμμένοι ανάποδα, κάτι που επιβεβαιώνει την ανησυχία της Chihiro. Μερικοί θεατές έχουν τονίσει την επανάληψη των χαρακτήρων «yu» και «me» στην ταινία, καθώς η λέξη «yume» σημαίνει όνειρο στα ιαπωνικά.

Τα ονόματα από μόνα τους λειτουργούν ως σημαντικό στοιχείο της ταυτότητας σε όλη την ταινία. Το όνομα της Chihiro σημαίνει στην κυριολεξία «χίλια», αλλά και «κάνω ερωτήσεις» και «ψάχνω/αναζητώ». Όταν η Yu-baaba δανείζεται ένα χαρακτήρα από το όνομα της Chihiro για να αλλάξει βάναυσα το όνομά της και να τη βάλει να υπογράψει το συμβόλαιο που δηλώνει ότι το κορίτσι της ανήκει, το νέο όνομα της Chihiro, Sen, σημαίνει απλώς «χίλια». Της στερεί τις υπόλοιπες σημασίες κι έτσι η Chihiro είναι μεν ο εαυτός της, αλλά ένα μεγάλο κομμάτι του απουσιάζει. Και τα υπόλοιπα ονόματα των χαρακτήρων έχουν συνεκδοχικές έννοιες. Boh σημαίνει «μικρό αγόρι» ή «γιος», Kamaji σημαίνει «γέρος θερμαντήρας νερού», Yu-baaba σημαίνει «λουτρά», «γριά γυναίκα» ή «μάγισσα» και Zeniiba σημαίνει «μάγισσα των χρημάτων».

Όπως με κάθε ταινία που αποκτά φανατικό κοινό, μπορεί κανείς να μπλεχτεί σε ένα λαβύρινθο με θεωρίες για το Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων. Κάποιος ισχυρίζεται ότι όλη η ταινία είναι μια αλληγορία για την παιδική πορνεία, προσδίδοντας στα λουτρά σκοτεινά υπονοούμενα. Ο Miyazaki κάποτε είχε πράγματι πει ότι η ιαπωνική κοινωνία είχε μετατραπεί σε βιομηχανία του σεξ. Μια άλλη ανάγνωση είναι ότι ο κόσμος των πνευμάτων αντιπροσωπεύει την παλιά Ιαπωνία˙ μια Ιαπωνία που αγκομαχάει πλάι στη νέα, τον «πραγματικό» δηλαδή κόσμο της Chihiro και της οικογένειάς της. Σε αυτή την περίπτωση, το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι, όπως και η Chihiro, η Ιαπωνία πρέπει να μάθει ότι μπορεί να συνυπάρξει ο κόσμος του παρελθόντος με εκείνον του παρόντος, όμως θα πρέπει να υπάρξει προσαρμογή και αλλαγή. Κάποιοι διακρίνουν τις αντίθετες δυνάμεις του καπιταλισμού και της πνευματικότητας στην ταινία. Η Chihiro μετακομίζει σε άλλη πόλη γιατί ο πατέρας της βρήκε καινούργια δουλειά. Όταν πλησιάζουν το θεματικό πάρκο, ο μπαμπάς της σχολιάζει ότι επρόκειτο να έβαζαν ένα ποτάμι εκεί, όμως τελικά δεν το έκαναν – αντ’ αυτού επένδυσαν σε ένα αποτυχημένο εγχείρημα με την ελπίδα να τους επιφέρει χρήματα. Τις προάλλες κάποιος ρώτησε με ένα tweet το Studio Ghibli ποιος ήταν ο συσχετισμός ανάμεσα στους γονείς της Chihiro και τα γουρούνια στα οποία μεταμορφώθηκαν. Απάντησαν ότι η μεταμόρφωση αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι μετατράπηκαν σε γουρούνια στα χρόνια της οικονομικής φούσκας της Ιαπωνίας τη δεκαετία του 1980, τα οποία ακολούθησε το κραχ του 1991. Είπαν πως όταν κάποιος γίνεται γουρούνι, αποκτά σταδιακά «το σώμα και την ψυχή ενός γουρουνιού», το οποίο δεν είναι κάτι που «ισχύει μόνο στον κόσμο του φανταστικού».

Αυτό που πρέπει να μείνει από το Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων, ανεξάρτητα από την ηλικία του, είναι η σημασία της ισορροπίας. Δεν υπάρχει κάποιος κακός χαρακτήρας, παρόλο που υπάρχουν δόλια κίνητρα. Όλοι έχουν και μια καλή πλευρά ή την προοπτική να γίνουν καλοί – ακόμα και η Yu-baaba, όπως απεικονίζεται μέσω της δίδυμης αδερφής της. Το τέρας της λάσπης δεν είναι τελικά κακό, αλλά ένα kama no kami: ένας θεός του ποταμού. Το αντίθετο της ισορροπίας είναι η υπερβολή και, όπως αποδεικνύεται με τους γονείς που καταβροχθίζουν τα πάντα ώσπου γίνονται γουρούνια και με την απληστία και τον πλούτο που επιδεικνύεται στα λουτρά, τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει από αυτή.

Αυτά τα ευαίσθητα, πνευματικά και συναισθηματικά μηνύματα που περνάει το Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων το έκαναν την ταινία με τις υψηλότερες εισπράξεις στην ιστορία της Ιαπωνίας. Κέρδισε βραβεία σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου ενός Όσκαρ – μια εκδήλωση στην οποία ο Miyazaki αρνήθηκε ευγενικά να συμμετάσχει γιατί ήταν ενάντια στη συμμετοχή της Αμερικής στον πόλεμο του Ιράκ. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η ταινία μύησε χιλιάδες ανθρώπους στις ταινίες του Studio Ghibli, οι οποίοι μπορεί να μην είχαν ανακαλύψει αυτό τον οίκο του animation σε διαφορετική περίπτωση.

Τι είναι όμως εν τέλει το Spirited Away; Το Spirited Away είναι περισσότερα από μια ταινία anime. Κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει τον ηθικοπλαστικό της χαρακτήρα, τα συναισθήματα που προκαλεί στον θεατή, την πολυπλοκότητα των χαρακτήρων της, με τα πάθη τους και τα χαρίσματά τους… Πολλοί λάτρεις του Studio Ghibli αναφέρουν συχνά: «Οι ταινίες της Disney αγγίζουν την καρδιά, όμως οι ταινίες του Studio Ghibli αγγίζουν την ψυχή». Και έχουν δίκιο…. Και το Spirited Away είναι η απόδειξη…

Πηγές

Το Νόημα Πίσω από το «Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων»

Αναμνήσεις μιας Γκέισας: μια ταινία γεμάτη έρωτα και ιστορία

Στο Κιότο του 1929, η 9χρονη Τσίγιο κλείνεται δια τη βίας σε ένα σπίτι με γκέισες, γίνεται μαθητευόμενη της διάσημης γκέισας Μαμεχά, προκαλεί την αντιζηλία της Χατσουμόμο, μιας άλλης διάσημης γκέισας που διαβλέπει το λαμπρό μέλλον της αντιπάλου της και θέλει να το σαμποτάρει, ενώ όλο αυτό το διάστημα είναι ερωτευμένη με έναν πελάτη, κάτι απαγορευμένο για μια γκέισα.

Ο συγγραφέας και μελετητής της ασιατικής τέχνης Άρθουρ Γκόλντεν έμελλε να γίνει γνωστός από το μοναδικό του μέχρι στιγμής μυθιστόρημα που δεν είναι άλλο από το Οι αναμνήσεις μιας γκέισας. Ένα βιβλίο που παρέμεινε στη λίστα με τα best seller επί δύο χρόνια και μεταφράστηκε σε πάνω από 30 γλώσσες σε όλο τον κόσμο. Ένα βιβλίο που απ’ ό,τι φαίνεται ταλαιπώρησε τον συγγραφέα μέσω μιας δικαστικής αντιπαλότητας που προέκυψε μετά την έκδοση του βιβλίου, τον επανέφερε στο προσκήνιο το 2005 χρονιά που κυκλοφόρησε η ομώνυμη ταινία αλλά τελικά αποδείχτηκε απλώς μία σπουδαία στιγμή στην κατά τα άλλα αφανή συγγραφική καριέρα του.

Η συγκινητική φωνή της αφηγήτριας που επιλέγει να εξιστορήσει την προσωπική της εμπειρία ως γκέισα συνοδεύει τον αναγνώστη καθ όλη την διάρκεια της ανάγνωσης και του δημιουργεί την αίσθηση ότι αυτή είναι εκεί για να του κρατάει το χέρι κατά την διάρκεια της αφήγησης και όχι το αντίθετο, όπως ίσως θα ήταν αναμενόμενο.

Η ιστορία ξεκινάει από το μεθυσμένο σπίτι σ’ ένα μικρό ψαροχώρι της Ιαπωνίας όπου η πρωταγωνίστρια έμελλε να περάσει τα παιδικά της χρόνια ωσότου η αρρώστια της μητέρας της και ο επικείμενος θάνατός της πιέσουν τον ηλικιωμένο πατέρα της να πουλήσει την ίδια και την μεγαλύτερη αδερφή της για να μεταφερθούν στην πρωτεύουσα όπου και θα εκπαιδευτούν ως γκέισες. Τη νεαρή μας πρωταγωνίστρια χαρακτηρίζει μία ομορφιά που δεν βλέπουμε ποτέ και όμως την αναγνωρίζουμε και μία ευφυΐα που αν και δεν αποδεικνύεται συχνά οι άνθρωποι που την περιτριγυρίζουν υποστηρίζουν ότι έχει.

Αν και πρόκειται για ένα βιβλίο που ξεπερνάει τις 700 σελίδες η ροή της αφήγησης δεν είναι καθόλου ανιαρή και η αφηγήτρια αποδεικνύει ότι γνωρίζει σε βάθος να χειρίζεται την τέχνη της αποπλάνηση και της σαγήνης, μένοντας μόνο σε κομβικά επεισόδια, δίνοντας λεπτομέρειες και εξηγήσεις για έννοιες και υλικά του ανατολίτικου πολιτισμού που ο αναγνώστης αγνοεί, προσθέτοντας έτσι και έναν εκπαιδευτικό χαρακτήρα στην ιστορία.

Όποιος νομίζει ότι με την ταινία είναι καλυμμένος θα ήταν καλό να δώσει μία ευκαιρία και στο βιβλίο και να μην φοβηθεί από το μέγεθός του. Διαβάζεται απλά σαν ένα παραμύθι. Και όπως κάθε παραμύθι, δυτικού τύπου, που σέβεται τον εαυτό του αποτελείται από μία αθώα κατατρεγμένη ορφανή, όπου η απαράμιλλη ομορφιά της χάραξε την μοίρα της προτού η ίδια αποκτήσει καν την αντίληψη του τι είναι όμορφο, Ένα παραμύθι με την κακιά μητριά ή Μητέρα όπως λέγεται στην προκειμένη η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που αγόρασε την πρωταγωνίστρια μας όταν βρισκόταν σε μικρή ηλικία. Φυσικά, ως αντιστάθμισμα δεν θα μπορούσε να απουσιάζει η καλή νεράιδα, μεταμφιεσμένη εδώ στην ήδη έμπειρη και πανέμορφη γκέισα που θα αναλάβει τον ρόλο της καθοδηγήτριας προστάτιδας. Και τέλος, δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι δύο κακές αδερφές που μοναδικός τους αυτοσκοπός είναι να βασανίσουν και να καταστρέψουν το λαμπρό μέλλον που διαγράφεται στην ομορφιά της πρωταγωνίστριας.

Εννοείται ότι δεν θα μπορούσε να λείπει ο πρίγκιπας, στη συγκεκριμένη ιστορία ο Πρόεδρος, ένας άντρας με ισχύ που γοητεύει την νεαρή γκέισα και ένας αντίζηλος που θα διεκδικήσει με κάθε τρόπο την καρδιά της. Πολλά άλλα πρόσωπα εμφανίζονται στην ιστορία, το καθένα με τον δικό του σημαίνοντα ρόλο που θα βοηθήσει ο καθείς με τον τρόπο του να ανοίξει ο δρόμος για να ολοκληρώσει το πεπρωμένο της η πρωταγωνίστριά μας. Ένα πεπρωμένο που όπως η ίδια υποστηρίζει δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον αγώνα που κάνει την κάθε μέρα της ζωής της για να υπάρξει.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για μία ερωτική ιστορία, που ξεδιπλώνεται μέσα από τη ζωή μιας νεαρής κοπέλας και τις δυσκολίες που έπρεπε να αντιπαλέψει για να μπορέσει να γίνει γκέισα και να κάνει το βήμα που καμία γκέισα δεν είχε τολμήσει μέχρι τότε να κάνει, να ερωτευτεί. Μέσα από αυτή την ιστορία ο συγγραφέας μοιράζεται πολλές πληροφορίες όχι μόνο για έναν πολιτισμό πολύ μακρινό από τον δικό μας συνηθισμένο αλλά και για ένα επάγγελμα παγκοσμίως παρεξηγημένο, το επάγγελμα της γκέισα που όπως και να το κάνουμε σημαίνει άτομο της τέχνης, γιατί άλλωστε για κάποιους η σαγήνη και η αποπλάνηση είναι μία μορφή τέχνης.

Οι γκέισες, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, αποτελούν γυναικείες φιγούρες που ασκούν μια μυστηριακή γοητεία τόσο στην Ιαπωνία όσο και σε ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο. Για αιώνες, έφευγαν από το σπίτι τους το σούρουπο, σαν πεταλούδες μέσα απ’ το κουκούλι τους, για να τελέσουν τις υποχρεώσεις τους σε πολυτελή τεϊοποτεία για πλούσιους πελάτες. Οι συναντήσεις για επαγγελματικούς λόγους το βράδυ αποτελούν παράδοση στην Ιαπωνία, και η παρουσία γκεϊσών δήλωνε ότι ο οικοδεσπότης της βραδιάς διέθετε το αντίστοιχο βαλάντιο για να έχει τη λαμπερή αυτή γυναικεία συντροφιά.

Ούτε σύζυγος αλλά ούτε και πόρνη, η γκέισα είναι μια καλλιτέχνης που κερδίζει τα προς το ζην διασκεδάζοντας πλούσιους και κοινωνικά καταξιωμένους άντρες. Η γκέισα είναι μία καλά εκπαιδευμένη χορεύτρια, τραγουδίστρια και μουσικός, καθώς επίσης και μία πνευματώδης ομιλήτρια. Γελάει με τα αστεία των πελατών της, δεν αποκαλύπτει ποτέ τα μυστικά που της εμπιστεύτηκαν αυτοί, ενώ μπορεί να δημιουργήσει αίσθηση μόνο με μια απλή κίνηση της βεντάλιας της.
Χρόνια σκληρής δουλειάς και πειθαρχίας την έχουν μεταμορφώσει σε ένα εκλεπτυσμένο πλάσμα, αλλά κάτω από τα σφιχτοδεμένα υφάσματα που απαρτίζουν ένα κιμονό και την ουδέτερη μάσκα στο πρόσωπο, που δημιουργείται με το ιδιόμορφο μακιγιάζ, κρύβεται μία γυναίκα με σάρκα και οστά, με το δικό της παρελθόν, τις αναπόφευκτες απογοητεύσεις και τα ανομολόγητα όνειρα. Τα μυστικά που, τόσο καλά, κρατά φυλαγμένα τα ξέρει μόνον η δική της καρδιά, και κανείς άλλος.
Τα σπίτια με τις γκέισες, τα οποία με τόση ζωντάνια περιγράφει ο Arthur Golden στο μυθιστόρημά του, υπάρχουν ακόμη και σήμερα, ενώ αληθινές γκέισες συνεχίζουν να διασκεδάζουν τους πελάτες στα όμορφα, παλιά τεϊοποτεία. Ντύνονται κομψά, περιποιούνται τον εαυτό τους και συμπεριφέρονται όπως έκαναν οι γκέισες εδώ και αιώνες. Οι γυναίκες που γίνονται γκέισες σήμερα, ακολουθούν αυτό το επάγγελμα μέσα από το ενδιαφέρον τους για τις παραδοσιακές τέχνες και μπορούν να παραμείνουν σ’ αυτό μόνο για μερικά χρόνια. Κάποτε θεωρούνταν οι πιο καλοντυμένες γυναίκες της χώρας τους. Στην εποχή τους οι πιο διάσημες απ’ αυτές ήταν κάτι αντίστοιχο με τα σημερινά σούπερ-μόντελ.

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο σκηνοθέτης Rob Marshall για να προετοιμαστεί για την ταινία ήταν να διαβάσει ξανά το βιβλίο. «Ήθελα να κάνω το ταξίδι από την αρχή, για να δω τι θα με εντυπωσίαζε περισσότερο», είπε. Ο σκηνοθέτης είχε ξεκαθαρίσει μέσα του ότι δεν επρόκειτο με τίποτε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ για τις γκέισες. «Συνειδητοποίησα ότι οι δραματικές καταστάσεις που περνούν οι ήρωες, σε συνδυασμό με τη λάμψη και τον εξωτισμό που κρύβει ο κόσμος τους, θα μας επέτρεπαν να πετύχουμε κάτι μοναδικό και συναρπαστικό», είπε. «Και αν και το είχα αποφασίσει ότι θα απομακρυνόμουν από το παλιό, το παραδοσιακό, έπρεπε αρχικά να καταλάβω πλήρως την αλήθεια που κρύβει αυτή η ιστορία».

Στη συνέχεια, ο Marshall συγκέντρωσε όλα τους επικεφαλής συνεργάτες της ομάδας του για ένα ταξίδι στην Ιαπωνία. «Είχα αποφασίσει να πω την ιστορία της Sayuri ως ένα σημάδι κάποιου τόπου και χρόνου στη μνήμη μιας γυναίκας, αλλά πρώτα ήθελα να καταλάβω την αλήθεια της ιστορίας», εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Συμφωνήσαμε όλοι ότι μόνο αν βυθιστούμε στον κόσμο της Sayuri, θα μπορέσουμε να δουλέψουμε σωστά, οπότε ταξιδέψαμε όλοι μαζί στο Κιότο, για να μαζέψουμε όσες περισσότερες εμπειρίες γινόταν».

Η ομάδα των 10, επισκέφτηκε μουσεία και τόπους λατρείας, έκανε μία ξενάγηση σ’ ένα εργοστάσιο που κατασκευάζει κιμονό, είδε έναν αγώνα σούμο, έκανε βόλτες με δίτροχα αμαξάκια, ανίχνευσε τη θαλάσσια περιοχή της Ιαπωνίας, παρακολούθησε ανοιξιάτικα φεστιβάλ παραδοσιακού χορού και παρακολούθησε μία μαθητευόμενη γκέισα (maiko) να απλώνει το μακιγιάζ στο πρόσωπό της και να φοράει το κιμονό. Ο Marshall και ο John DeLuca, συμπαραγωγός και χορογράφος της ταινίας, έγιναν δεκτοί στα παρασκήνια του θεάτρου για να δουν το θρυλικό ηθοποιό και χορευτή Tamasaburo Bando να ετοιμάζεται για μία παράσταση του θεάτρου Kabuki. Οι Γιαπωνέζοι οικοδεσπότες κανόνισαν επίσης ώστε οι Αμερικανοί επισκέπτες να διασκεδάσουν μία βραδιά με παρέα γκεϊσών, στην κλειστή λέσχη του τεϊοποτείου Ιτσιρικί.

Το να γνωρίσουν από κοντά την ατμόσφαιρα που αποπνέει η Γκιόν και άλλες hanamachi (συνοικία με γκέισες) ήταν πολύ σημαντικό για τη δουλειά τους. «Ο Dion Beebe, ο διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας, ο Rob κι εγώ, αφηνόμασταν να χαθούμε μέσα στους δρόμους και βγάζαμε διαρκώς φωτογραφίες», λέει ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνογράφος John Myhre. «Όταν ήρθε η ώρα να κατασκευάσουμε τα κτίρια του σκηνικού, κοιτάξαμε τις φωτογραφίες μας και λέγαμε, αυτή εδώ η σκεπή θα δέσει καταπληκτικά μ’ αυτό το είδος παράθυρου, το οποίο ταιριάζει μια χαρά μ’ αυτό το είδος πόρτας».

Οι πιθανές τοποθεσίες γυρισμάτων εντοπίστηκαν, αλλά ο Marshall, ο Myhre, ο Beebe και η Patricia Whitcher (εκτέλεση παραγωγής) συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν να γυρίσουν όλη την ταινία στην Ιαπωνία. «Όταν είδαμε αναλυτικά τον όγκο της δουλειάς που είχαμε να κάνουμε στους δρόμους», εξηγεί η Whitcher, «καταλάβαμε ότι ήταν αδύνατο να διαταράξουμε τις δραστηριότητες των κατοίκων για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, προκειμένου να αναπαραστήσουμε αυτό που χρειαζόμασταν πραγματικά ώστε να αφηγηθούμε την ιστορία μας».

Επιπλέον, οι hanamachi στην Ιαπωνία, είχαν αλλάξει πάρα πολύ από την εποχή κατά την οποία εκτυλίσσεται η ταινία. «Ακόμη και στις πανέμορφες παλιές πόλεις, δεν μπορούσαμε να βρούμε μία περιοχή για γύρισμα που να μην έχουν προστεθεί μοντέρνα στοιχεία», είπε ο Marshall. Όμως, όλη η ομάδα γύρισε στην πατρίδα, εμπνεόμενη από τις κοινές εμπειρίες και τις συλλογικές αναφορές, στις οποίες θα προσέτρεχαν συχνά τους επόμενους μήνες και αποφάσισαν να χτίσουν τη δική τους γειτονιά.

Ο σκηνογράφος John Myhre μαζί με τον Rob Marshall σχεδίασαν μία πλήρη κάτοψη του χωριού. Μετά φτιάχτηκε ένα πλήρες σχέδιο με όλες τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες για περίπου 40 κτίρια και κατασκευάστηκε μία ολοκληρωμένη μακέτα της hanamachi, σε μικρό μέγεθος, στο οποίο προστέθηκαν μέχρι και αυτοκίνητα μινιατούρες και αμαξάκια, ενώ έσκαψαν για να φτιάξουν την κοίτη ενός ελικοειδούς ποταμού. Η μακέτα χρησίμευσε ως σημείο αναφοράς για να λυθούν πολλά προβλήματα του σχεδιασμού παραγωγής. «Βάλαμε μια λαπαροσκοπική κάμερα, που μας επέτρεπε να κινηθούμε μέσα στο μοντέλο σαν να ήταν κανονικό σκηνικό, ώστε να μπορούμε να βλέπουμε σ’ ένα μόνιτορ την εικόνα που θα είχαμε όταν θα το κατασκευάζαμε στις πραγματικές του διαστάσεις», είπε ο Myhre. «Ο Rob και Dion έπαιζαν συνέχεια με την κάμερα, ενώ στο τέλος τη χρησιμοποίησαν για να οργανώσουν και μία περίπλοκη λήψη από γερανό».

Η περιοχή με τις γκέισες χτίστηκε στις φάρμες Ventura, μία τεράστια έκταση εκτροφής αλόγων, περίπου μία ώρα έξω από το Λος Άντζελες, με βουνά στο βάθος και θέα σε καταπράσινες κοιλάδες. Μέσα σε 14 εβδομάδες, ο βοσκότοπος μεταμορφώθηκε σε πέντε περίπλοκα οικοδομικά τετράγωνα από σκυρόστρωτους δρόμους και στενοσόκακα. Ο συντονιστής σκηνικών κατασκευών, John Hoskins, και η ομάδα του άρχισαν να στρώνουν μία επιφάνεια έκτασης 120 x 120 μέτρων, και μετά στο κέντρο έσκαψαν για να δημιουργήσουν ένα ποτάμι. Περίπου 75 μέτρα μακρύ, 7 μέτρα πλατύ και 2,5 μέτρα βαθύ, το ποτάμι διέθετε ένα ειδικό σύστημα ανακύκλωσης, για να δημιουργεί την εντύπωση του τρεχούμενου νερού.

Το να κάνουν τη hanamachi βολική για τα γυρίσματα ήταν επιτακτική ανάγκη. «Οριοθετήσαμε όλη την περιοχή πάνω στο έδαφος με πασσάλους και σκοινιά, ώστε να ξέρουμε πού βρίσκεται το κάθε τι, και να μπορούμε να περπατάμε άνετα ανάμεσα», είπε ο Myhre, «μετά προβάραμε τις διάφορες σκηνές ώστε να μπορέσουμε να χορογραφήσουμε τη δράση».

Το σκηνικό χτίστηκε με κέδρο, μπαμπού και έλατο. Το μαύρο μπαμπού και οι φέτες από φλοιό κέδρου, δεν υπάρχουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, οπότε εισήχθησαν από την Ιαπωνία, μαζί με φράκτες από μπαμπού κι ανάμεσά του πλεγμένο ψεύτικο χόρτο. Ο σκηνογράφος Gretchen Rau, ένας έμπειρος συνεργάτης απ’ το «Ο τελευταίος Σαμουράι», έφερε τεράστιες ποσότητες από παραπετάσματα παραθύρων, καλαμιές και χαλάκια, τα οποία αγόρασε από το Κιότο, ειδικά για την ταινία. Για να εξυπηρετήσει τις αλλαγές των εποχών, όπως αυτές ορίζονταν από το σενάριο, ο Danny Ondrejko, που ήταν υπεύθυνος για τη δημιουργία των φυτών, έφτιαξε χειροποίητα τέσσερις κερασιές, μία για την κάθε εποχή του χρόνου. Άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα, που αφορά τις εποχές του χρόνου, είναι αυτό που σχετίζεται με το φως. Αν και η τοποθεσία των γυρισμάτων είχε απίστευτες φυσικές ομορφιές, δεν πρόσφερε δυστυχώς το ομαλό, αμετάβλητο χειμωνιάτικο φως του Κιότο – κάτι που έθεσε ξανά σε δοκιμασία το κουράγιο της ομάδας παραγωγής.

Το να δημιουργήσεις την κατάλληλη φωτιστική ατμόσφαιρα με τη χρήση φίλτρου διάχυσης (silk) είναι μία συνηθισμένη και απλή τεχνική, αλλά το να καλύψεις ένα τεράστιο σκηνικό με το αντίστοιχης έκτασης δικτυωτό φίλτρο ώστε να διαχέει το φως – που να μπορούν να αφαιρείται όταν χρειάζεται και να μη δημιουργεί προβλήματα στην ηχοληψία – ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Ο επικεφαλής κατασκευών Scott Robinson και η ομάδα του, θα έπρεπε να καλύψουν μια έκταση σχεδόν 7 στρεμμάτων με τη μεγαλύτερη κατασκευή που χτίστηκε ποτέ πάνω από κινηματογραφικό σκηνικό. Το ίδιο το ύφασμα (6 στρέμματα) σαν λεπτό καραβόπανο, που χωριζόταν σε έξι μεγάλα τμήματα – και κινιόταν πάνω σε οριζόντιους δοκούς kevlar, στηρίχτηκε πάνω σε τέσσερις δοκούς. Τα τμήματα αυτά μπορούσαν να απαλύνουν το σκληρό φως της μέρας ή να εξαφανίζουν το σκοτάδι της νύχτας, κάτι που επέτρεψε στο συνεργείο να γυρίζει και τη νύχτα, κυριολεκτικά κάνοντας τη νύχτα μέρα. Για αντίβαρο στην κατασκευή χρησιμοποιήθηκαν δεξαμενές που περιείχαν ένα εκατομμύριο γαλόνια νερό και στερεώθηκαν μεταξύ τους με 10.000 μπουλόνια, ενώ οι δοκοί εκτείνονταν σαν γέφυρα, σε ύψος 75 μέτρων και ήταν αρκετά ψηλοί ώστε να προσαρμοστούν τα ψηλά φώτα, σε ύψος 18 μέτρων.

«Ξοδεύτηκε πολλή φαιά ουσία για τη λεπτομερή οργάνωση», είπε ο Beebe. «Ξέραμε ότι ο άνεμος μπορεί να μας δημιουργούσε προβλήματα με παρασιτικούς ήχους, αφού θα είχαμε αυτό το τεράστιο ύφασμα από πάνω μας να κινείται από τον άνεμο. Το στερεώσαμε πολύ γερά επειδή μια ομάδα από έμπειρους συνεργάτες είχε το κουράγιο να αναλάβει το εγχείρημα. Τελικά αυτό το τεράστιο φίλτρο συνέβαλε πολύ στην όλη ατμόσφαιρα της ταινίας».

Για αρκετά κτίρια του σκηνικού φτιάχτηκε μόνο η πρόσοψή, όμως για τα περισσότερα στήθηκε και ολοκληρωμένο το εσωτερικό τους. Ανάμεσα σ’ αυτά είναι το τεϊοποτείο Youkimoto, η κλινική του Δρ. Crab, τα δημόσια λουτρά και το διαμέρισμα της Mameha. Η διώροφη οκιγιά (σπίτι όπου διαμένουν γκέισες) σχεδιάστηκε να μοιάζει ότι είναι 150 χρόνων παλιά. Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της Sayuri εκτυλίσσεται στα δωμάτιά του, από την άφιξή της ως μικρή Chiyo, την πρώτη νύχτα της στη μεγάλη πόλη, μέχρι την εκρηκτική αναμέτρησή της Sayuri με την αντίπαλό της, τη Hatsumomo, πολλά χρόνια αργότερα.

Πολλοί από τους τοίχους σ’ αυτά τα δωμάτια φτιάχτηκαν από χάρτινες πόρτες (shoji) της Ιαπωνίας, εκείνης της εποχής. Τα περίτεχνα σκαλισμένα ξύλινα δικτυωτά (ranma) πάνω από τις shoji, ήταν επίσης γιαπωνέζικες αντίκες, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της επίπλωσης στην οκιγιά. Η ομάδα του Myhre βρήκε επίσης και αναπαρήγαγε γιαπωνέζικες εφημερίδες της εποχής εκείνης, για να καλύψει τις τρύπες στους τοίχους της οκιγιά, στις σκηνές όπου το σπιτικό βρίσκεται σε οικονομική κρίση. Οι καρέκλες αποτελούν μια παραφωνία σε έναν κόσμο όπου οι πάντες κάθονται στο πάτωμα, έτσι ο Myhre κοίταξε τα σκηνικά του από αυτή την οπτική, καθορίζοντας το επίπεδο το ματιού στο ύψος του ενός μέτρου από το πάτωμα.

Ο Beebe χάρηκε που είχε την ευκαιρία να εξερευνήσει τις φωτιστικές αντιθέσεις ανάμεσα στον ηλεκτρισμό και τις λάμπες πετρελαίου. «Ο Rob λατρεύει την αισθητική του παλιού, του φθαρμένου. Θα ήθελε να φτιάξει έναν κόσμο βουτηγμένο στην ομίχλη του καπνού», είπε. «Δημιουργήσαμε πολλές φωτιστικές πηγές στην οκιγιά, από φλόγες φωτιάς μέχρι τις αντανακλάσεις από λάμπες πετρελαίου. Αυτές οι φωτιστικές πηγές που τρεμόπαιζαν όλη την ώρα, έδωσαν μια αίσθηση ζεστασιάς και πρόσθεσαν μυστήριο και βάθος».

Στη διάρκεια της ζωής της, μία γκέισα περνάει πολλές ώρες με μαθήματα, τελειοποιώντας τις τέχνες που της χάρισαν τη θέση ενός συμβόλου στη γιαπωνέζικη κουλτούρα. Στην εποχή της Sayuri, η εκπαίδευση στο χορό και η άρτια εκμάθηση του τρίχορδου μουσικού οργάνου σαμισέν ξεκινούσε πολύ πριν ένα νεαρό κορίτσι γίνει μαθητευόμενη γκέισα. Έτσι μέχρι την εποχή που μία κοπέλα γινόταν πλήρως εκπαιδευμένη γκέισα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα – ο τρόπος με τον οποίο κάθεται ανάλαφρα στο πάτωμα, σηκώνεται από το τραπέζι, κινείται με ευχέρεια διασχίζοντας ένα δωμάτιο και σερβίρει σακέ – γίνονταν μία δεύτερη φύση γι’ αυτήν.

Για να βοηθήσει τις ηθοποιούς του με αυτές τις τόσο ζωτικής σημασίας ικανότητες, ο Marshall τις έφερε στο Κέντρο Εκπαίδευσης Γκέισας, στο Λος Άντζελες, έξι εβδομάδες πριν το γύρισμα, για μια εντατική περίοδο προβών και μαθημάτων, με μια ομάδα ειδικών, που καθοδήγησαν τις ηθοποιούς μέσα στον κόσμο μιας αληθινής γκέισας. «Ήταν κάτι πολύ καινούργιο για μένα», είπε η Gong Li, «κάναμε πρόβες στην πιο μικρή σκηνή, στην κάθε λέξη».

Οι ηθοποιοί έκαναν πρόβες φορώντας τα κιμονό για να συνηθίσουν το βάρος, την αίσθηση και την κίνηση αυτών των περίτεχνων ενδυμάτων. Τα μαθήματα χορού τις βοήθησαν να τελειοποιηθούν στη γλώσσα του σώματος που αναπτύσσει μία γκέισα. «Δεν μπορείς να κινείσαι λες και φοράς τζιν», σχολιάζει η Youki Kudoh, η οποία ερμηνεύει την Κολοκύθα. «Είσαι πολύ περιορισμένη στο ρόλο και τα ρούχα μιας γκέισας, οπότε πρέπει να ξαναχτίσεις τον εαυτό σου. Μαθαίνεις να είσαι κομψή».

Η τεχνική σύμβουλος Lisa Dalby, η οποία υπήρξε και σύμβουλος του Arthur Golden για το μυθιστόρημά του, μύησε τις ηθοποιούς στις πιο λεπτές αποχρώσεις της συμπεριφοράς μιας γκέισας. Συγγραφέας και ανθρωπολόγος, η Dalby είναι η μόνη γυναίκα από τη Δύση, η οποία έζησε και εργάστηκε ως γκέισα στην Ιαπωνία. «Κάποια πράγματα που ήταν πολύ δύσκολα τότε για μένα να τα μάθω, όπως το να περπατώ φορώντας κιμονό, είναι πράγματα που μπορούσα άνετα πια να τα εξηγήσω αναλυτικά στις ηθοποιούς», λέει η ίδια. Επίσης τις καθοδήγησε για να παίζουν με αληθοφάνεια το σαμισέν. «Εντυπωσιάστηκα από την ικανότητά τους να δείχνουν ότι παίζουν αληθινά το τρίχορδο όργανο», είπε η Lisa Dalby, που η ίδια είναι μία έμπειρη παίκτρια. «Η Michelle Yeoh έμαθε να παίζει πραγματικά –έχει καταπληκτικό μουσικό αυτί». Η Michelle Yeoh είχε ως κίνητρο τη δασκάλα της, «Από τη στιγμή που η Mameha είναι το πρότυπο της γκέισας», είπε, «ήξερα ότι θα πρέπει να είμαι πειστική στην οθόνη. Έτσι πέρασα πολλές ώρες παρακολουθώντας τη Lisa, η οποία παραμένει ακόμη και σήμερα μία αληθινή γκέισα».

Το να ντυθεί μία γκέισα σωστά με το επίσημο κιμονό, είναι μέρος της επιτυχίας της δουλειάς της. Ο ηθοποιός Thomas Ikeda, ο οποίος παίζει τον αμπιγιέρ κύριο Bekku, συνεργάστηκε με τη σύμβουλο για κιμονό, Yuko Tokunaga, και ένα μοντέλο για να μάθει να απλώνει, να διπλώνει, να σταυρώνει, να κουμπώνει καθώς και άλλα τεχνικά σημεία του τελετουργικού. Ο Marshall ήθελε ο Ikeda να γίνει ειδήμονας σε κάθε βήμα του τελετουργικού, έστω κι αν επρόκειτο να γυριστούν μόνο ορισμένα σημεία του ντυσίματος. «Ο Rob μού είπε ότι ο χαρακτήρας που έπαιζα ήταν πιθανόν ο γιος μιας γκέισας», εκμυστηρεύτηκε ο Ikeda.

Το ταξίδι της ζωής της Sayuri συχνά μοιάζει σαν την πορεία ενός ποταμού και η αγάπη της για το νερό έγινε ένα σταθερό μοτίβο μέσα στην ταινία. «Υπάρχουν σχέδια του νερού σχεδόν σε όλα τα κιμονό της», είπε η βραβευμένη με Όσκαρ ενδυματολόγος Colleen Atwood. «Το καλύτερο απ’ όλα το φοράει στο τέλος, ένα διαφανές μπλε-γκρι με το σχέδιο ενός καταρράκτη ο οποίος πέφτει ξεκινώντας από το obi (φαρδιά διακοσμητική ζώνη του κιμονό) μέχρι τον ποδόγυρο».

Ο Marshall επέλεξε να πει την ιστορία της Sayuri σαν να βλέπουμε μέσα από το φίλτρο της μνήμης της τις από καιρό βαθιά κρυμμένες στιγμές ενός κόσμου που χάνεται, και ήθελε να δώσει στους κεντρικούς χαρακτήρες την εξωτερική εμφάνιση των ηρώων ενός μύθου. «Μας αποκαλύπτει τις νεανικές της αναμνήσεις, τα πιο συνταρακτικά επεισόδια της ζωής της», είπε. «Θέλαμε οι κεντρικοί χαρακτήρες να δείχνουν εμφανισιακά με τον τρόπο που τους είδε και η Sayuri – πιο σημαντικούς απ’ ό,τι πραγματικά είναι».

Η Hatsumomo, την οποία ερμηνεύει η Gong Li, φοράει πιο έντονα χρώματα και σχέδια απ’ ό,τι θα φορούσε μια αληθινή γκέισα. Αψηφά ακόμη και το επιτρεπόμενο μήκος των μανικιών του κιμονό. «Η Hatsumomo είναι μια μοδάτη ηρωίδα», είπε η Atwood, «πράγμα που για μένα σημαίνει ότι είναι ένα πρόσωπο που δε φορά αυτά που είναι στη μόδα, αλλά ότι η ίδια δημιουργεί τη μόδα. Φοράει τα κιμονό πάνω της με μια μεγάλη δόση πόζας».

«Η δεκαετία του 1930 είναι η χρυσή εποχή της γκέισας, οπότε οι κεντρικοί χαρακτήρες διαθέτουν ένα μεγάλο αριθμό από κιμονό», συνεχίζει η Atwood. «Είναι ένα σχετικά απλό ρούχο – οκτώ γιάρδες μονοκόμματο ύφασμα – αλλά αυτό που του δίνει όλη την ομορφιά είναι η τεχνική με την οποία το φορά κανείς. Ένα εξαιρετικό κιμονό θα πρέπει να είναι ζωγραφισμένο στο χέρι και να έχει περάσει από shibori, μια συγκεκριμένη τεχνική βαφής, να διαθέτει χειροποίητο κέντημα, και να ολοκληρώνεται με το obi, μια φαρδιά ζώνη που είναι πλεγμένη επίσης στο χέρι. Στην Ιαπωνία, χρειάζεται περίπου ένας χρόνος για να φτιάξεις ένα κιμονό».

Εκτός απ’ το να σχεδιάσει θεσπέσια κιμονό για τις πρωταγωνίστριες, η Atwood εφοδίασε με ρούχα εκατοντάδες άλλους χαρακτήρες, ανάμεσά σε αυτούς, τους χωρικούς σε ένα ψαράδικο χωριό, τους κατοίκους μίας hanamachi που ζει στη χρυσή εποχή της ευημερίας της, τους καλεσμένους στα αριστοκρατικά πάρτι με ρούχα δυτικού τύπου, Γιαπωνέζους στρατιώτες και απελπισμένους πρόσφυγες πολέμου, καθώς και τον πληθυσμό των hanamachi μετά τον πόλεμο. «Μας φαινόταν ότι σχεδόν κάθε μέρα γυρίζαμε μία σκηνή η οποία ήταν τελείως διαφορετική από αυτήν που είχαμε γυρίσει την προηγούμενη μέρα», είπε.

Οι αυθαιρεσίες που έγιναν στο σχεδιασμό των ρούχων των πρωταγωνιστριών, δεν εφαρμόστηκαν και στους εκατοντάδες μικρότερους χαρακτήρες και στους κομπάρσους. «Ήταν πολύ σημαντικό για μας να ξέρουμε τι υπήρχε πραγματικά στο χρόνο και τον τόπο που εξετάζαμε», τονίζει η Atwood. «Έψαξα στα αρχεία του Ινστιτούτου Μόδας στο Τόκιο και είδα πολλές εφημερίδες από εκείνη την εποχή, ένα σωρό εικόνες που με βοήθησαν πάρα πολύ».

Τα κιμονό για τους κομπάρσους νοικιάστηκαν από τη συλλογή Γιούγια στο Τόκιο, που ειδικεύεται στα γιαπωνέζικα ρούχα των εποχών Taisho (1912-1926) και Showa (1926-1990). Άλλα αγοράστηκαν από την Αγγλία, τη Δανία, τη Νέα Υόρκη, το Λος Άντζελες. «Μέχρι που αγόρασα όμορφα, παλιά κιμονό από ένα Ρώσο συλλέκτη στο eBay», είπε η Atwood.

Η εμπειρία μιας ομάδας υφαντουργών που δούλεψε επί τόπου, με επικεφαλής τον Matt Reitsma, επέτρεψε στην Atwood να κατασκευάσει και να διακοσμήσει τα καινούργια υφάσματα με σχέδια που είχε δει πάνω σε αυθεντικά. Η ίδια ομάδα έβαψε, έκανε τα σταμπωτά σχέδια, ζωγράφισε και κέντησε με το χέρι το μπλε-γκρι κιμονό της Sayuri με τον καταρράκτη. Ανάμεσα στα υφάσματα που έφτιαξαν ήταν και οι ρόμπες που φόρεσαν οι ηθοποιοί στις ιαματικές πηγές.

Οι άντρες πρωταγωνιστές της ταινίας φόρεσαν κοστούμια δυτικής τεχνοτροπίας και ειδικής κατασκευής, από το αντρικό τμήμα της Atwood – σε μία μεγάλη γκάμα ρούχων από στρατιωτικές στολές για το Στρατηγό και τους βοηθούς του μέχρι φούστες από χορτάρι για τους χωρικούς ψαράδες. Η Deborah Ambrosino, που ειδικεύεται στην κατασκευή ενδυματολογικών αξεσουάρ, έφτιαξε τα εντυπωσιακά, ύψους 20 εκατοστών, μαύρα λακαριστά σανδάλια για το χορό της Sayuri.

Οι σημερινές γκέισες εκπροσωπούν την παραδοσιακή, παρά τη μοντέρνα Ιαπωνία, αλλά υπήρχε μία εποχή που αυτές λανσάριζαν τη μόδα στη χώρα τους, και στοιχεία του τόσο ξεχωριστού στιλ τους εμφανίζονται στη μόδα της Δύσης. «Ήταν ένα πολύ ξεχωριστό και όμορφο στιλ ντυσίματος», είπε η Atwood. «Προβλέπω ότι το χαμηλό ντεκολτέ στον αυχένα θα επανέλθει στη μόδα μετά απ’ αυτή την ταινία».

Το χλωμό πρόσωπο της γκέισας, τα κατάμαυρα μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη της υπήρξαν το σήμα κατατεθέν της για αιώνες, και περνούσαν μέσα στην okiya από τη μια γενιά γκεϊσών στην επόμενη. Η γεννημένη στην Ιαπωνία, υπεύθυνη για το μακιγιάζ, Noriko Watanabe, ακολούθησε πιστά τις αρχές του παραδοσιακού μακιγιάζ της γκέισας για τις πρωταγωνίστριες της ταινίας, αλλά επίσης απάλυνε κάποια έντονα στοιχεία της εμφάνισης ενώ τόνισε κάποια άλλα για να αναδείξει την ομορφιά των γκεϊσών. «Για να γίνεις γκέισα, έπρεπε να σε επιλέξουν», τονίζει. «Για να σε επιλέξουν, έπρεπε να είσαι τόσο όμορφη και έξυπνη, που τελικά μια γκέισα έμοιαζε απρόσιτη».

Η Noriko Watanabe προέβλεψε τις δυσκολίες που θα είχε το λευκό μακιγιάζ μιας γκέισας στο γύρισμα. «Η υφή και η πυκνότητά του είναι διαφορετική από το βάψιμο που συνήθως χρησιμοποιούμε σε μια κανονική ταινία», είπε. «Στεγνώνει αμέσως κι αν δε δουλέψεις γρήγορα σπάει, κάνει γραμμές». Η Noriko δημιούργησε μια νέα γενιά από ειδικούς στο μακιγιάζ της γκέισας, στήνοντας εργαστήρια στο Λος Άντζελες πολύ πριν το ξεκίνημα των γυρισμάτων. «Σε ειδικά μαθήματα έξι εβδομάδων, εκπαιδεύσαμε πάνω από 100 ανθρώπους, ανάμεσά τους και περίπου, 65 υψηλού επιπέδου τεχνίτες».

Η λευκή βάση του μακιγιάζ, την οποία φορά μόνον η επαγγελματίας γκέισα και μόνο στις επίσημες περιστάσεις, και οι μαθητευόμενες (maiko) όποτε εμφανίζονταν δημοσίως, απλώνεται στο πρόσωπο, το λαιμό, τον αυχένα και τα χέρια. Η σαγήνη που ασκεί στους πελάτες το πίσω μέρος του λαιμού τονίζεται αφήνοντας άβαφα δύο μικρά τρίγωνα (σανμπόν-ασί), σε σχήμα V, ή τρία, σε πολύ ξεχωριστές περιστάσεις.

Η υπεύθυνη κομμώσεων Lyndell Quiyou εκσυγχρόνισε διακριτικά τα χτενίσματα των επαγγελματιών και μαθητευόμενων γκεϊσών για τις ανάγκες της ταινίας. Αφού συμβουλεύτηκε ιστορικά βιβλία, γκραβούρες και έργα ζωγραφικής, πέρασε όλη την περίοδο της προετοιμασίας της ταινίας δημιουργώντας, με τη βοήθεια των συνεργατών της, χτενίσματα για ένα μεγάλο αριθμό πρωταγωνιστριών, χορευτριών και κομπάρσων. «Ο Rob είπε, σκέψου μία γκέισα σαν να ’χει καταφύγει στο Παρίσι, κι αυτό ακριβώς ήταν που κάναμε», είπε. «Φτιάξαμε τα σχήματα και τις σιλουέτες πιο μοντέρνες και γεωμετρικές».

Τελικά, για τις πρωταγωνίστριες προβλέφθηκε μικρό χτένισμα, εκτός από τη Hatsumomo. «Έκανα τη δική της περούκα πραγματικά πολύ μεγάλη», είπε η Lyndell Quiyou. «Όσο πιο ψηλά ανέβαινε, τόσο πιο όμορφη φαινόταν, και ήταν και πιο κοντά στο παραδοσιακό στιλ. Τα χτενίσματα των κομπάρσων επίσης είχαν ένα πιο παραδοσιακό ύφος». Το να βρεθεί το κατάλληλο στιλ για το μοναχικό χορό της Sayuri ήταν μεγάλη πρόκληση. «Έφτιαχνα μεγάλα χτενίσματα με εντυπωσιακά στολίδια, μέχρι που είδα τι χορό έπρεπε να κάνει η Sayuri», θυμάται η Quiyou. «Πήρα μια μακριά περούκα, της έκανα μια χωρίστρα στη μέση, της έφτιαξα μια αλογοουρά και την έβαψα κόκκινη. Μετά πρόσθεσα μακριές τούφες, για να την κάνω να μοιάζει περισσότερο στο στιλ του θεάτρου Kabuki, και την άφησα να κρέμεται από το πρόσωπό της σαν κουρτίνα – ήταν κάτι απλό αλλά και όμορφο».

Στην ταινία, η καρδιά και η ψυχή που βάζει η Sayuri στο χορό της, την καθιερώνει ως ένα από τα πιο λαμπερά φώτα στη hanamachi. Αν και μία μαθητευόμενη γκέισα, στην πραγματικότητα ποτέ, ή τέλος πάντων σε πολύ εξαιρετική περίπτωση, θα τολμούσε να χορέψει μόνη, πόσο μάλλον βάζοντας τέτοιο πάθος, ο Marshall επέλεξε, για το δραματικό σόλο της Sayuri, μία χορογραφία εμπνευσμένη από το θέατρο Kabuki.
Η σημασία που έχει ο χορός στον κόσμο των γκεϊσών είναι κάτι που έλαβαν σοβαρά υπόψη τόσο ο Marshall όσο και ο χορογράφος John DeLuca. «Ήθελα μ’ αυτό το χορό να μεταφέρω στους θεατές το πάθος και τον αναβρασμό που κυριαρχεί στην καρδιά της Sayuri. Ήταν πολύ συναρπαστικό για μας να αναμείξουμε τις πανέμορφες παραδόσεις του γιαπωνέζικου χορού με το προσωπικό καλλιτεχνικό μας όραμα, στην αφήγηση της ιστορίας της Sayuri».
Ο John DeLuca, ο υπεύθυνος χορογραφιών στην ταινία Chicago που σκηνοθέτησε ο Marshall, ήταν επικεφαλής και της χορευτικής ομάδας στο «Αναμνήσεις μιας γκέισας». Η Denise Faye, επίσης συνεργάτης στο Chicago, υπήρξε η βοηθός χορογράφος του DeLuca, ενώ η Miyako Tachibana, μία δασκάλα στη σχολή Fujima Kansuma στο Λος Άντζελες ήταν η σύμβουλος χορογραφιών από την πλευρά της Ιαπωνίας. Η συνεργασία απέφερε ένα μοναδικό χορευτικό υβρίδιο, πολύ μοντέρνο και πρωτοποριακό.
«Ο γιαπωνέζικος χορός είναι πολύ ελεγχόμενος και βασίζεται σε διακριτικές, εκλεπτυσμένες φιγούρες», είπε η Tachibana. «Ο Rob και ο John και η Denise απορρόφησαν σαν σφουγγάρια τα βασικά στοιχεία, και μετά πρόσθεσαν τη δική τους κινηματογραφική εμπειρία. Ήταν αληθινή μαγεία».
Η εικόνα από τα, ύψους 20 εκατοστών, μαύρα λακαριστά σανδάλια, τα οποία οι εταίρες φορούσαν για να ηγούνται των παρελάσεων στα αρχαία φεστιβάλ, ήταν ένα βασικό στοιχείο για τον DeLuca στο να δημιουργήσει το δραματικό σόλο της Sayuri. Στην ιστορία του χορευτικού, μια θλιμμένη εταίρα που την έχει εγκαταλείψει ο εραστής της, αποφασίζει να αυτοκτονήσει – ένα θέμα οικείο στο γιαπωνέζικο χορό. «Στο πρώτο κομμάτι του χορού που δίδαξα στη Ziyi, έπρεπε να φοράει τα ψηλά σανδάλια, κι αυτή αμέσως συμφώνησε», θυμάται ο DeLuca. «Δε φοβήθηκε, δε δίστασε ούτε στιγμή».
Ο χειμωνιάτικος αυτός χορός λαμβάνει χώρα σ’ ένα στενό διάδρομο (hanamichi και όχι hanamachi), που το έκανε να θυμίζει περισσότερο το στιλ Kabuki. «Αυτό ήταν ιδέα του Rob», είπε ο DeLuca. «Ο στενός χώρος το έκανε να μοιάζει ακόμη πιο δύσκολο με τα φώτα και το χιόνι να πέφτει από πάνω».
Η Zhang συμφωνεί. «Σίγουρα ήταν μία πρόκληση, και στο τέλος είχα καταπιεί τεράστιες ποσότητες από ψεύτικο χιόνι. Όταν είδα για πρώτη φορά τα παπούτσια με το τακούνι των 20 πόντων, νόμισα ότι ήταν κάποια αντικείμενα για το γύρισμα. Τότε ο John μού είπε ότι θα έπρεπε να χορέψω φορώντας τα! Ο χορός επιβάλει και μια μεγάλη ποσότητα υποκριτικής. Είναι κάτι σαν θέατρο μέσα στο θέατρο. Η μουσική ήταν μελαγχολική και πολύ ταιριαστή με τη διάθεση της γυναίκας που την παράτησε ο εραστής της».
Η αφοσίωση που έδειξε η Zhang της χάρισε την εκτίμηση και την αγάπη του Marshall. «Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να το κάνει η Ziyi», λέει χαριτολογώντας. Η Miyako Tachibana ένιωσε παρόμοια. «Το να κινείσαι με χάρη μ’ αυτά τα παπούτσια, να δείχνεις ότι νιώθεις άνετα, το κιμονό να ανεμίζει γύρω σου και να κρατάς μία ομπρέλα είναι πολλά πράγματα για να τα σκέφτεσαι ταυτόχρονα. Κι όμως τα χειρίστηκε όλα υπέροχα».

Ο DeLuca θέλησε να κάνει μια αναφορά στις βεντάλιες, στον ανοιξιάτικο χορό των μαθητευόμενων γκεϊσών που προηγείται από το σόλο της Sayuri. «Αποφάσισα να αναμείξω μεγάλες βεντάλιες με τις πιο μικρές παραδοσιακές, και να κάνω τις μεγάλες να είναι διάφανες. Ήταν άλλος ένας τρόπος να δηλώσουμε ότι αφηγούμαστε την ιστορία της Sayuri σαν μύθο, κι όχι ότι αντιγράφουμε αυστηρά την κουλτούρα του κόσμο των γκεϊσών κατά την περίοδο της δεκαετίας του ’30».
Το να γράψεις τη μουσική που θα συνοδέψει το δραματικό ταξίδι της Sayuri ήταν μια πολύ δύσκολη ευθύνη, που απαιτούσε να βρεθεί ένας συνθέτης που να μπορεί να αποδώσει τη συναισθηματική ένταση της ιστορίας, το εξωτικό και το επικό ύφος. Ο Marshall άκουσε με μεγάλη χαρά ότι ο John Williams, βραβευμένος πέντε φορές με Όσκαρ μουσικής, συμφώνησε να αναλάβει αυτό το εγχείρημα.

«Νιώθω μεγάλη τιμή που είχα την ευκαιρία να συνθέσω τη μουσική για την ταινία του Rob Marshall, «Αναμνήσεις Μιας Γκέισας». «Για χρόνια θαύμαζα το υπέροχο βιβλίο του Arthur Golden, και το να συνεργαστώ με τους φίλους Yo-Yo Ma και Itzhak Perlman σ’ αυτήν την τόσο ξεχωριστή ταινία, ήταν ένα όνειρο που επιτέλους έγινε πραγματικότητα».
Στις συνθέσεις του ο John Williams χρησιμοποίησε τόσο τον ανατολικό όσο και το δυτικό τρόπος ενορχήστρωσης, ενώ ειδικοί του samisen, του koto, του shakuhachi, του τυμπάνου taiko και άλλων παραδοσιακών γιαπωνέζικων οργάνων ήταν ανάμεσα στους μουσικούς του στην ηχογράφηση της μουσικής του «Αναμνήσεις Μιας Γκέισας». Για αρκετές μέρες, στο UCLA`s Royce Hall, η ορχήστρα περιλάμβανε στα μέλη της τον Itzhak Perlman, τον φημισμένο βιολονίστα, και τη διάσημη τσελίστρια Yo-Yo Ma – δύο μουσικούς οι οποίοι δημιούργησαν πολλές αξέχαστες στιγμές στα μουσικά μονοπάτια της ταινίας. Στο «Αναμνήσεις Μιας Γκέισας», το βιολί του Perlman δίνει ζωή στο κομμάτι «Το Βαλς του Προέδρου», ενώ το τσέλο της Ma συνοδεύει γλυκά το «Θέμα της Sayuri».

Η ταινία προβλήθηκε στους κινηματογράφους τον Δεκέμβριο του 2005 , ενώ στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2006. Έχει αποσπάσει 3 βραβεία Όσκαρ το 2006 (Καλύτερων Κοστουμιών, Καλύτερης Φωτογραφίας και Καλύτερης Σκηνογραφικής Διεύθυνσης) και μια Χρυσή Σφαίρα ( Καλύτερης Μουσικής).

Πηγές:

http://www.cine.gr/film.asp?id=706720&page=2