15 σπουδαία έργα τέχνης που συνδέονται με την ψυχολογία

Υπάρχουν σπουδαία έργα τέχνης που εδώ και αιώνες έχουν τεράστια απήχηση, επειδή μας μιλούν σε βαθύ, συναισθηματικό επίπεδο.

Πολλά από τα αριστουργήματα της τέχνης μας είναι ελκυστικά ακριβώς επειδή καταπιάνονται με καθολικά ανθρώπινα θέματα όπως η αγάπη, ο θάνατος, η γέννηση, η ευτυχία, η απελπισία και μία ποικιλία εμπειριών που έχουν να κάνουν με μεταβαλλόμενες καταστάσεις συνείδησης ή την κατανόηση της πραγματικότητας. Ας δούμε λοιπόν 15 έργα τέχνης που απαθανατίζουν σημαντικές ιδέες της ψυχολογίας.

Ο Εαυτός (η εικόνα του Εαυτού): Ρενέ Μαγκρίτ (1898-1967), The False Mirror, 1928

Πρόκειται για μια ισχυρή εικόνα ενός ματιού που κοιτάζει τον θεατή, με σύννεφα να διέρχονται από την ίριδα του ματιού. Θεωρούμε τα μάτια ως τα παράθυρα της ψυχής ή ότι μας παρέχουν πληροφορίες για την προσωπικότητα κάποιου. Η σουρεαλιστική εικόνα της εμφάνισης των σύννεφων αντί της ίριδας, μπορεί να σημαίνει ότι κοιτάζουμε τον εαυτό μας ή κοιτάζοντας προς τα έξω διερευνώντας το μάτι και το μυαλό κάποιου άλλου. Εναλλακτικά, αυτός ο πίνακας θα μπορούσε να είναι ένα ωραίο, εναλλακτικό ξεκίνημα σε μια διάλεξη ψυχολογίας σχετικά με την εικόνα του εαυτού. Και στις δύο περιπτώσεις, η εικόνα είναι μια συναρπαστική εικόνα που παίζει με την επιθυμία μας να κατανοήσουμε τους άλλους, αν όχι τους εαυτούς μας, κοιτάζοντας τα μάτια τους.

H ψυχική ασθένεια και ο εγκλεισμός σε ίδρυμα: Βίνσεντ βαν Γκογκ (1853-1890), Corridor in the Asylum, 1889

Οι εμπειρίες του Βαν Γκογκ κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του μοιάζουν να προωθούν μια προφανή σύνδεση ανάμεσα στην ψυχολογία και την τέχνη. Οι τελευταίοι πίνακες του Βαν Γκογκ φαίνεται να πληρούν τις προϋποθέσεις για την απεικόνιση των θεμάτων της «παραφροσύνης» και της δημιουργικότητας. Αυτός ο συγκεκριμένος πίνακας, που δείχνει ένα μακρύ διάδρομο που ξεθωριάζει, αιχμαλωτίζει τη μοναξιά και την αποδιοργάνωση της ζωής σε ένα ίδρυμα στα τέλη του 19ου αιώνα.

H θεωρία της προσκόλλησης: Μπερτ Μοριζό (1841-1895), The Craddle, 1872

Η μητέρα που κοιτάζει με αγάπη το μωρό της που κοιμάται στην κούνια του, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα γλυκανάλατο έργο, αλλά ο πίνακας αυτός (από μία από τις λίγες γυναίκες ιμπρεσιονίστριες ζωγράφους) επικεντρώνεται στο περιποιητικό πρόσωπο της μητέρας και όχι στο χαριτωμένο μωρό στην κούνια. Την βλέπουμε να κοιτάζει επιμελώς το παιδί, έχοντας ένα ελαφρύ χαμόγελο στο πρόσωπό της. Η θεωρία της προσκόλλησης στην ψυχολογία περιγράφει τη σύνδεση του παιδιού με τον γονέα, αλλά αυτός ο πίνακας δείχνει το αντίστροφο, δηλαδή, το δέσιμο που βιώνει και η μητέρα.

Όνειρα: Μαρκ Σαγκάλ (1887-1985), The Flying Carriage, 1913

Αυτός ο περίτεχνος πίνακας που απεικονίζει έναν άνδρα με ένα άλογο να απογειώνονται από το έδαφος δίπλα σε ένα μικρό σπίτι, όπως και πολλά από τα έργα του, έχει μια ονειρική ποιότητα τόσο στις αέρινες πινελιές του όσο και στο αντικείμενο που παρουσιάζει. Ο πίνακας Ο Βιολιστής του Σαγκάλ, ομοίως, που απεικονίζει το Βιολιστή στη Στέγη που ενσαρκώνει το ομώνυμο μιούζικαλ, αναδεικνύει επίσης μια εξέχουσα αλληλουχία ονείρων. Ο Σαγκάλ, αποτυπώνοντας στον καμβά εικόνες από τη νιότη του, μας περνάει μέσα από τις πρώτες αναμνήσεις του, οι οποίες μπορεί να συνέθεσαν και πολλά από τα όνειρά του.

Η γνωστική λειτουργία: Σαλβαδόρ Νταλί (1904-1989), The Persistence of Memory, 1931

Ο πίνακας αυτός του Νταλί που απεικονίζει μία έρημο γεμάτη με ρολόγια που λιώνουν, έχει αναφερθεί για τους συμβολισμούς του σε διάφορα βιβλία ψυχολογίας, όπως αναφορικά με την αδυναμία της ανθρώπινης μνήμης. Το γεγονός ότι ο Νταλί αναφέρθηκε απευθείας σε αυτή την ανθρώπινη αδυναμία στον τίτλο του έργου του, δείχνει ότι ήθελε να συλλογιστούμε την ειρωνεία ότι τα μυαλά μας δεν είναι σαν τα μηχανήματα και ότι χαλάνε όλο και περισσότερο όσο περνάει ο καιρός.

Το συναίσθημα: Έντβαρτ Μουνκ (1863-1944), The Scream, 1895

Η εικόνα ενός ανθρώπου που κρατάει το πρόσωπό του, καθώς κραυγάζει από αγωνία είναι η τέλεια εικόνα της νεύρωσης. Ο Μουνκ, του οποίου η δουλειά προηγήθηκε του εξπρεσιονιστικού κινήματος, απεικονίζει το συναίσθημα της αγωνίας ή του άγχους σε αυτόν τον πίνακα. Όσο και αν προσπαθούν οι ψυχολόγοι να περιγράψουν και να κατανοήσουν τα συναισθήματα με θεωρίες και δεδομένα, αυτός ο άνθρωπος που κραυγάζει, αιχμαλωτίζει την εμπειρία του με τρόπους που ούτε οι λέξεις ούτε οι αριθμοί δεν μπορούν να αποδώσουν.

Η νευροεπιστήμη: Μιχαήλ Άγγελος (1475-1564), The Creation of Adam, (στην οροφή της Καπέλλα Σιστίνα), 1508-1512

Παρόλο που αυτή η σκηνή της δημιουργίας του Αδάμ με το δάκτυλό του να δείχνει στο Θεό, συνήθως ερμηνεύεται με θρησκευτικούς όρους, από ψυχολογική άποψη υπάρχει και μια μεταφορά για τη«σύναψη». Οι νευρώνες επικοινωνούν μεταξύ τους μέσα σε ένα κενό, δεν είναι άμεσα συνδεδεμένοι. Σε αυτό το κενό, πολλά μπορεί να πάνε στραβά. Μπορεί να υπάρχουν αρκετοί νευροδιαβιβαστές ή πολύ λίγοι. Ομοίως, στην περίπτωση του Θεού και του Αδάμ, εάν ο Θεός είχε δημιουργήσει κυριολεκτικά έναν κλώνο του, τότε ο Αδάμ θα ήταν «τέλειος». Στην περίπτωση της δημιουργίας και της συνάψεως, το κενό δημιουργεί μια σειρά από ενδιαφέρουσες δυνατότητες.

Η γήρανση: Ρέμπραντ (1606-1669), Αυτοπροσωπογραφία με μπερέ (1630) Αυτοπροσωπογραφία σε γεροντική ηλικία (1669)

Ανάμεσα σε πολλές από τις αριστουργηματικές δημιουργίες του Ρέμπραντ βρίσκεται μια σειρά αυτοπροσωπογραφιών που καταγράφουν τις αλλαγές καθ’ όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του. Συγκρίνοντας την αρχή και το τέλος της ζωής, αυτοί οι δύο πίνακες δείχνουν την εξέλιξη του Ρέμπραντ από την δροσερή, γεμάτη αυτοπεποίθηση νιότη στονθαμπό και υποτονικό ηλικωμένο άνθρωπο. Η εναλλαγή των πινελιών από εξαιρετικά λεπτομερείς σε πιο ιμπρεσιονιστικές, θεωρείται από ορισμένους ψυχολόγους ως παράδειγμα «του στυλ μεγαλύτερης ηλικίας», όπου οι μεγαλύτερης ηλικίας καλλιτέχνες ενδιαφέρονται περισσότερο να απεικονίζουν τα συναισθήματα και τη διάθεση, παρά ακριβείς αναπαραστάσεις του αντικειμένου τους.

Η αντίληψη: Μαουρίτς Κορνέλις Έσερ (1898-1972) Ascending and Descending, 1960

Οι άκρως δημοφιλείς πίνακες που ο Έσερ δημιούργησε, «παίζουν» με τις διαδικασίες της αντίληψης μας «από την κορυφή προς τα κάτω», όπου αναμένουμε ότι ο τρισδιάστατος κόσμος θα έχει μία συγκεκριμένη όψη. Μόλις αρχίσετε να ακολουθείτε τις σκάλες και τα μπαλκόνια, ωστόσο, συνειδητοποιείτε ότι οι προσδοκίες σας έχουν πλέον διαψευσθεί. Τα παραπλανητικά σημάδια παρέχουν πληροφορίες για τους παράγοντες που συνήθως σας καθοδηγούν για να δείτε το βάθος και που στην πορεία γίνονται διασκεδαστικά.

Η αίσθηση: Τζόρτζια Ο’Κιφ (1887-1986) Shell # 1, 1928

Σε αυτόν τον πίνακα ενός κελύφους σαλιγκαριού να γεμίζει τον καμβά, η Τζόρτζια Ο’ Κιφ επικεντρώνει την προσοχή μας στις μικρές λεπτομέρειες ενός αντικειμένου που στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρό. Αυτό το παιχνίδι με το μέγεθος είναι πληροφοριακό από μόνο του, αλλά το κέλυφος έχει το ίδιο σχήμα με τον κοχλία και επομένως αυτό παρέχει μια ωραία απεικόνιση της δομής που παίζει κρίσιμο ρόλο στην ακοή.

Η σεξουαλικότητα: Γκούσταφ Κλιμτ (1862-1918) The Kiss, 1907-08

Η οικειότητα αυτού του ζευγαριού αποτελεί το επίκεντρο αυτού του πολυτελή πίνακα με τις εντυπωσιακές αποχρώσεις του χρυσού, οι οποίες, στην πραγματικότητα, διακοσμούνται με φύλλα χρυσού. Εμφανίζονται συναισθηματικά καθώς και σωματικά τυλιγμένοι μεταξύ τους. Κλεισμένοι μέσα σε έναν κύκλο, αντιπροσωπεύουν την άποψη της οικειότητας ως μία μορφή συναισθηματικής σύνδεσης. Ο πίνακας δείχνει επίσης τη σωματική τους οικειότητα, αν και το συναισθηματικό κομμάτι σχεδόν εξουδετερώνει τη σωματική σύνδεση.

Το στρες: Πητ Μοντριάν (1872-1944), Broadway Boogie Woogie, 1942-43

Οι κίτρινες γραμμές που υπογραμμίζονται με μαύρες και κόκκινες κουκίδες δίνουν την εντύπωση ενός πολυσύχναστου δικτύου κυκλοφορίας της Νέας Υόρκης. Η ζωγραφική εμπνεύστηκε από την τζαζ μουσική (εξ ου και η ονομασία «boogie woogie») αλλά δείχνει επίσης την πίεση της σύγχρονης ζωής. Αντίθετα από ένα ειδυλλιακό τοπίο, αυτή η εικόνα όχι μόνο αντιπροσωπεύει, αλλά μπορεί να προκαλέσει, συναισθήματα στρες στον θεατή.

Κοινωνική Ψυχολογία 1 (Η πειθώ): Άντι Γουόρχολ (1930-1987) 100 Cans, 1962

Οι εικονικές κονσέρβες σούπας Campbell που φαίνονται σε αυτόν τον πίνακα είναι πολύ τυπικά του ποπ-καλλιτεχνικού κινήματος της δεκαετίας του ’60. Στην πραγματικότητα, ο Γουόρχολ βοήθησε στην εφεύρεση αυτού του κινήματος. Η ετικέτα της σούπας μπορεί να προκαλεί θετικά συναισθήματα, επειδή συνδέεται με ένα από τα φαγητά που ξυπνούν ευχάριστες αναμνήσεις. Το γεγονός ότι η εταιρεία Campbell εκμεταλλεύεται αναμφισβήτητα αυτή τη σύνδεση, την καθιστά ένα καλό παράδειγμα τακτικής στη διαφήμιση.

Κοινωνική Ψυχολογία 2 (Επιθετικότητα): Πάμπλο Πικάσο (1881-1973) Guernica, 1937

Το βασικό θέμα αυτής της αφηρημένης απεικόνισης μιας ένοπλης σύγκρουσης είναι αυτό της επιθετικότητας και της ομαδικής ψυχολογίας. Παρόλο που ο Picasso ζωγράφισε αυτόν τον πίνακα από μία πολιτικά πλεονεκτική θέση, ο πίνακας προκαλεί έντονα συναισθήματα και μας κάνει να σκεφτούμε αν είμαστε έμφυτα επιθετικοί ή αν θα μπορούσαμε ποτέ να υπερνικήσουμε αυτές τις δυνατές παρορμήσεις μας για να βλάψουμε τους συνανθρώπους μας.

Το κίνητρο: Κλωντ Μονέ (1840-1926) Water Lilies, 1915-1926

Στο άλλο άκρο του φάσματος, τα νούφαρα του Μονέ απεικονίζουν αιώνια ομορφιά και ηρεμία. Όμως, όσο όμορφα και αν είναι, η προσπάθεια που αντιπροσωπεύει αυτός ο πίνακας μπορεί να αποτελέσει έμπνευση. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μονέ ανέπτυξε καταρράκτη που παρεμπόδισε την ικανότητά του να βλέπει αποχρώσεις του μπλε και του πράσινου. Υποβλήθηκε σε μία επιτυχημένη χειρουργική επέμβαση καταρράκτη και όταν δημιούργησε αυτόν και άλλους πίνακες του, η έγχρωμη όρασή του είχε αποκατασταθεί. Για έναν άνθρωπο ηλικίας 80 ετών που έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση καταρράκτη, μια τεχνική που περιλάμβανε σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο και δυσφορία σε σχέση με σήμερα, απαιτούσε αξιοσημείωτα υψηλά επίπεδα κινήτρων.

ΠΗΓΗ: https://www.psychologynow.gr/psyxologia-texni/eikastika/4593-15-spoudaia-erga-texnis-pou-syndeontai-me-tin-psyxologia.html

Σπυρίδων Βικάτος:ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της «Σχολής του Μονάχου»

Ο Σπυρίδων Βικάτος (Αργοστόλι, 24 Σεπτεμβρίου 1878 – Αθήνα, 6 Ιουνίου 1960) ήταν Έλληνας ζωγράφος και ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της «Σχολής του Μονάχου».

Με τη βοήθεια του τότε Μητροπολίτη Αθηνών Γερμανού σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας ζωγραφική υπό τους Νικηφόρο Λύτρα και Σπυρίδωνα Προσαλέντη και γλυπτική με δάσκαλο τον Γεώργιο Βρούτο.

Μετά την αποφοίτηση από την ΑΣΚΤ συνέχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου χάρη σε υποτροφία της μονής Πετράκη και της Ε. Βαλλιάνου. Παρέμεινε στο Μόναχο από το 1900 ως το 1906 και μαθήτευσε κοντά στον Νικόλαο Γύζη και τον Λούντβιχ φον Λοφτς.

Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1909 και διορίστηκε καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας όπου δίδαξε (με μια ολιγόμηνη διακοπή το 1911) σκιαγραφία έως το 1939. Μαθητές του υπήρξαν οι Αγήνωρ Αστεριάδης, Γιώργος Γουναρόπουλος, Σοφία Λασκαρίδου, Σπύρος Παπαλουκάς, Γιώργος Σικελιώτης, Γιάννης Τσαρούχης κ.ά. Το 1937 συμμετείχε στην κίνηση των Ακαδημαϊκών ζωγράφων.

Ο Βικάτος είχε στο ενεργητικό του συμμετοχές σε πολυάριθμες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις εντός και εκτός συνόρων. Από αυτές ξεχωρίζουν οι συμμετοχές του στο Γκλασπαλάστ του 1905, στις διεθνείς εκθέσεις του Μπορντώ (1907), της Ρώμης (1911) και του Παρισιού (1937) καθώς και στη μπιεννάλε της Βενετίας τα έτη 1934 και 1936.

Τιμήθηκε πλειστάκις για το έργο του: το 1907 απέσπασε χρυσό μετάλλιο στην έκθεση του Μπορντώ, το 1937 έλαβε από την Ακαδημία Αθηνών το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και το 1951 εκλέχτηκε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου.

Πέθανε σε ηλικία 82 ετών από βρογχοπνευμονία. Με τη διαθήκη του άφησε κληροδότημα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και καθιέρωσε τη «Βικάτειο υποτροφία» σε διπλωματούχους ζωγραφικής, γλυπτικής, χαρακτικής, με πτυχίο «Λίαν καλώς» για μετεκπαίδευση στο εξωτερικό. Επίσης, δώρισε 30 πίνακές του στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδος.

Ξεκινώντας νωρίς την εκθεσιακή του δραστηριότητα, παρουσίασε το έργο του σε ατομικές, ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν οι συμμετοχές στο Glaspalast το 1905, στις διεθνείς του Μπορντώ το 1907 (χρυσό μετάλλιο), της Ρώμης το 1911 και του Παρισιού το 1937 και στις Μπιενάλε της Βενετίας το 1934 και το 1936. Το 1937 τιμήθηκε με το Εθνικόν Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ το 1951 η Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου τον εξέλεξε επίτιμο μέλος της. Ο ίδιος με τη διαθήκη του καθιέρωσε τη Βικάτειο υποτροφία για τους σπουδαστές της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας και της Ακαδημίας του Μονάχου αντίστοιχα.

Παραμένοντας πιστός στα διδάγματα της γερμανικής ακαδημαϊκής παράδοσης, ζωγράφισε κατά κύριο λόγο προσωπογραφίες. Σε πιο περιορισμένη κλίμακα ασχολήθηκε με ιστορικές και θρησκευτικές συνθέσεις, νεκρές φύσεις, τοπία και σκηνές της καθημερινής ζωής. Ιδιαίτερη θέση στο έργο του κατέχουν οι γεροντικές μορφές, τις οποίες απέδωσε μεμονωμένα ή στο πλαίσιο ευρύτερων συνθέσεων, με έντονη ψυχογραφική διάθεση.

Τα έργα του Σ. Βικάτου είναι κυρίως προσωπογραφίες και ηθογραφίες με φανερή την επιρροή του γερμανικού ακαδημαϊσμού, από τον οποίο υιοθέτησε μια ήπια εκδοχή, αλλά και της φλαμανδικής σχολής του 17ου αιώνα. Επιπλέον συνδυάζοντας τα διδάγματα της σχολής του Μονάχου με τις νέες τεχνικές που σχετίζονταν με τη νοηματική εμβάθυνση στο χρώμα και στην απόδοση, ξέφευγε ορισμένες φορές από τη στατικότητα που χαρακτήριζε τον ακαδημαϊσμό.

Επίσης διακρίθηκε και ως τοπιογράφος, ενώ και οι «νεκρές φύσεις» του προσέλκυσαν το ενδιαφέρον.

Πίνακές του κοσμούν μεγάλες ξένες πινακοθήκες και μουσεία, καθώς και ιδιωτικές συλλογές.

Πάρτε μια απτή γεύση από το έργο του:

Το κοριτσάκι με την γαλάζια κορδέλα
Το κοριτσάκι με την κόκκινη κορδέλα
Πορτρέτο της Σοφίας Λασκαρίδου
Προσωπογραφία μιας γυναίκας
Το σκάκι
Γυμνό
Γερμανός έφηβος
Σπίτι 1
Η ματαιότις
Προσωπογραφία του Δουβάρη
Οι καλόγεροι
Νεκρή φύση
Pieta
Αράπης
Αιδηψώς
Τυρολέζος
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο

Τυρολέζος
Βάζο με τριαντάφυλλα

Πηγές:https://olympia.gr/2019/06/06/%CF%83%CF%80%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B4%CF%89%CE%BD-%CE%B2%CE%B9%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%82-%CE%B5%CE%BA%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83/

Οι φωτογραφίες πίσω από 10 διάσημους πίνακες ζωγραφικής

Στους παρακάτω 10 διάσημους πίνακες ζωγραφικής, δεν φανταζόμασταν καν ότι είχαν χρησιμοποιηθεί υπαρκτά πρόσωπα ως μοντέλα. Και όμως, οι ακόλουθες φωτογραφίες οδήγησαν στην δημιουργία αγαπημένων ζωγραφικών έργων.

Grant Wood, American Gothic

Η Nan, αδερφή του Grant Wood και ο οδοντίατρος της οικογενείας, Dr. Byron McKeeby, φόρεσαν μία αποικιακή ποδιά και φόρμα για να ποζάρουν για τον ζωγράφο στο American Gothic.

Η Nan, αδερφή του Grant Wood, και ο οδοντίατρος της οικογενείας, Dr. Byron McKeeby, φόρεσαν μία αποικιακή ποδιά και φόρμα για να ποζάρουν για τον ζωγράφο στο American Gothic.   Ήταν ένα σπίτι που, αρχικά, ενέπνευσε τον Wood να δημιουργήσει αυτόν τον πίνακα του 1930. Αποφάσισε όμως αργότερα να ζωγραφίσει και ανθρώπους στην εικόνα – έναν αγρότη και τη γεροντοκόρη του που θα ζούσαν στην οικία.

Norman Rockwell, The Problem We All Live With

Ο πίνακας του Norman Rockwell, The Problem We All Live With αποτίει φόρο τιμής στην ιστορική πρώτη μέρα σχολείου της 6χρονης Ruby Bridges, της πρώτης Αφροαμερικανής που πήγε σε «λευκό» σχολείο.   Το μοντέλο του Rockwell, η Lynda Gunn, ήταν το εγγόνι μιας οικογενειακής φίλης. Πόζαρε για το έργο τέχνης πάνω από πέντε μέρες, ενώ στο τέλος προστέθηκαν στον πίνακα ο αρχηγός της αστυνομίας της Μασαχουσέτης και τρεις Αμερικανοί στρατιώτες της Βοστόνης.

Toulouse-Lautrec και Jane Avril

Η χορεύτρια Jane Avril, μία σταρ του Μουλέν Ρουζ, έγινε η μεγαλύτερη μούσα του Toulouse-Lautrec. Συχνά εμφανίζεται στις εκθαμβωτικές εικόνες του – άλλωστε η χορεύτρια καν-καν αποτέλεσε και την έμπνευση για την πανταχού παρούσα κοκκινομάλλα στους πίνακές του.   H Avril είχε μία αντισυμβατική ομορφιά, ενώ συχνά εμφανιζόταν αγχωμένη ή μελαγχολική. Ο Lautrec επικρίθηκε επειδή ζωγράφιζε τα άτομα με έναν βάναυσο τρόπο, αλλά ίσως είναι πιο δίκαιο να πούμε ότι απεικόνιζε τις ιδιοσυγκρασίες του πιο διάσημου μοντέλου του με ειλικρίνεια.

Paul Cézanne, The Bather

Ένας πίνακας από φωτογραφία αντί για ζωγραφική μοντέλου ήταν μία ανορθόδοξη τεχνική για έναν καλλιτέχνη προς τα τέλη του 1800. Αλλά ο Cézanne έκανε ακριβώς αυτό για τον πίνακα The Bather, ο οποίος τον βοήθησε να ανακαλύψει ένα νέο στυλ ζωγραφικής που εστίαζε στη σύλληψη της ψυχολογικής διάθεσης.   Πολύ συχνά ζητούσε από την οικογένειά του, τοπικούς αγρότες, παιδιά, ακόμα και τον έμπορο των έργων τέχνης του να ποζάρουν για αυτόν, οπότε είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι αυτός ο κύριος ήταν κάποιος τον οποίο ο Cézanne ήξερε στην καθημερινή του ζωή.

Vincent van Gogh, Portrait of the Artist’s Mother

Αφού μετακόμισε στο κίτρινό του σπίτι στην Αρλ, ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ ήθελε να δημιουργήσει μία σειρά οικογενειακών πορτρέτων. Προς τιμήν της μνήμης της μητέρας του, Anna Carbentus van Gogh, επέλεξε μία ασπρόμαυρη φωτογραφία της, για να τη ζωγραφίσει από εκεί. «Φτιάχνω αυτό το πορτρέτο της Μητέρας για εμένα» έγραψε στον αδερφό του Theo. «Δεν αντέχω την άχρωμη φωτογραφία και προσπαθώ να δημιουργήσω μία με πλήρη αρμονία χρωμάτων, όπως βλέπω [τη μητέρα] με τη μνήμη μου».

Edgar Degas, Ballet Dancers

Ο πρωτοποριακός ζωγράφος έγινε μετέπειτα στην καριέρα του και φωτογράφος. Μοιραζόταν τις σπάνιες φωτογραφίες του με έναν μικρό κύκλο οικείων προσώπων και συναδέλφων καλλιτεχνών, και μόνο λίγες έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα.

Paul Gauguin, Two Women/Mother and Daughter

Ο Paul Gauguin «δραπέτευσε» από τη συμβατική ευρωπαϊκή κοινωνία και έφυγε για τη Γαλλική Πολυνησία το 1891. Εκεί γνώρισε τον Henri Lemasson οι φωτογραφίες του οποίου απεικόνιζαν ντόπιους νησιώτες και υπήρξαν η έμπνευση για αρκετούς από τους πίνακες του Gauguin, συμπεριλαμβανομένου και του Mother and Daughter (1901/1902).

Thomas Eakins, The Swimming Hole

Το αριστούργημα του Thomas Eakins που απεικονίζει γυμνούς άντρες υμνεί τις φιγούρες των φίλων και μαθητών καθώς και του ίδιου του καλλιτέχνη και προκάλεσε σάλο στον κύκλο των καλών τεχνών. Ο πίνακας βασίστηκε σε μία σειρά φωτογραφιών που τράβηξε ο Eakins στην Dove Lake κοντά στην Φιλαδέλφεια.

Balthus και Frédérique Tison

Αυτή η φωτογραφία του 1956 τραβήχτηκε αφού ο Balthus ζωγράφισε αυτό που από πολλούς θεωρείται το σπουδαιότερο αριστούργημα του, The Room. Το μοντέλο στη φωτογραφία είναι η ανιψιά του Frédérique Tison, η οποία απεικονίζεται και σε πολλά άλλα έργα τέχνης του αμφιλεγόμενου μοντερνιστή.

Lucian Freud και Leigh Bowery

Ο Αυστραλός εικαστικός-περφόρμερ Leigh Bowery υπήρξε «μούσα» για τον ζωγράφο Lucian Freud, από τότε που ο δεύτερος είδε τον Bowery στην Anthony d’ Offay Gallery to 1988. «Τον βρήκα όμορφο με έναν υπέροχο τρόπο» είπε ο Freud.

ΠΗΓΗ: https://www.lifo.gr/articles/arts_articles/171542

“Οι Πατατοφάγοι” του Βίνσεντ Βαν Γκογκ: ο πίνακας που εξυμνεί τη χειρωνακτική εργασία

«Έχω προσπαθήσει  να τονίσω το πως αυτοί οι άνθρωποι τρώνε πατάτες στο φως του λυχναριού, τσαπίζουν τη γη με τα ίδια χέρια που τώρα ακουμπούν το πιάτο. Στην ουσία μιλάω για τη χειρωνακτική εργασία και για το πώς αυτοί οι άνθρωποι έχουν κερδίσει τίμια το ψωμί τους. (…) O πίνακάς μου εξυμνεί τη χειρωνακτική εργασία»

(Βαν Γκογκ, Γράμματα στον αδερφό του Τεό)

Η αγροτική θεματολογία ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στη ζωγραφική του 19ου αιώνα τόσο στην Ολλανδία όσο και στη Γαλλία, αλλά ζωγράφοι όπως ο Μιλέ και ο Israels απέδιδαν την αγροτική ζωή με ρομαντικό τρόπο. Αντίθετα ο Βαν Γκογκ απέρριπτε κάθε στοιχείο εξωραϊσμού, φιλοτεχνώντας έργα που διακρίνονταν για τον ωμό ρεαλισμό τους.

Ο Βαν Γκογκ είναι ο ιδανικός ζωγράφος της σκληρής ζωής των αγροτών. Αισθανόταν μεγάλη αλληλεγγύη για τους φτωχούς, και ταλαιπωρημένους ανθρώπους των οποίων η ζωή όπως και η δικιά του -άλλωστε- ήταν γεμάτη πόνο.

Ένας από τους πίνακες που δημιούργησε με αυτή την θεματολογία ήταν “Οι Πατατοφάγοι”. Το έργο σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Βαν Γκογκ στο Άμστερνταμ. Ένα προσχέδιο του πίνακα βρίσκεται στο Μουσείο Kröller-Müller στο Ότερλο. Ο καλλιτέχνης έφτιαξε επίσης μια σειρά από λιθογραφίες του έργου οι οποίες βρίσκονται σε συλλογές συμπεριλαμβανομένου του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη.

Κατά τη διάρκεια του Μαρτίου και στις αρχές του Απριλίου του 1885 έκανε μελέτες για τον πίνακα και αλληλογραφούσε με τον αδελφό του Τεό, ο οποίος δεν ήταν εντυπωσιασμένος με την τρέχουσα εργασία του ή τα σκίτσα που του έστειλε ο Βίνσεντ στο Παρίσι. Εργάστηκε στον πίνακα από τις 13 Απριλίου μέχρι τις αρχές του Μαΐου, όπου ολοκληρώθηκε με εξαίρεση τις τροποποιήσεις που έκανε με ένα μικρό πινέλο αργότερα το ίδιο έτος. Ο Βαν Γκογκ είπε ότι ήθελε να απεικονίσει τους αγρότες όπως πραγματικά ήταν. Σκόπιμα επέλεξε χοντρά και άσχημα μοντέλα, νομίζοντας ότι θα ήταν φυσικά και πρωτότυπα στο τελικό έργο του:

«Βλέπεις, πραγματικά ήθελα να κάνω (τον πίνακα), έτσι ώστε οι άνθρωποι να καταλάβουν ότι αυτοί οι άνθρωποι, που τρώνε τις πατάτες τους υπό το φως της μικρής λάμπας τους, έχουν καλλιεργήσει μόνοι τους τη γη τους, με αυτά τα χέρια που βάζουν στο πιάτο και μαρτυρούν την χειρωνακτική εργασία τους και – ότι έχουν έτσι κερδίσει ειλικρινά το φαγητό τους. Ήθελα να δώσω την ιδέα ενός εντελώς διαφορετικού τρόπου ζωής από τη δική μας – των πολιτισμένων ανθρώπων. Γι ‘αυτό ειλικρινά δεν θέλω μόνο να τον θαυμάσει ο καθένας ή να το εγκρίνει χωρίς να έχει γνώση.» 

Ωστόσο, το έργο επικρίθηκε από τον φίλο του Άντον φαν Ράπαρντ αμέσως μετά τη δημιουργία του. Αυτό ήταν ένα πλήγμα στην εμπιστοσύνη του Βαν Γκογκ ως ανερχόμενος καλλιτέχνης και απάντησε γράφοντας στον φίλο του, «δεν … είχες κανένα δικαίωμα να καταδικάσεις τη δουλειά μου με τον τρόπο που το έκανες» (Ιούλιος του 1885) και αργότερα, «Κάνω πάντα αυτό που δεν μπορώ να κάνω ακόμα με το σκοπό να μάθω πως να το κάνω.» (Αύγουστος 1885).

Γράφοντας στην αδελφή του Bιλελμίνα δύο χρόνια αργότερα στο Παρίσι, o Βαν Γκογκ εξακολουθεί να θεωρεί το έργο του Οι Πατατοφάγοι το πιο επιτυχημένο:

«Αυτό που σκέφτομαι για το δικό μου έργο, είναι ότι ο πίνακας με τους χωρικούς που τρώνε πατάτες, που ζωγράφισα στη Νουένεν, είναι εν τέλει το καλύτερο πράγμα που έκανα ».

Ο Βαν Γκογκ έκανε μια λιθογραφία της σύνθεσης οι “Οι Πατατοφάγοι” πριν από το κανονικό ξεκίνημα του πίνακα. Έστειλε τις εντυπώσεις του στον αδελφό του και σε μια επιστολή του σε έναν φίλο έγραψε ότι έκανε τη λιθογραφία από μνήμης στο περιθώριο της ημέρας.

O Βαν Γκογκ είχε πρωτοπειραματιστεί με τη λιθογραφία στη Χάγη το 1882. Αν και του άρεσε η μικρής κλίμακας γραφική εργασία και ενώ ήταν ενθουσιώδης συλλέκτης Αγγλικών χαρακτικών, εργάστηκε σχετικά λίγο με τα γραφικά μέσα. Σε επιστολή που χρονολογείται γύρω στις 3 Δεκεμβρίου του 1882 παρατηρεί:

Πιστεύω, ωστόσο, ότι θα ήταν μεγάλο λάθος να φανταστεί κανείς ότι τέτοια πράγματα όπως, για παράδειγμα, η εκτύπωση Δε Γκρέις (μια οικογένεια ξυλοκόπων ή αγρότες σε τραπέζι) δημιουργήθηκαν σε μια στιγμή στην τελική τους μορφή. Όχι, στις περισσότερες περιπτώσεις η σταθερότητα και η ουσία του μικρού επιτυγχάνεται μόνο μέσω της πολύ πιο σοβαρής μελέτης από ό, τι φαντάζονται εκείνοι που εκλαμβάνουν επιπόλαια το έργο που απεικονίζετε …

Λιθογραφία Τέλος πάντων, κάποια έργα ζωγραφικής σε τεράστιες κορνίζες φαντάζουν πολύ ουσιώδη και αργότερα κάποιος εκπλήσσεται όταν πραγματικά ξεπεράσει ένα τέτοιο κενό και δυσάρεστο συναίσθημα. Από την άλλη, κάποιος παραβλέπει από καιρό σε καιρό πολλά, μια ανεπιτήδευτη ξυλογραφία ή λιθογραφία ή χαρακτική, αλλά επιστρέφει σε αυτό και ολοένα συνδέονται μαζί του με το χρόνο και αισθάνεται κάτι μεγάλο σε αυτό.

“Η Γυναίκα που κλαίει” του Πικάσο και η μούσα του, Ντόρα Μάαρ

“Η γυναίκα που κλαίει” είναι ένα από τα εξαιρετικά έργα τέχνης του Πάμπλο Πικάσο. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η συγκεκριμένη μορφή αποτελεί σπουδή για την Γκερνίκα, το εμβληµατικό έργο του ισπανού ζωγράφου που φιλοτεχνήθηκε το 1937. Ως µοντέλο για την απόδοση της συγκεκριµένης µορφή, η οποία εκφράζει τον πόνο και τη θλίψη των θυµάτων του βοµβαρδισµού της πόλης Γκερνίκα κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εµφυλίου , ο Πικάσο χρησιµοποίησε τη µούσα του, την σουρεαλίστρια φωτογράφο Ντόρα Μάαρ, η οποία μάλιστα ήταν και η μόνη που είχε το δικαίωμα να φωτογραφίσει τα διαδοχικά στάδια της Γκερνίκα, ενώ ο Πικάσο την ζωγράφιζε.

Η γνωριμία με την Μάαρ

Dora Maar, Nusch Éluard, Pablo Picasso and Paul Éluard Dora Maar στην παραλία (Σεπτέμβριος του 1937)

Τον Ιανουάριο του 1936 στον επάνω όροφο του παριζιάνικου καφέ Magots Café Les Deux, στέκι καλλιτεχνών, στην περιοχή του Saint-Germain-des-Prés μία 29χρονη φωτογράφος συναντά έναν εκπρόσωπο του υπερρεαλισμού, τον 54χρονο τότε  Πάμπλο Πικάσο.
Η γνωριμία τους ήταν αναπόφευκτη καθώς την προσοχή του ζωγράφου τράβηξε αμέσως η πανέμορφη Ντόρα, η οποία εκείνη την ώρα συμμετείχε σε ένα παιχνίδι τόλμης αποκαλούμενο «μαχαίρια στο τραπέζι» και κάρφωνε ένα μικρό μαχαίρι μέσα στα δάχτυλα της πάνω στο τραπέζι της καφετέριας. Παρά τον πόνο και τα αίματα που κυλούσαν στο τραπέζι η μελαχρινή νέα με το μυστηριώδες βλέμμα κοίταξε με χαμόγελο τον Πικάσο, ο οποίος τρομοκρατημένος προσπάθησε να την αποτρέψει από τον αυτοτραυματισμό.
Εκείνη αιμόφυρτη έβαλε τα γάντια της και του συστήθηκε. Η στιγμή ήταν τόσο έντονη, που μετά το χωρισμό τους- ύστερα από εννέα χρόνια- εκείνη άφησε στο ράφι του γραφείου του τα ματωμένα γάντια της ως ενθύμιο της θυελλώδους σχέσης τους.

 Το «φάρμακο» του Πικάσο

 Την περίοδο της γνωριμίας τους ο Πικάσο περνούσε μια άσχημη εποχή με την τότε σύζυγό του Όλγα, την μπαλαρίνα που παντρεύτηκε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο γάμος του τον έχει κουράσει. Αντί να ζωγραφίζει, τριγυρνάει στα καφέ του Σεν Ζερμέν ντε Πρε με την απουσία της έμπνευσης να αποτελεί το βαθύτερο πρόβλημα του. Η Ντόρα ήταν το «καλλιτεχνικό φάρμακο» που αναζητούσε μανιωδώς ο ζωγράφος και γρήγορα έγινε μια από τις διασημότερες μούσες του.

Η Μάαρ εξάλλου ήταν καλλιτεχνική φύση, ζωγράφος και φωτογράφος, ερωμένη του Ζορζ Μπατάιγ και «οπαδός» των υπερρεαλιστών. Από πατέρα Κροάτη, αρχιτέκτονα στο επάγγελμα και μητέρα Γαλλίδα, η Ντόρα κατέληξε να μιλάει άπταιστα Ισπανικά και να κομπάζει στον Πικάσο για τα χρόνια που έζησε μικρή στην Αργεντινή. Ωστόσο το φλέρτ τους δεν ευδοκίμησε αμέσως καθώς ο άστατος Πάμπλο είχε μια ερωμένη την Μαρί-Τερέζ με την οποία πριν λίγο καιρό είχε αποκτήσει μια κόρη. Ο Πικάσο αρνούνταν πεισματικά να εγκαταλείψει τη Μαρί.

Καθώς όμως ο Πικάσο επιστρέφει από ένα ταξίδι στην Ισπανία, κάνει μια στάση στο Σεν Ζερμέν ντε Πρε για να συναντήσει και πάλι την Ντόρα και να της εκμυστηρευτεί όλη την αλήθεια. Εκείνη αποδέχεται ακόμη και το πάθος του για τη Μαρί-Τερέζ και αποφασίζει να του δοθεί άνευ όρων. Η Ντόρα γίνεται έτσι η μούσα και η πιο έντονη σχέση της ζωής του.

Η Μάαρ «πίσω» από την Γκουέρνικα

Ο ζωγράφος ξαναβρίσκει όρεξη για δουλειά. Μάλιστα για πρώτη φορά αποφασίζει να τοποθετηθεί μέσα από τα έργα του ενάντια στο ναζιστικό φασισμό και να εκφράσει τον κοινωνικό σπαραγμό. Ζωγραφίζει λοιπόν την Γκουέρνικα το διασημότερο ίσως έργο του. Αυτός ο τεράστιος καμβάς περιγράφει την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Ήταν παραγγελία της δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας για μια έκθεση στο Παρίσι το 1937.

Ο Πικάσο εμπνεύστηκε το έργο όταν, στις 26 Απριλίου της ίδιας χρονιάς, στα πλαίσια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, Γερμανοί πιλότοι της αεροπορίας των εθνικιστών βομβάρδισαν την κωμόπολη Γκερνίκα της Χώρας των Βάσκων. Στο βομβαρδισμό εκείνο σκοτώθηκαν 1.650 άνθρωποι και ισοπεδώθηκε το 70% της πόλης με 32 τόνους εκρηκτικά.

Η Ντόρα φροντίζει να απαθανατίσει με τον φακό της ένα προς ένα τα στάδια δημιουργίας του. Η 29χρονη φωτογράφος γίνεται όχι μόνο συνένοχος σε έναν ανεκτίμητο θησαυρό, αλλά και «φύλακας» άλλων σπάνιων έργων του Πικάσο που έφτιαξε την περίοδο της σχέσης τους.

Το «πάθος» των πορτρέτων

Η συλλογή αυτή, την οποία η Ντόρα διατήρησε στην κατοχή της ως το τέλος αρνούμενη να την πουλήσει ακόμη και στις πιο δύσκολες οικονομικά στιγμές, δεν περιλαμβάνει κομμάτια εντυπωσιακά, από εκείνα που συνήθως κυνηγούν οι επαγγελματίες συλλέκτες ή τα μεγάλα μουσεία. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα σύνολο προσωπικών και οικείων αντικειμένων που «απεικονίζουν» την έξαρση έμπνευσης του Πάμπλο εκείνη τη περίοδο μέσα από τις ερωτικές τους στιγμές. Εξάλλου, ο γαλαντόμος Πάμπλο της χάρισε δεκάδες  πίνακες και πορτρέτα, όπως αυτό που βρισκόταν στην Εθνική Πινακοθήκη. Το «Γυναικείο κεφάλι» έγινε με την ενθάρρυνση της Μάαρ το 1949 δωρεά του καλλιτέχνη προς τον Ελληνικό λαό, σαν τιμητική προσφορά για την γενναία αντίσταση του κατά την διάρκεια της ναζιστικής κατοχής.

Οι ευτυχισμένες ημέρες του ζευγαριού αποτυπώνονται σε διάφορα ακόμη πορτρέτα της Ντόρας: «Η Ντόρα Μάαρ και ο μινώταυρος» (1936), «Η Ντόρα Μάαρ με πράσινα νύχια» (1936), «Πορτρέτο της Ντόρας με στεφάνι από λουλούδια» (1937), «Η Ντόρα με ψάθινο καπέλο» (1938) και άλλα. Η ήρεμη και δημιουργική αυτή περίοδος διακόπτεται από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στη Γαλλία. Ο Πικάσο και η Ντόρα καταφεύγουν στη Ρουαγιάν ώσπου να περάσει ο πόλεμος. Όταν επιστρέφουν στο Παρίσι το βρίσκουν ερημωμένο, ψυχρό, γεμάτο συνοφρυωμένους κατοίκους. Η Ντόρα γίνεται διάσημο μοντέλο, περιζήτητη μεταξύ των ζωγράφων της εποχής.

Ο αναπόφευκτος χωρισμός

Ωστόσο, σταδιακά έρχεται η ρήξη, την οποία ο Πικάσο προσπαθεί να απαλύνει με διάφορα δώρα προς την αγαπημένη του. Τον χειμώνα του 1943, για παράδειγμα, της προσφέρει το πρώτο αντίτυπο της «Φυσικής Ιστορίας» («Histoire Naturelle») του Μπουφόν, για το οποίο ο ζωγράφος είχε κάνει την εικονογράφηση. Εκείνη όμως είναι ιδιαίτερα κυκλοθυμική και το ζευγάρι έρχεται σε σύγκρουση με αφορμή την άρνηση της Ντόρας να αποδεχτεί ότι είναι στείρα. Αν και ο Πάμπλο προσπαθούσε να της απαλύνει τον πόνο ζωγραφίζοντας της πορτρέτα, φαίνεται ότι η μελαγχολία και των δύο διοχετεύοταν και στα έργα του. Όπως έλεγε: Ζωγραφίζω τα αντικείμενα όπως τα σκέφτομαι και όχι όπως τα βλέπω. Στα περισσότερα πορτρέτα της Ντόρας απεικονίζεται μια λυπημένη γυναίκα.

Από την άλλη, ο Πικάσο εύκολα έχανε το ενδιαφέρον του για μια γυναίκα και ακόμα πιο εύκολα το έβρισκε σε μια άλλη, έχοντας αρχίσει τα «ξεπορτίσματα». Η Μάαρ δεν άντεχε αυτού του είδους την ταπείνωση καθώς και τις ακραίες συμπεριφορές του Πάμπλο, την ζήλεια, τον θυμό, την αδικαιολόγητη «σήψη» της αυτοπεποίθησής του. Το 1943 βρίσκει ένα νέο εραστή, ο οποίος ήταν απλώς ένα καταφύγιο σωματικών απολαύσεων.

Η Ντόρα εντωμεταξύ έχει διανύσει την «ροζ εποχή» της, με εκθέσεις φωτογραφίας σε μεγάλες γκαλερί και κολάζ επηρεασμένα από τον σουρεαλισμό που έγιναν περιζήτητα στους καλλιτεχνικούς κύκλους.
Το τελευταίο και οριστικό δώρο όμως του Πικάσο προς τη Ντόρα,το σπίτι στη Μενέρμπ, το οποίο ο Πικάσο είχε αποκτήσει ανταλλάσσοντάς το με μια «νεκρή φύση» επισφράγισε το τέλος.  Το 1945 ο άστατος ζωγράφος γνωρίζει στα εγκαίνια μιας έκθεσης ζωγραφικής της Ντόρας τη νεαρή Φρανσουάζ Ζιλό την οποία και ερωτεύεται σφόδρα.

Η «κατάρρευση» της Μάαρ

Με τον ερχομό της απελευθέρωσης από τους Γερμανούς ο Πικάσο «απελευθερώνεται» από την Ντόρα. Εκείνη βυθίζεται στη μοναξιά και στην κατάθλιψη. Μια νύχτα στο άδειο της πια σπίτι παθαίνει κρίση και κλαίει τόσο που μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για να της χορηγηθεί ειδική φαρμακευτική αγωγή. Τελικώς, αναγκάζεται να μπει εσώκλειστη στην κλινική της Αγίας Άννας.

Έκτοτε, προσπάθησε να ξανακολλήσει το «κολλάζ» της προσωπικής της ευτυχίας επιστρέφοντας στο σπίτι της  στο Παρίσι. Ξαναγύρισε στους καλλιτεχνικούς κύκλους, βρήκε τους παλιούς της φίλους και έκανε σχέσεις μικρής διάρκειας με άλλους άντρες. Σχέσεις που το μόνο που της έδωσαν ήταν η επιβεβαίωση ότι κανείς δεν μπορούσε να αντικαταστήσει τον Πικάσο. Για αυτό και στράφηκε στον καθολικισμό, άρχισε να γράφει ποίηση και να αναθεωρεί τον τρόπο που έβλεπε τη ζωή, σαν ένα παιχνίδι με το μαχαίρι δηλαδή.

«Ήταν ένας έρωτας τρελός. Κι όταν ο έρωτας ξεθώριασε, απέμεινε μονάχα η τρέλα. Λένε πως με άκουσαν να ισχυρίζομαι πως μετά τον Πικάσο δεν υπήρχε πια παρά μόνο ο Θεός. Δεν θυμάμαι να το είπα ποτέ, αλλά δεν έπαψα ούτε στιγμή να το σκέφτομαι»… έχει πει. Πέθανε 89 ετών στο Παρίσι στις 16 Ιουλίου του 1997.

Οι πίνακες του Πικάσο, που παρουσιάζουν την Ντόρα Μάαρ τυγχάνουν ενθουσιώδους αποδοχής από το κοινό, ενώ υπενθυμίζεται ότι τα πιο επιτυχημένα αυτών πωλήθηκαν σε εξαιρετικά υψηλά τιμές.

Ο ίδιος ο σπουδαίος δημιουργός εξηγώντας για ποιον λόγο άλλοτε την απεικόνιζε με ρεαλισμό, άλλοτε με βασανισμένη όψη και άλλοτε πάλι απειλητική, είπε «Για μένα αυτή είναι η γυναίκα που κλαίει. Για χρόνια την απεικονίζω με βασανιστικές μορφές, όχι από σαδισμό, ούτε από ευχαρίστηση… Μόνο υπακούοντας σε ένα όραμα, που μου επιβλήθηκε. Ήταν η βαθιά πραγματικότητα, όχι η επιφανειακή. Η Dora, για μένα, ήταν πάντα μια γυναίκα που κλαίει…. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί οι γυναίκες είναι μηχανές που υποφέρουν».

ΠΗΓΕΣ: https://www.iefimerida.gr/news/122081/%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CF%81%CF%85%CF%86%CE%AD%CF%82-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD-%CF%80%CE%AF%CF%83%CF%89-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%80%CE%B9%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%80%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%82-%E2%80%93-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%BD-%CE%BF , http://evaneocleous.blogspot.com/2010/10/1881-1973.html , http://newpost.gr/politiki/97755/ntora-maar-i-istoria-tis-moysas-piso-apo-ton-pinaka-toy-pikaso-poy-klapike

Αλέξης Ακριθάκης, ένας σύγχρονος μποέμ καλλιτέχνης

Το σημερινό άρθρο της φίλης μας θα αφιερώσουμε στον Αλέξη Ακριθάκη, ένα σύγχρονο έλληνα ζωγράφο, που έζησε μια περιπετειώδη μποέμ, όπως θα τη χαρακτηρίζαμε, ζωή .

Ο Αλέξης Ακριθάκης γεννήθηκε στην Αθήνα, από μια ευκατάστατη οικογένεια που ζούσε στο Κολωνάκι. Υπήρξε ιδιαίτερα αντιδραστικός ως μαθητής και είχε αποβληθεί από κάθε σχολείο όπου φοίτησε!

Τα πρώτα του σχέδια έκανε στο ιστορικό καφενείο Βυζάντιο, το οποίο βρισκόταν στην πλατεία Κολωνακίου και φιλοξενούσε κύκλους αντισυμβατικών διανοούμενων. Όπως ο ίδιος έχει αναφέρει, Κυριότερη πηγή έμπνευσης του αποτελούσε η λογοτεχνία και η ποίηση, ιδιαιτέρως ο Μακρής και ο Ταχτσής.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 αποφασίζει να φύγει με μια μοτοσικλέτα για να ζήσει στο Παρίσι. Στη γαλλική πρωτεύουσα θα παραμείνει για τρία περίπου χρόνια, αρνούμενος κάθε συμβατικότητα στον τρόπο ζωής του. Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 1960 πραγματοποιεί έκθεση των έργων του στην Θεσσαλονίκη και αργότερα, στο γαλλικό ινστιτούτο Αθηνών στήνει την πρώτη σημαντική ατομική του έκθεση. Παράλληλα ασχολείται με την εικονογράφηση, για παραδειγμα με έργα που έκανε για το περιοδικό “Πάλι” του Νάνου Βαλαωρίτη, και την σκηνογραφία.

Το 1968, ο Ακριθάκης λάμβανε υποτροφία από το γερμανικό κράτος και εγκαθίσταται στο Βερολίνο. Στα επόμενα χρόνια η ζωή και η εργασία του Λαμβάνουν χώρα μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας και αποκτά διεθνή φήμη.

Το καλλιτεχνικό του στυλ είναι έντονα αφηγηματικό, Χρησιμοποιεί συμβολικά μοτίβα και έντονα χρώματα. Σε πολλά έργα του διακρίνουμε και στοιχεία μιας πυκνής γραφής, ως επιρροή από τη λογοτεχνία. Εκτός από πίνακες δημιουργεί κολλάζ, εργα εικονογράφησης, σκηνικά και σχέδια αντικειμένων. Στις επιρροές του μπορεί να συμπεριληφθεί και το κίνημα του φωβισμού. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να ενταχθεί καλλιτεχνικά σε κανένα κίνημα, αναζητώντας διαρκώς μία προσωπική γλώσσα στη ζωγραφική του.

Η οριστική επιστροφή του Αλέκου Ακριθάκης στην πατρίδα θα γίνει το 1984, με τη υγεία του να βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Η σχέση του με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά συνέβαλε κατα κύριο λόγο σε αυτή την επιδείνωση. Ο καλλιτέχνης έφυγε από τη ζωή το 1994 σε ηλικία 55 ετών, αφήνοντας ημιτελή την τελευταία συλλογή με έργα του, εμπνευσμένα από τους τροφίμους του Δρομοκαΐτειου, όπου νοσηλεύθηκε για αποτοξίνωση.

Η φύση την αυγή, ένας πίνακας του Μαξ Έρνστ

Το έργο τέχνης της ημέρας που θα σας παρουσιάσουμε σήμερα είναι ο πίνακας “Ηφύση την αυγή”, του Μαξ Ερνστ.

Ο Ερνστ γεννήθηκε σε μια πόλη λίγο έξω από την Κολωνία, το 1891. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος σε ένα άσυλο κωφαλάλων, ενώ ασχολούνταν και ο ίδιος ερασιτεχνικά με την ζωγραφική. Οι πρώτες αναθέσεις για πίνακες που είχε ο Μαξ Έρνστ ήταν από τον επίσκοπο της περιφέρειας του, και αφορούσαν σε αντιγραφές έργων μεγάλων ζωγράφων. Τα πρώιμα έργα του Έρνστ είναι κυρίως ρομαντικού ύφους.

Οι πνευματικές και καλλιτεχνικές τα ανησυχίες εκδηλώνονται αρχικά με τη συμμετοχή του σε ομάδες, όπως η”Νεαρή Ρηνανία” του Α. Μάκκε και ο “Γαλάζιος Καβαλάρης”, μια ομάδα εμπνευσμένη από τον Καντινσκυ και τον Μαρκ, καθώς και στο περιοδικό “Η θύελλα”. Γνωρίζει τον Γάλλο ποιητή και διανοούμενο Απολλιναίρ και τις ιδέες του στη Βόννη, ενώ την αποφασιστική στροφή προς τη ζωγραφική θα κάνει το 1911, έχοντας έρθει σε επαφή με έργα των Βαν Γκογκ, Σεζάν και Picasso σε μία έκθεση στην Κολωνία. Λίγο αργότερα γνωρίζει και τον Χάνς Αρπ, ο οποίος του δίνει το έναυσμα να ασχοληθεί με τον μοντέρνο ποιητή Ρεμπώ.

Το ευρύ πνεύμα του ζωγράφου και ο κοσμοπολιτισμός του, σε μία ιδιαίτερα ταραγμένη ιστορική περίοδο -ο Α παγκόσμιος πόλεμος, κατά τον οποίο ο ζωγραφος στρατεύτηκε- τον έφεραν σε μια ιδιαίτερα καρποφόρα πνευματική καλλιτεχνικη και φιλοσοφική αναζήτηση. Ο Έρνστ, όπως και οι περισσότεροι καλλιτέχνες και διανοούμενων της εποχής του, είχε αγανακτήσει από την αγριότητα και τη ματαιότητα του πολέμου. Έτσι, όταν στο Μόναχο ανακαλύπτει δημοσιεύματα των Ντανταϊστών της Βιέννης και την τέχνη του ντε Κίρικο, σε ένα τεύχος του περιοδικού μου πλαστικές αξίες, Αρχίζει ενθουσιωδώς να ασχολείται με τον ντανταϊσμό. Βασική φιλοσοφία του κινήματος αυτού είναι η άρνηση όλων των καθιερωμένων κοινωνικών, ηθικών και αισθητικών αξιών, η γελοιοποίηση και η διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Εκθέτει μερικά έργα και στη συνέχεια αρχίζει να ασχολείται με επιτυχία με το κολάζ, μέσω του οποίου βρίσκει σταδιακά το μονοπάτι του Σουρεαλισμού.

Η αμοιβαία εκτίμηση και η φιλία που αναπτύσσεται ανάμεσα στο ζωγράφο και τον ποιητή Πωλ Ελυάρ, Γίνεται η αφορμή να εγκατασταθεί ο Έρνστ στο Παρίσι. Η ζωή του είναι δύσκολη, έχει μεταναστεύσει παράνομα, και για να συντηρηθεί ο ίδιος και οικογένειά του δουλεύει σε μία βιοτεχνία ενθύμιο. Τα επόμενα χρόνια ταξιδεύει στην Άπω Ανατολή, μετά από πρόσκληση του Ελυάρ. Το 1924, Γυρνώντας στο Παρίσι μετά από αυτά τα ταξίδια του, διαβάζει το “Μανιφέστο του Σουρεαλισμού” που δημοσίευσε ο Μπρετόν. Στο σουρεαλισμό βρίσκει την απόλυτη έκφραση των καλλιτεχνικών του ιδεών. Ζωγραφίζει παραστάσεις που μοιάζουν βγαλμένες από το ασυνείδητο. Την ίδια περίπου εποχή αποφασίζει να ασχοληθεί και με το φροττάζ, την τεχνική αποτύπωσης της υφής και του ανάγλυφου των υλικών σε χαρτί, με τη βοήθεια ενός μολυβιού. Εξελίσσει αυτή τεχνοτροπία σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε να δημιουργεί όχι μόνο εξαιρετικά σκίτσα με συνθέσεις μεταφορικές και υποβλητικές, αλλά επίσης παραστάσεις στις οποίες χρησιμοποιεί σε τοπία και πρόσωπα μεταφέροντάςτες στον καμβά.

Με την έναρξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, ωμά ξέρεις καταφεύγει στην Αριζόνα των ΗΠΑ. Κατά την περίοδο παραμονής του στην Αμερική δημιουργεί όχι μόνο 36 περίπου πίνακες, αλλά και γλύπτες εικόνες και παραστάσεις.

Ο πίνακας τον οποίο θα παρατηρήσουμε σήμερα ονομάζεται η φύση την αυγή. Είναι λάδι σε μουσαμά, όπου κυριαρχούν τα ψυχρά χρώματα Και δημιουργήθηκε το 1936. Στο έργο διακρίνεται ένα ανθρωπόμορφο πίνω πίνω στα αριστερά, το οποίο ανοίγει δρόμο μέσα από την πυκνή βλάστηση, ώστε να φτάσει στη γυμνή γυναικεία φιγούρα που βρίσκεται στην άλλη πλευρά, κάτω δεξιά, του πίνακα. Η σκηνή αυτή της καταδίωξης, που είναι ερωτικά φορτισμένη, αποτελεί μία αλληγορία της δημιουργικής διαδικασίας που ακολουθεί ο καλλιτέχνης, προκειμένου να μετουσιώσει την έμπνευση του σε έργο. Η πυκνή βλάστηση εδώ, δεν αντιπροσωπεύει μόνο τη φύση με τις σκοτεινές πλευρές της, αλλά και την περίπλοκη διαδικασία της αισθητικής αναδημιουργίας. Κατ αναλογία, του πουλί είναι ένας εναλλακτικός εαυτός, ένα alter ego, του ζωγράφου, που ένα κομμάτι του σε κάθε δημιούργημά του.

Τα πιο εντυπωσιακά γλυπτά από γυαλί στον κόσμο

Είναι πραγματικά τόσο περίτεχνα και ιδιαίτερα και έχουν δημιουργηθεί με εξαιρετική προσοχή στην λεπτομέρεια. Τα γλυπτά από πολυεπίπεδο γυαλί είναι χωρίς αμφιβολία μοναδικά έργα τέχνης που απαιτούν απίστευτη δημιουργικότητα, υπομονή και δεξιοτεχνία από τους καλλτέχνες ώστε να αποδώσουν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα. 

Η φύση «εγκλωβίζεται» στο γυαλί

Αν και φαίνεται απίθανο, αυτές οι ημιδιαφανείς γυάλινες σφαίρες σφύζουν από δραστηριότητα και ζωή! Ο καλλιτέχνη Paul Stankard βάζει όλη του τη μαεστρία στη δημιουργία γυάλινων σφαιρών στο εσωτερικό των οποίων τοποθετεί έντομα, λουλούδια, φυτά και γενικότερα αναπτύσσει διάφορα σκηνικά παρμένα από το φυσικό περιβάλλον. Ο ίδιος ξεκίνησε την καριέρα του στο γυαλί δημιουργώντας ταπεινά πρες παπιέ αλλά στην πορεία του χρόνου η καλλιτεχνική του δημιουργία βοήθησε στο να αλλάξει η άποψη με την οποία κάποιος βλέπει τα γυάλινα αντικείμενα.

Δίνοντας μάχη στην εφηβεία του για να αντιμετωπίσει τη ανακάλυψε την αγάπη του για το γυαλί, το οποίο φρόντισε να σπουδάσει σε όλη του την έκταση. Αρχικά ξεκίνησε να δημιουργεί γυάλινα αντικείμενα και να τα πουλά σε βιοτεχνίς, όμως οι αυξημένες ανάγκες του λόγω δημιουργίας οικογένειας δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει αυτή την πολυτέλεια. Περιορίστηκε λοιπόν στη δημιουργία πρες παπιέ στην αποθήκη του ως χόμπι, παράλληλα με την κύρια εργασία του. Μέχρι που ένας έμπορος τέχνης ανακάλυψε τις δημιουργίες του και έκτοτε τα έργα του εμφανίζονται σε πάνω από 60 μουσεία σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των Smithsonian, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης και Μουσείο Λούβρου.

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ γλυπτά από γυαλί με θέμα τη θάλασσα

Ο αυτοδίδακτος Ben Young κατάγεται από την Αυστραλία και ασχολείται με τη γλυπτική σε γυαλί, δημιουργώντας μοναδικά έργα τέχνης με θέμα τη θάλασσα. Οι συλλογές του είναι εμπνευσμένες όπως είναι ολοφάνερο, από την θάλασσα και έχει προσπαθήσει να αποτυπώσει στα έργα το τη δύναμη και την τελειότητα της θάλασσας αλλά και του τέλειου κύματος. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην επηρεαστεί από το υγρό στοιχείο αφού είναι δεινός σέρφερ και ναυπηγός μεταξύ άλλων. Ο καλλιτέχνης συλλαμβάνει τη μοναδική ομορφιά του νερού, είτε είναι ήρεμο είτε θυελλώδες, αποτυπώνοντας το θαύμα της θάλασσας με το δικό του τρόπο.

«Σκέφτομαι πάρα πολύ πριν αρχίσω να σχεδιάζω ή να κόβω και στη συνέχεια σκιαγραφώ την ιδέα μου με το χέρι. Μόνο τo καλύτερης ποιότητας γυαλί και τα καλύτερα υλικά επιλέγονται για να δημιουργήσω τα κομμάτια μου. Η υφή και το χρώμα του γυαλιού είναι διαφορετική σε κάθε κομμάτι που κάνω, διασφαλίζοντας την μοναδικότητα των έργων τέχνης. Λατρεύω να βλέπω τα «παιχνίδια» που κάνει το φως μέσα στο γυαλί» εξηγεί ο ταλαντούχος Ben Young.

Ο Young δημιουργεί το σκηνικό που θέλει με τσιμέντο και το συμπληρώνει με γυάλινα σχήματα, τα οποία συνήθως λειτουργούν ανατρεπτικά. Όπως λέει ο ίδιος, ο φωτισμός παίζει μεγάλο ρόλο στην παρουσίαση των έργων του.

«Όταν ανάβει από κάτω το φως αντανακλά και εκπέμπει την ψευδαίσθηση ότι το κομμάτι θα ζωντανέψει. Ελπίζω οι θεατές να φανταστούν το έργο ως κάτι «ζωντανό» που δημιουργεί την ψευδαίσθηση του χώρου, της κίνησης, του βάθους και της αίσθησης του χώρου». Και καταλήγει: «Μου αρέσει να παίζω με την ειρωνεία μεταξύ του γυαλιού που είναι ένα συμπαγές υλικό και του πώς μπορώ να διαμορφώσω με αυτό φυσικά και οργανικά σχήματα».

Στην πρόσφατη έκθεσή του στο Σικάγο τα έργα του κέρδισαν τις εντυπώσεις και τα πιο θετικά σχόλια των θεατών. «Το γυαλί έχει τα δικά του μυστικά ως προς την επεξεργασία αλλά παράλληλα είναι ένα υλικό με πολλές δυνατότητες και μπορείς με αυτό να δημιουργήσεις κύματα, πολλά χρώματα, να αποδώσεις εν τέλει αυτή τη μαγεία του ωκεανού. Με την τεχνική των layers (πολλά στρώματα γυαλιού, το ένα πάνω στο άλλο) επιλέγεις το πάχος και ανάλογα έχεις το χρώμα που επιθυμείς», λέει ο ίδιος.

ΜΟΝΑΔΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ: Γλυπτά από γυαλί και πέτρα

«Τα βράχια εδώ στο Βορειοδυτικό τμήμα της Αμερικής με γοητεύουν. Μεγαλώνοντας στη Φλόριντα, δεν υπήρχε τίποτα στο σχήμα των βράχων που να θυμάμαι. Αλλά εδώ, υπάρχουν μεγάλα, όμορφα βράχια! Πάντα θαυμάζω την ποικιλία όταν βρεθούμε σε ένα στεγνό, βραχώδες κοίτασμα ποταμών». Ο καλλιτέχνης Todo Ramon που γεννήθηκε στο Τόκιο συνδέει κομμάτια από πέτρα, ηφαιστειακό πέτρωμα, οψιανό, απολιθώματα, βιβλία και ακόμη και κομμάτια του Τείχους του Βερολίνου με διαφανή στρώματα γυαλιού. Λαμβάνοντας ακατέργαστα κομμάτια φυσικού υλικού, πολλά από τα οποία μαζεύει στους περιπάτους του, και προσθέτοντας γυαλισμένα κομμάτια γυαλιού, δημιουργεί γλυπτά που είναι ασταθή και εκπληκτικά.

Η αντιπαράθεση της απότομης σκληρής επιφάνειας του γυαλιού που είναι σφηνωμένη μεταξύ του καταρρέοντος πορώδους αποτελεί ένα καλλιτεχνικό σχόλιο σχετικά με τη φύση του υλικού. Συνδυάζοντας αυτά τα διαφορετικά υλικά, ο καλλιτέχνης μιλά για ευθραυστότητα και σταθερότητα. Ο Todo συγκεντρώνει τις πέτρες και τα απολιθώματα ενώ περπατάει (έχει έδρα το Ντύσελντορφ) και αρχικά τις επεξεργάζεται ως αντικείμενα του πολιτισμού και της γης, από την οποία προέρχονται. Εισάγοντας κάτι «ξένο» σε αυτά τα κομμάτια, ο Todo ουσιαστικά ξαναγράφει την ιστορία τους στον κόσμο. Αυτά τα έργα τέχνης είναι σαν εκθέματα  του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας ή του Τμήματος Γεωλογίας.

Πηγές:

Εντυπωσιακά γλυπτά από πολυεπίπεδο γυαλί

Η φύση «εγκλωβίζεται» στο γυαλί!

Όμορφα γλυπτά από γυαλί με θέμα τη θάλασσα

https://www.in.gr/2018/07/13/life/design/glypta-apo-gyali-kai-petra/

Αφιέρωμα στον Πειραιώτη εικαστικό Αντώνη Πολιτάκη

Σαν σήμερα το 1948 γεννιέται στον Πειραιά ο σπουδαίος Έλληνας εικαστικός Αντώνης Πολιτάκης. Η οικογένειά του κατάγεται από την Μικρά Ασία.

Στο σχολείο του Σ. Μοντεσάντου και μόλις επτά χρόνων ξεκινάει μαθήματα ελευθέρου σχεδίου. Ένα χρόνο αργότερα παίρνει και το πρώτο του βραβείο για την ζωγραφική των σκηνικών στη σχολική εκδήλωση. Εκείνη την εποχή, οι χώροι έκφρασής του ήταν το λιμάνι και οι αλάνες.

Για επιφάνειες δημιουργίας είχε τις μάντρες,  τα  ντουβάρια,  τα  στρατσόχαρτα.  Το κάρβουνο από καμένο ξύλο σε βαρέλι, το κραγιόν (κοκκινάδι) και το μολύβι ήταν τα αγαπημένα του υλικά. Οι ιερόδουλες του λιμανιού, οι αγορές, τα καράβια, η θάλασσα θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στην μετέπειτα καλλιτεχνική ζωή του.

Από τις πρώτες του δασκάλες υπήρξαν η γλύπτρια Ολυμπία Φίκα, η ζωγράφος Τζένη Παπαδάκη, κατόπιν ο Γιάννης Μόραλης και η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα στην Ιστορία της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. Την περίοδο 1975-1980 τον βρίσκουμε να σπουδάζει στο Παρίσι στην Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον ζωγράφο-χαράκτη Jean Feugereux.

Το 1980 σε συνεργασία με τους Δήμους Κερατσινίου, Κορυδαλλού, Περάματος, Δραπετσώνας και με τους Δημάρχους Δ.Σαράφογλου, Δ.Μαλαγαρδή, Α.Πατσιλινάκο, αλλά και με συμπαραστάτη την Υπουργό Πολιτισμού από το 1981 Μελίνα Μερκούρη ιδρύει τα εργαστήρια τέχνης, όπου διδάσκει ο ίδιος θεωρία, σχέδιο, χρώμα, ιστορία της τέχνης και ταυτόχρονα προετοιμάζει παιδιά για την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με βοηθό μία εκ των μαθητριών του τότε, την εικαστικό Τίνα Μάσχα, υπεύθυνη για το παιδικό τμήμα. Μ’ αυτό τον τρόπο επιτυγχάνει την πολιτιστική αναβάθμιση της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά.

Γίνεται μέλος της πολιτιστικής επιτροπής των εν λόγω Δήμων καθώς και υπεύθυνος για τα εικαστικά. Με την σημαντική του βοήθεια στον Δήμο Κερατσινίου, ιδρύεται η Πινακοθήκη Α. Τάσσος στην μνήμη του μεγάλου χαράκτη.

Η συνεργασία του με τους Δήμους τελειώνει το καλοκαίρι του 1991. Καταφεύγει στην Αθήνα σ’ ένα νεοκλασικό της Ηπείρου & Αχαρνών.

Στις αναζητήσεις του ήταν και το πέρασμά του από τις Μονές του Αγίου Όρους. Εκεί σπουδάζει την τεχνική της εγκαυστικής, την αγιογραφία και τα παραδοσιακά υλικά.

Οι 18 ατομικές εκθέσεις και οι συμμετοχές του σε 22 ομαδικές εκθέσεις τον καθιστούν ως έναν  από  τους  πλέον  σημαντικούς  Έλληνες  καλλιτέχνες  του  Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού.

Το 2013 στην Μασσαλία Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης αντιπροσωπεύει τον Πειραιά και την Ελλάδα με το έργο του “Ένα Κύμα μας ενώνει”.

Η αγάπη του και η αφοσίωση του στην πόλη που τον ανέθρεψε – τον Πειραιά – τον παρακίνησε ώστε να δημιουργήσει στην ευρύτερη περιοχή του πολλά εικαστικά εργαστήρια με πολλούς μαθητές. Έχει επιμεληθεί ποικίλα σκηνικά κι ενδύματα για το θέατρο και έχει δραστηριοποιηθεί και στο ραδιόφωνο με εικαστικές εκπομπές.

Η γοητεία που του άσκησε το λιμάνι του Πειραιά, η νυχτερινή του ζωή καθώς και τα πλοία κι η θάλασσα έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην τέχνη του.

Ενυπόγραφο Σημείωμα του Αντώνη Πολιτάκη (από έκθεσή του που πραγματοποιήθηκε τον Φλεβάρη και Μάρτη του 2018 στο λιμάνι του Pirée, στην Οδό των Αιδοίων, Αιδοίων Ωδαί, όπου παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά τα απόκρυφα σχέδια του καλλιτέχνη, παρμένα από την προσωπική του συλλογή)

ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ. ΤΟΤΕ….

Ουρανός μου, ένα καπάκι τραπεζιού. Ημίφως!

Μερικά κουκούτσια από πορτοκάλι στο χέρι κι απέναντί μου τα ομορφότερα κενά…. Φωτεινά! Σκοτεινά!

Άνοιγαν… Έκλειναν.. Κι εγώ, περίμενα….

Τετράχρονο παιδί θαρρώ, ανιχνεύοντας την πορεία μετρούσα τις αποστάσεις.

Ύψος: Από τον αστράγαλο μέχρι το γόνυ και από το γόνυ; Βάθος: Η πιο γλυκιά διαδρομή αναζήτησης……

Μήκος: Εκσφενδόνιζα τα κουκούτσια με την Ορμή του Ενστίκτου… Εκεί!!!!

Πυκνά γέλια Θηλυκά, μαλώματα, μικρές ανατριχίλες κι εκείνος ο ήχος που έκανε το κεφάλι μου πάνω στον ουρανό μου..

Ατέλειωτη η διαδρομή και ο στόχος μου ο ίδιος …..Πάντα εκεί κατέληγα….. Κι αυτό!! Το πιο απαγορευμένο…

Όμορφο, κρυφό και ελεύθερο μαζί, να κάνει ότι θέλει…. Και πάλι….

Ημίφως!

Απέναντί μου μια φωτιά, πότε ένα μαγκάλι…..

Στα δεκατρία ίδια σκηνή μ’ ορθάνοιχτο το Σύμπαν…. Κορίτσια τέσσερα γδυτά να με μαθαίνουν <<τρόπους>>…. Δεν περιγράφεται ποτέ…..

Της ηδονής ανάσα το κόκκινο προς ροδαλό στην άψα της θερμάστρας. Στην διάθεσή τους έμενα να κάνουν ότι θέλουν….

Όποτε αυτές με ήθελαν…… Οπότε εγώ το ζούσα. Το νήμα ξετυλίγεται….

Απ’ τις Ιέρειες!! στις Κοπελιές!! Κυρίες!! Αρραβωνιαστικιές!! Γυναίκες μέχρι ΤΩΡΑ……

ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…….

Αντώνης Πολιτάκης, Ασκητής Της Τέχνης

ΠΗΓΕΣ: https://www.piree.gr/el/content/antonis-politakis , https://popaganda.gr/pop-news/stis-17-septemvriou-tou-1948-genniete-o-antonis-politakis/ , https://now24.gr/o-peiraiotis-gnostos-eikastikos-antonis-politakis-epistrefei-sto-limani-tou-piree/

Η “Δαναΐδα” του Auguste Rodin

Έργο γνωστό και ως The Spring, η Danaid (“Δαναΐδα”) αρχικά αποτελούσε μέρος της σύνθεσης The Gates of Hell (“Πύλες της Κολάσεως”) του Auguste Rodin. Ο διάσημος γλύπτης φιλοτέχνησε το έργο το 1885 και το 1890 αυτό εκτέθηκε στο Σαλόνι του Παρισιού και ύστερα αγοράστηκε από το Musee du Luxembourg στη γαλλική πρωτεύουσα.

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΩΝ ΔΑΝΑΪΔΩΝ

Οι πενήντα κόρες του αργίτη βασιλιά Δαναού, πιέστηκαν παρά τη θέλησή τους να παντρευτούν τους πενήντα γιους του βασιλιά Αιγύπτου που είχαν εισβάλει στο Άργος. Οι γάμοι αυτοί, όμως, δεν έγιναν ποτέ, γιατί οι Δαναΐδες συνεννοήθηκαν να τους σκοτώσουν με μαχαίρι την πρώτη νύχτα του γάμου τους (εκτός από μία, την Υπερμήστρα, που ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε το γιο του Αιγύπτου, Λυγκέα). Και οι υπόλοιπες 49, πάντως, δεν κακοπέρασαν μετά τους φόνους: συνέχισαν το βίο τους, παντρεύτηκαν άλλους άντρες, και έκαναν μαζί τους παιδιά. Η δολοφονική τους πράξη, όμως, δεν ξεχάστηκε ποτέ, και οι θεοί τις τιμώρησαν μετά θάνατο, γιατί είχαν βεβηλώσει το ιερό μυστήριο του γάμου: έτσι, στον Κάτω Κόσμο ήταν καταδικασμένες να προσπαθούν αιώνια να γεμίσουν ένα πιθάρι χωρίς πυθμένα. Το πιθάρι αυτό, γνωστό ως «ο πίθος των Δαναΐδων», έγινε στα μεταγενέστερα χρόνια το απόλυτο σύμβολο της ματαιοπονίας.  

Όταν ο μεγάλος Γάλλος γλύπτης Auguste Rodin (1840-1917) φιλοτεχνούσε τις «Πύλες της Κολάσεως», ένα από τα πιο γνωστά και απαιτητικά του έργα, είχε σκοπό να ενσωματώσει σ’ αυτό και μια Δαναΐδα, πράγμα που δεν έπραξε, όμως, ποτέ. Η Δαναΐδα πάντως σμιλεύτηκε. από μπρούντζο αρχικά, και αργότερα από μάρμαρο: αλλά απέμεινε μόνη της, μακριά από τις αδελφές της και τους άλλους αμαρτωλούς. Μοντέλο του Ροντέν υπήρξε η νεαρή τότε γλύπτρια –θαυμάστρια και ερωμένη του- Καμίλ Κλοντέλ.

Το άγαλμα είναι μήκους 71cm, πλάτους 53 cm και ύψους 36 cm, δηλαδή διαστάσεων μισού ανθρώπου. Η καλογυαλισμένη αυτή μαρμάρινη κοπέλα φαίνεται εξαντλημένη σωματικά και συναισθηματικά. Σκύβει στο χώμα. Το κεφάλι της είναι ακουμπισμένο πάνω στο δεξιό της αγκώνα. Τα μαλλιά της λυμένα μοιάζουν υγρά σαν το νερό που κουβαλά ασταμάτητα στο τρύπιο της πιθάρι. Το πρόσωπό της εκφράζει δυστυχία ή τουλάχιστον λύπη.

Πρέπει να προσέξουμε την ωραία Δαναΐδα για διάφορους λόγους:
α) ο πρώτος είναι γιατί ο Ροντέν δείχνει με απόλυτη σαφήνεια ότι δεν τον απασχολεί τόσο ο αρχαιοελληνικός μύθος όσο η εκθαμβωτική ομορφιά του καμπυλόσχημου γυναικείου σώματος. η έμφαση που δίνει στην καμπύλη (στη ράχη, στο λαιμό, στα καπούλια) είναι, νομίζω, απολύτως ευδιάκριτη, και μαγνητίζει το μάτι του θεατή (γιατί έχει ήδη μαγνητίσει το μάτι του καλλιτέχνη).
β)  ο δεύτερος και σημαντικότερος λόγος είναι ο τρόπος παρουσίασης της κοπέλας: ο Ροντέν δε στέκεται στο γνωστό κομμάτι του μύθου (το γέμισμα του τρύπιου πιθαριού) αλλά στην τραγωδία του ανθρώπου που συνειδητοποιεί τη ματαιότητα των προσπαθειών του αλλά και το φαύλο κύκλο μέσα στον οποίο είναι παγιδευμένος. Ο Καμύ θα μας έλεγε ότι βάση της τραγωδίας μας είναι η συνείδηση μας: όταν δεν έχεις συνείδηση της φριχτής σου θέσης, δε βρίσκεσαι καν σε φριχτή θέση. Ή άγνοια και η ανοησία βρίσκονται στον αντίποδα της τραγωδίας: ο άνθρωπος καθίσταται τραγικός όταν αποκτά επίγνωση.
γ)  Προσέξτε, τέλος, και κάτι ακόμα: η Δαναΐδα είναι μόνη. οι άλλες 48 αδελφές της δεν απεικονίζονται. Μα φυσικά: ο γάλλος καλλιτέχνης, παιδί της μετα-αναγεννησιακής Ευρώπης, παιδί του δυτικοευρωπαϊκού ατομισμού, αντιλαμβάνεται την τραγωδία ως κάτι βαθιά προσωπικό. Ο αρχαίος Έλληνας, γέννημα της πόλης-κράτους, ίσως και να εστίαζε στη συλλογική τραγωδία: ο σύγχρονος ευρωπαίος (αλλά και ο νεοέλληνας ακόμη), ζώντας μέσα σε κοινωνίες όπου οι συλλογικοί δεσμοί έχουν διαρρηχθεί, δεν τη νιώθει και δεν τον απασχολεί. Το δράμα βιώνεται κυρίως ατομικά.

“… Είμαι η γέφυρα που ενώνει δύο όχθες, το παρόν και το παρελθόν… Πορεύομαι ως την πιο βαθιά αρχαιότητα… θέλω να ξαναβρώ τη μνήμη… γιατί η αρχαιότητα είναι η μεταμόρφωση του παρελθόντος σε ένα αιώνιο παρόν…” Auguste Rodin

ΠΗΓΕΣ: https://ioannisart.blogspot.com/2014/06/auguste-rodin.html , https://www.monopoli.gr/2018/11/12/istories/san-simera/259016/san-shmera-gennietai-o-auguste-rodin/ , https://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/06/27-10.pdf